Γράφει ο Νικόλαος Αγγελόπουλος,  Max Planck Institute for Biological Cybernetics.

Έχουν γίνει πολλές εδιαφέρουσες κριτικές στην Ελληνική Γνώμη όπως και αλλού για την πορεία της Ελληνικής οικονομίας και αρκετές ενδιαφέρουσες προτάσεις διαχειρίσεως του χρέους. Σαν βιολόγος, θα ήθελα νακάνω μερικές προτάσεις για τη καλύτερη διαχείριση του φυσικού πλούτου στην Ελλάδα.

Ας εξετάσουμε πρώτα τι αποτελεί παραγωγικότητα. Υπάρχουν τριών ειδών: Η πρωτογενής παραγωγικότητα, δηλαδή η οικονομική αξιοποίηση του φυσικού και ορυκτού πλούτου που μας προσφέρεται κατά κάποιο τρόπο δωρεάν και υπολείπεται από εμάς μόνο το έργο και τα κεφάλαια συλλογής και διάθεσής του στη αγορά. Η δευτερογενής παραγωγικότητα αφορά τα τεχνολογικά προϊόντα. Ενώ π.χ. η Ελλάδα εξάγει στην Ευρώπη λάδι και τυρί φέτα, εισάγει όχι μόνο πλήθος τροφίμων από την Ευρώπη αλλά επιπλέον πάσης φύσεως τεχνικά ή τεχνολογικά προϊόντα, από λάμπες φωτισμού, βίδες και μικροεργαλεία μέχρι τηλεοράσεις, ψυγεία, πλυντήρια, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, αυτοκίνητα και ό,τι άλλο μπορεί να σκεφθεί κανείς. Θα έπρεπε μάλλον να είχε απασχολήσει αυτό το θέμα εδώ και πολύ καιρό τους πολιτικούς και όχι να σηκώνουν τώρα τα χέρια μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο σε απόγνωση. Τέλος υπάρχει η τριτογενής παραγωγικότητα, η διακίνηση κεφαλαίων μέσω  τομέων όπως π.χ. ο τουρισμός, οι αγοραπωλησίες ακινήτων και σχετικές οικοδομικές εργασίες και οι τραπεζικές συναλλαγές. Η τριτογενής παραγωγικότητα ήταν στην Ελλάδα  ένας  υγειής οικονομικός τομέας.  Με την υποτίμηση των ομολόγων και τη μείωση καταθέσεων που έφεραν τις ελληνικές τράπεζες σε αμηχανία και την στάση στις οικοδομικές εργασίες και αγοραπωλησία ακινήτων και αυτός ο τομέας παραγωγικότητας απειλείται με κατάρευση.

Όσον αφορά δυνατές λύσεις, αυτές θα πρέπει ιδανικά να προέρχονται από μέσα από την χώρα και χωρίς εξωτερικούς δανεισμούς. Τι τέτοιες λύσεις μπορούν να υπάρξουν;  Εστιαζόμενοι στην πρωτογενή παραγωγικότητα, την αξιοποίηση του φυσικού πλούτου, υπάρχει μία πιθανή λύση που θα μπορούσε να έχει θετικό αντίκτυπο στην δευτερογενή και τριτογενή παραγωγή και είναι η εξής. Έχουν εγκαταλειφθεί στην επαρχία σπίτια και χωράφια που πλέον ανήκουν σε πολλαπλούς κληρονόμους πλείστοι των οποίων καν δεν το γνωρίζουν ή δεν ενδιαφέρονται. Όποια κριθούν όντως εγκαταλελλειμένα όχι λόγω της πρόσφατης δυσπραγίας αλλά επί δεκαετίες, θα μπορούσαν να δημοπραττηθούν από το κράτος σε Έλληνες υπήκοους. Αυτό και μόνο θα έφερνε οικονομικό όφελος και από τις οικοδομικές εργασίες αποκαταστάσεως των παλαιών κτιρίων, αλλά και με την επιστροφή του κόσμου στην ύπαιθρο και ευκαιρίες για την αξιοποίηση των εγκαταλελειμένων χωραφιών.

Σπαταλήθηκαν  στους παχείς χρόνους οι επιδοτήσεις της ΕΟΚ σε αποζημειώσεις για σοδειές που ήταν συχνά πλασματικές, συντελώντας μαζί με άλλους λόγους στην εγκατάλειψη της υπαίθρου με αντίστοιχη μείωση της πρωτογενούς παραγωγικότητας. Έπειτα για λόγους κάποτε αλλά όχι πάντα εύλογους, τα πευκοδάση υπερασπίστηκαν από την οικοπεδοποίηση δίχως πάντα πρόληψη να προστατευθούν και να παραμείνουν οι ήδη υπάρχουσες γεωργικές περιοχές παραγωγικές. Επιπλέον με δήθεν κριτήριο την υπεράσπιση του φυσικού πλούτου, ενώ υπερασπιστήκαμε τα πευκοδάση που είναι πτωχά σε βιοποικιλότητα και πάμπτωχα σε παραγωγικότητα, παραδόξως οικοπεδοποιήσαμε σπάνιους βιοτόπους, όπως τον εποχιακό και πλούσιο βιότοπο της λίμνης Τάκκας στη Αρκαδία, μοναδικό στην Ελλάδα.

Πρώτα απ’όλα πρέπει να υπάρξει μια πιο κριτική επανεξέταση της διατηρήσεως των ελληνικών δασών. Η ιδανική πολιτική προς αυτόν τον τομέα θα ήταν μιά προγραμματισμένη αντικατάσταση δασών που αποτελούνται από τη μη οικονομικά ωφέλιμη τραχεία (Pinus brutia) και χαλέπιο πεύκη (Pinus halepensis) τα δύο συνηθισμένα μικρότερα είδη πεύκης που βρίσκονται σχεδόν παντού, με τη δασική πεύκη (Pinus sylvestris) που είναι οικονομικά ωφέλιμη, ό,που αυτό ενδείκνυται. Ακόμη προτιμότερη θα ήταν η σταδιακή μετάβαση από πευκοδάση σε δάση ετεροθαλών δένδρων όπως οι δρύες, καστανιές κ.ά. των οποίων η διαχείριση θα έχει πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ώφελος. Άλλες περιοχές που έχουν αποψιλωθεί τόσο που κινδυνεύουν να ερημωθούν ή έχουν πληγεί από πυρκαγιές θα πρέπει να αναβαθμίζονται ενεργητικά. Όχι μόνο με παθητικές αναδασώσεις αλλά με ενίσχυση του εδάφους με νέες τεχνολογίες σαν αυτές που μετέτρεψαν περιοχές της ερήμου σε εύφορες καλλιεργήσιμες εκτάσεις στο νότιο Ισραήλ, ώστε να επιστρέψουν πιο γρήγορα οι περιοχές αυτές σε υγειή και αξιοποιήσιμη φυσική κατάσταση.

Τέλος θαλάσσιες περιοχές που δεν είναι τουριστικά αξιοποιήσιμες, όπως στον Παγασητικό και Αμβρακικό κόλπο, μπορούν να παραχωρηθούν από το κράτος για ιχθυοκαλλιέργειες, έναν τομέα στον οποίο η Ελλάδα σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat  είναι πέμπτη σε παραγωγή στην Ευρώπη ενώ υπολείπεται π.χ. της Τουρκίας.

Όσον αφορά την δευτερογενή παραγωγικότητα, υπάρχουν πλείστοι Έλλήνες επιστήμονες και δυστυχώς οι πλέον φιλόδοξοι και αξιόλογοι δεν είχαν άλλη επιλογή από την φυγή τους στο εξωτερικό. Οι ανθούσες οικονομίες της Δύσεως δεν επωφελήθηκαν λίγο από την εργατικότητα των Ελλήνων επιστημόνων στις χώρες τους. Καλό θα ήταν να επιδιώξουν οι Έλληνες ακαδημαϊκοί να συμπράξουν μαζί τους σε ερευνητικά προγράμματα σαν την πιο σύντομη οδό για την είσοδο νέας τεχνογνωσίας στην Ελλάδα. Επίσης ας δωθούν κίνητρα σε όσους έχουν κατάλληλες τεχνικές γνώσεις για την επιστροφή τους στην Ελλάδα στην οποία συντείνουν και συναιθηματικοί δεσμοί. Ένα τουλάχιστον τέτοιο κίνητρο θα ήταν η δημιουργία φορολογικής σταθερότητας. Η έλλειψη φορολογικής σταθερότητας είναι ένας από τους παράγοντες ελλείψεως επενδύσεων στην Ελλάδα και ένας σημαντικός παράγοντας της συρρικνώσεως του βιομηχανικού τομέα. Διότι η μεν φοροδιαφυγή πλήττει το κράτος μία φορά αλλά η έλλειψη φορολογικής σταθερότητας μαζί με την φορολογική διαφθορά πλήττει την οικονομία διπλά, καταστρέφοντας επιπλέον παραγωγικές ελληνικές επιχειρήσεις. Είναι ίσως εύκολο ένας ελεύθερος μικροεπαγγελματίας να φοροδιαφύγει και να συνεχίσει τη δουλειά του ή να κάνει κάτι άλλο. Αλλά δεν είναι το ίδιο εύκολο για μια σημαντική επιχείρηση ούτε να φοροδιαφύγει ούτε να κλείσει και να γίνει κάτι άλλο. Επομένως σε αυτές τις περιπτώσεις είναι απαραίτητο το Ελληνικό κράτος να προσφέρει μακροχρόνια φορολογική σταθερότητα, κίνητρα και έλεγχο της φορολογικής διαφθοράς και ακόμη και φορολογικές ελαφρύνσεις σε νέες επιχειρίσεις.

Πώς θα μπορούσαν να γίνουν φορολογικές ελαφρύνσεις όταν το κράτος αδυνατεί να αποπληρώσει τα δάνειά του;  Πολλοί έχουν επισημάνει την έλλειψη ρευστότητας.

Η Ελλάδα, δεν δικαιούται να κόψει νόμισμα. Θεωρητικά μία λύση θα ήταν να αποκτήσει τέτοια δυνατότητα μέσω της εξόδου από τη νομισματική ένωση. Αυτό θα μπορούσε όμως μόνο να λύσει το πρόβλημα αν οι δανειστές της Ελλάδος χρησιμοποιούν το ίδιο νόμισμα, είναι δηλαδή μόνο Ελληνικές τράπεζες, που δεν ισχύει. Τα χρέη σε ξένο νόμισμα θα παραμένουν και μάλιστα θα αυξηθεί η εξάρτηση από ξένους δανειστές εάν οι ελληνικές τράπεζες υποστούν σχετική μείωση του κεφαλαίου τους συγκριτικά με ξένες τράπεζες μέσω της υποτιμήσεως του νομίσματος. Θα μπορούσε αυτό το μέτρο να έχει επιτυχία εάν πληρωθούν πρώτα όλα τα δάνεια προς ξένους δανειστές προτού υιοθετηθεί το νέο νόμισμα (π.χ. η δραχμή). Θα παραμένει η προϋπόθεση ότι στη νέα οικονομία θα πρέπει να κόβεται τόσο νόμισμα όσες οφειλές υπάρχουν σε τόκους δανείων και εφόσον υπάρχει ισοζύγιο εξαγωγών με εισαγωγές. Προφανώς η πρώτη προϋπόθεση δεν υπάρχει, δηλαδή δεν είμαστε σε θέση να αποπληρώσουμε τα δάνεια προς ξένους δανειστές και μάλιστα ζητούμε ξένα δάνεια για την αποπλήρωση δανείων που σημαίνει ότι εντείνεται η υπερχρέωση. Μία πιθανή εναλλακτική λύση που αξίζει να μελετηθεί, είναι η χρήση διπλού νομίσματος, π.χ. της ευροδραχμής που πρόσφατα πρότεινε ο Γερμανός Υπουργός Οικονομικών παράλληλα με το ευρώ, έτσι ώστε να υπάρχει νόμισμα που να χρησιμοποιείται σε εσωτερικές συναλλαγές και το οποίο να μπορεί να υποτιμηθεί και να διατεθεί από το κράτος για να δραστηριοποιήσει την αγορά. Το ευρώ είναι υπερτιμημένο για την ελληνική πραγματικότητα και έχει παγώσει την εσωτερική οικονομία. Το αντίθετο επόμένως θα πρέπει να συμβεί με ένα νόμισμα που θα υποτιμάται διαρκώς έναντι του ευρώ. Θα χρησιμοποιείται ευρύτατα σε όλες τις συναλλαγές και θα οδηγήσει μοιραία σε αύξηση των συναλλαγών, όσο χρόνο θα υφίσταται υποτίμηση.

Ανεξάρτητα με το θέμα της υιοθεσίας άλλου ή διπλού νομίσματος, ουσιαστικά απαραίτητη λύση είναι η εξισορρόπηση των εισαγωγών με τις εξαγωγές, δηλαδή είσοδος συναλλάγματος μέσω εξαγωγών. Με άλλα λόγια η αύξηση της ελληνικής παραγωγικότητας. Παρατηρείται το παράδοξο ότι ενώ σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (OECD) οι Έλληνες δουλεύουν ή τουλάχιστον δηλώνουν ότι δουλεύουν σημαντικά περισσότερες ώρες από οποιαδήποτε άλλη χώρα του Οργανισμού, η οικονομία δυσπραγεί. Σε δεύτερη θέση στην κατάταξη αυτή βρίσκεται η Ιταλία, της οποίας επίσης η οικονομία βρίσκεται σε δυσπραγία. Ενώ οι Ολλανδοί, Νορβηγοί και Γερμανοί δουλεύουν παραδόξως τις λιγότερες ώρες. Η εξήγηση πού έδωσε ο Marc Chandler, γενικός διευθυντής νομισματικής στρατηγικής του οίκου Brown Brothers Harriman, είναι ότι οι ώρες αυτές εργασίας δεν αποδίδουν τόσο σε τελική παραγωγικότητα όσο οι κατά πολύ λιγότερες ώρες εργασίας π.χ. των Γερμανών. Οτιδήποτε δηλαδή έργο παράγεται μέσα σε αυτές τις ώρες, η οποιαδήποτε σωρεία υπογραφών ή εγγράφων ή ό,τι άλλο, δεν συνεπάγεται τελικά σε ουσιαστική παραγωγικότητα. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία του προβλήματος. Να αυξηθεί η παραγωγικότητα σε στιγμή που δεν υπάρχουν επενδυτικά κεφάλαια και η οικονομία δυσπραγεί. Για να γίνει αυτό δεν αρκούν τα λόγια και οι πολιτικές δηλώσεις, που είναι άλλωστε συχνά εκδηλώσεις αμηχανίας. Χρειάζονται μέτρα που θα μπορούσαν να δραστηριοποιήσουν την οικονομία και να συμπεριληφθούν στους στόχους ενός χαμηλού κόστους αναπτυξιακού προγράμματος.

Θα κλείσω με μία πρόταση στο πρόβλημα της διαφθοράς του δημοσίου (τα λεγόμενα γρηγορόσημα και όλα τα σχετικά). Πρέπει να βρεθεί τρόπος αλλαγής και αυτό είναι δύσκολο να γίνει υπό την αρχηγία πολιτικών που εθώπευσαν αυτό το σύστημα για δεκαετίες. Επειδή αυτές οι αλλαγές δεν πρόκειται να γίνουν αφήνοντας τα πράγματα στη μοίρα τους, μία Γόρδια λύση θα ήταν να γίνεται έλεγχος σε δοσοληψίες του δημοσίου από επιτροπές όλως δι’όλου εκτός του συστήματος, ιδανικά Έλληνες,  που να προέρχονται από υγιείς τομείς της οικονομίας. Να συσταθούν δηλαδή για κάθε δημόσια υπηρεσία επιτροπές Ελλήνων πολιτών επαγγελματιών που προέρχονται από υγιείς χώρους όπως π.χ.  οι τράπεζες ή από ξένους οργανισμούς, οι οποίοι να αποσπώνται σαν μισθωτοί για μικρά διαστήματα π.χ. 6-12 μηνών στις δημόσιες υπηρεσίες και να ελέγχουν και ίσως ακόμη και να διαχειρίζονται τους διάφορους διαγωνισμούς, προσλήψεις, απολύσεις, κλπ. Και για να μείνουν ανεπηρέαστοι από το παρόν σύστημα ασφαλώς θα ήταν καλύτερα οι θέσεις στις επιτροπές αυτές  να ανακυκλώνονται.

Λύση στην οικονομική δυσπραγία μπορεί να δωθεί από ένα δίκαιο κράτος που θα αξιοποιήσει τους αναξιοποίητους πόρους της χώρας και το αξιόλογο ανθρώπινό της δυναμικό.