Της Αλεξάνδρας Ηλιοπούλου
iliop@otenet.gr

Σε χώρα της Ευρώπης. Στην παρέα μας, κανείς δεν είναι πάνω από 23 χρόνων. Εισπράττω ως Ελληνίδα επαίνους και θαυμασμό από συνομιλητές μου, τριών ευρωπαϊκών εθνικοτήτων, που είναι ενήμεροι για όσα συμβαίνουν σήμερα στην Ελλάδα. Θαυμάζουν τους Έλληνες ως λαό από αρχαιοτάτων χρόνων, θαυμάζουν εκείνους που σήμερα τόσο σθεναρά τολμούν, διαμαρτύρονται, αμύνονται στα πρωτοφανή μέτρα που λαμβάνει η κυβέρνησή μας για την αντιμετώπιση του δημοσίου χρέους, για να ικανοποιήσει τους δανειστές μας, αλλά και για να τιμήσει την υπογραφή της – θέλοντας και μη βεβαίως – σε ό,τι έχει υποσχεθεί. Θεωρούν ηρωικές τις πράξεις του Ελληνικού λαού, που τόσο επίμονα τόσο μεγάλο ποσοστό αντιστέκεται με κάθε τρόπο στην επερχόμενη βαθιά οικονομική υποβάθμισή του. Δυνατός και δυναμικός λαός λένε. Μας ξέρουν πολύ πιο καλά από όσο εμείς τον εαυτό μας. Εισπράττω μέρος του θαυμασμού. Διακρίνω όμως πως θα μιλήσουν κι άλλοι…για μένα και θα ήθελα να κλείσει….το ελληνικό. Αλλά όσο και αν φαίνεται περίεργο, οι Ευρωπαίοι, ακόμη και οι νεαροί μιλάνε πολύ όταν πρόκειται για Ελλάδα. Θα έλεγα με καλή διάθεση και πρόθεση. Αλλά έχω τη μύγα μέσα μου και φοβάμαι τί μπορεί να ακουστεί και από ένα απλό πέταγμά της! Και…. πέταξε. Η αντίρρηση ακούστηκε από εκεί που δεν το περίμενα. Από μια φίλη μου. Εδώ δεν χαρίζονται χάριν φιλίας. Μωρέ ούτε και συγγενείας. Και γίνεται κυβερνητική υπέρμαχος, υποστηρίκτρια του πρωθυπουργού μας. Δεν ξέρω εάν ξέρει το όνομά του, αλλά ξέρει αυτά που τονίζει ο κ. Γεώργιος Παπανδρέου. Όμως δεν τον θαυμάζει και με στενοχωρεί. Τον βάζει ευρισκόμενο σε θέση απελπισίας και υποχρεωμένο να χρησιμοποιήσει ακόμη και βία για να γίνει «αυτό που οφείλετε». Τον θαυμασμό που ένιωσα τον διαδέχεται ένας πόνος ψυχής. Ισχυρίζεται η φίλη μου ότι «ματαιοπονεί ο ελληνικός λαός και πρέπει να βοηθήσει να γίνουν όσα λέει ο πρωθυπουργός της Ελλάδος, που είναι σε απελπιστική κατάσταση, αλλιώς θα μετανιώσει πολύ ο λαός σου». Αν και συνοφρυώθηκα, δεν άνοιξα το στοματάκι μου. Γιατί η παγωνιά ήταν ήδη στα χείλη μου. Δεν ήθελα να ψυχράνω τη θερμή συνομιλία της παρέας μας με ένα πολύ…καυτό ελληνικό πρόβλημα σε ξένο γήπεδο. Σκέφθηκα να της κάνω νόημα ότι θα τα πούμε κατ ’ ιδίαν εμείς αυτά. Όμως είχα δουλειά και επέδειξα αιφνιδιασμό ότι πρέπει να φύγω σε μιάμιση ώρα και ανασηκώθηκα αυθόρμητα. Τότε πρότεινα να πεταχτούμε για μεσημβρινό φαγητό σε ένα ωραίο κοντινό γνωστό μας εστιατόριο. Έχω χρησιμοποιήσει και άλλη φορά αποτελεσματικά αυτή τη συνταγή-υπόδειξη για να αποφύγω δυσκολίες. Γιατί κάπου έχω ακούσει ότι κάποιες Αθηναίες κυρίες της εποχής του Περικλέους, ρωτούσαν την πετυχημένη σύζυγό του Ασπασία, «ποιος είναι ο καλλίτερος τρόπος για μια γυναίκα να τιθασεύσει τον άντρα της και είχε απαντήσει μια καλή κουζίνα». Μεγάλο καταφύγιο το στομάχι. Παρότι ένοιωθα τη γλυκιά νοστιμιά του θαυμασμού για τους Έλληνες, με έσφιγγε η δηλητηριώδης πίκρα του πόνου των όσων μας συμβαίνουν, με παγκόσμια δημοσιότητα. Απολαύσαμε το γεύμα και πήρα και συγχαρητήρια για την ιδέα. Αλλά θα ήθελα να είχα ακούσει μόνο το θαυμασμό για την Ελλάδα μας και να μην είχα καταφύγει σε τέτοιο τέχνασμα πονηρής φυγής προς αποφυγήν περισσότερου ψυχικού πόνου.

Οκτώβριος 2011