2. Οικογενειακή ευτυχία. Ο Ανέστης Παπαδόπουλος με τη σύζυγό του Αρετή και τα εγγόνια Τάσος και Άννα, 1995

Ιστορία μιας οικογένειας και ενός χωριού

Γιάννης ΔελόγλουΓιάννης Δελόγλου
j.deloglou@elliniki-gnomi.eu

Κιλκίς. Ο κάθε πρόσφυγας έχει τη δική του ταλαιπωρία, τις δυσκολίες και τα βάσανα. Γεμάτος αγωνίες ταξιδεύει με κάθε είδους σκέψεις που φορτίζουν την ηρεμία του. Είναι όμως αυτή του η τύχη που τον οδηγεί στον τελικό του προορισμό. Είναι η μοίρα του που τον συντροφεύει και η πίστη του στο θεό που τον προστατεύει.

Ο Ανέστης Παπαδόπουλος, που γεννήθηκε στη Σότση της Ρωσίας, περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια το οδοιπορικό τής οικογένειάς του από την γενέτειρά του στον Ακρίτα Κιλκίς. Μια απόφαση να φύγει ο πατέρας του Θεόφιλος με την οικογένειά του από τη Σότση στην Ελλάδα, παρά τις αντιρρήσεις του, αλλά ύστερα από πιέσεις των αδελφών και του πατέρα του και με την υπόσχεση ότι και αυτοί θα τον ακολουθούσαν, δέχτηκε να φύγει για τη Θεσσαλονίκη.

Ο Θεόφιλος Παπαδόπουλος με τη γυναίκα του και τους δύο γιους του βρέθηκαν στο λιμάνι, για αναχώρηση πνιγμένοι στα φιλιά και τα δάκρυα των δικών τους, φορτωμένοι με αναμνήσεις από την εκεί ζωή τους. Με ακριβά έπιπλα που αγόρασαν για το ταξίδι της μεγάλης και τολμηρής απόφασης, αρχές Δεκεμβρίου 1930 αναχώρησαν με το πλοίο της γραμμής από τις ακτές τής Σότσης, μέσω Οδησσού-Κωνσταντινουπόλεως-Σμύρνης-Πειραιά, για Θεσσαλονίκη. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Ανέστης Παπαδόπουλος στο κατάστρωμα του πλοίου, όταν αυτό έφτασε στη Σμύρνη, δυο Ρώσοι αξιωματικοί μιλούσαν και λέει ο ένας στον άλλον: «αυτή η πόλη ήταν Ελληνική, πολύ ωραία, αλλά στη συνέχεια την πήραν οι Τούρκοι». Τότε πατέρας μου, που άκουγε τη συζήτηση, πετάχτηκε απρόσκλητος και είπε στο Ρώσο αξιωματικό: «πάλι θα γίνει Ελληνική …». Τότε γύρισε ο Ρώσος και του απάντησε: «Εσείς οι Έλληνες με τα Εγγλέζικα κεφάλια σας πολλά ακόμα θα πάθετε. Οι Άγγλοι σας πουλάνε και σας αγοράζουν».

Ανέστης Παπαδόπουλος, γιος του Θεόφιλου, 1976

Στον Πειραιά βρήκε η αλλαγή του χρόνου την οικογένεια του Θεόφιλου Παπαδόπουλου, που με σαπιοκάραβο της εποχής ύστερα από δύσκολο ταξίδι, έφτασαν στη Θεσσαλονίκη. Εκεί αρχίζει μια νέα περιπέτεια και μια ακόμα απογοήτευση. Φιλοξενήθηκαν στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Ρωσία» του Γιώργου Κωνσταντινίδη που παλιννόστησε το 1914 από τη Ρωσία. Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 άφησε και στην Ελλάδα το άνοιγμα της οικονομικής ανέχειας, που είχε βέβαια αρνητική επίδραση στην οικογένεια τού Θεόφιλου Παπαδόπουλου. Οι λίγες οικονομίες που είχε άρχισαν να τελειώνουν, οι συζητήσεις που γινόταν για την ανεργία ήταν απελπιστικές και ο νεοπρόσφυγας ζητούσε κάποια λύση για την οικογένειά του, που ενώ είχε στη Σότση μια καλή σειρά βρέθηκε να υποφέρει στην Ελλάδα, που πίστευε ότι θα είχε λύσει το πρόβλημά της. Στην ατυχία του, την ταλαιπωρία και τα βάσανα που άρχισαν να συσσωρεύονται, βήματα τύχης τον έφεραν μπροστά στον μικροπωλητή Ανέστη Τσαουσίδη από το χωριό Τσιαράχ, γνώριμό του από τη Ρωσία. Αυτός φιλοξένησε την οικογένεια τού Θεόφιλου στο σπίτι του στην Τριανδρία όπου ζούσε με τη γυναίκα του και τα τρία του παιδιά. Στο άνοιγμα αυτής της τυχαίας προσωρινής λύσης κατοικίας του, ήρθε στο δρόμο του το σκληρό πρόσωπο της κρατικής μηχανής. Όταν χρειάστηκε να εκτελωνίσει τα έπιπλά του ο διευθυντής τού Τελωνείου του είπε ότι πρέπει να πληρώσει 1500 δραχμές και όσο περνάν οι μέρες θα αρχίσει να προστίθεται επιπλέον ποσόν. Τα χρήματα βέβαια δεν υπήρχαν και για να πληρωθούν ζήτησε ο Θεόφιλος να του δώσει το καινούργιο σαμοβάρ να το πουλήσει και στη συνέχεια να ξεπληρώσει το τελωνειακό τέλος. Παρά την παράκλησή του δεν κατάφερε να πείσει τον διευθυντή τού Τελωνείου για κάτι τέτοιο, γιατί το θεώρησε παρανομία. Επάνω δε σε αυτή τη δύσκολη στιγμή ο τελωνειακός δηλώνει στον ταλαιπωρημένο πρόσφυγα ότι, αν καθυστερήσει και παρέλθει κάποιο χρονικό διάστημα θα βγουν τα έπιπλα πλειστηριασμό, για να πληρωθεί η υπηρεσία. Από την απελπιστική κατάσταση που βρισκόταν ο φίλος του Ανέστης τον συμβούλεψε να επισκεφτεί τον Πόντιο βουλευτή Λεωνίδα Ιασωνίδη και να ζητήσει τη βοήθειά του. Έτσι και έγινε. Ο Πόντιος πολιτικός πήγε στο Τελωνείο με τον Θεόφιλο και ο τελωνειακός υποχώρησε στην παρέμβαση του βουλευτή με συνέπεια να γίνει αυτό που προσδοκούσε ο νεοπρόσφυγας της Θεσσαλονίκης. Με αυτόν τον τρόπο ξεπλήρωσε το Τελωνείο και πήρε τα έπιπλα που έφερε από τη Ρωσία.

Λύκειο Ροδολίβος Σερρών. Από εκδρομή στην Κέρκυρα 1976. Διευθυντής Σχολείου Παπαδόπουλος Ανέστης, πρώτος δεξιά

Στη διάρκεια της παραμονής του στη Θεσσαλονίκη ο Θεόφιλος έμαθε ότι μία ξαδέλφη του ζούσε στο χωριό Ακρίτας Κιλκίς και πήρε την απόφαση να την επισκεφθεί. Πράγματι βρήκε την ξαδέλφη του Ελισάβετ αλλά και άλλους συχωριανούς του από το Τσιαράχ. Ακούγοντας την περιπέτειά του ο σύζυγος της ξαδέλφης του Ανέστης Ερμείδης τον πρότεινε να πάει την οικογένειά του από τη Θεσσαλονίκη στον Ακρίτα, γιατί στην πόλη ήταν πολύ δύσκολα και επί πλέον θα γινόταν διανομή χωραφιών και θα είχε δικά του χωράφια αν πήγαινε στον Ακρίτα. Παρά τις αντιρρήσεις της γυναίκας του και ύστερα από την υποχώρησή της η οικογένεια τού Θεόφιλου μετακινήθηκε με τα υπάρχοντά της στον Ακρίτα.

Στην αφήγησή του ο Ανέστης Θεοφίλου Παπαδόπουλος αναφέρει το ιστορικό εγκατάστασης προσφύγων στον Ακρίτα και τα ιστορικά ντοκουμέντα του χωριού, της περιοχής και της λίμνης Δοϊράνης κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τους Βαλκανικούς πολέμους και τις τοπικές συγκρούσεις στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα αλλά και την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου με τη συνέχειά του.

Οικογενειακή ευτυχία. Ο Ανέστης Παπαδόπουλος με τη σύζυγό του Αρετή και τα εγγόνια Τάσος και Άννα, 1995

Επανέρχεται με την αφήγησή του στον τρόπο διανομής χωραφιών, την μέριμνα τού κράτους για την ενίσχυση των προσφύγων, την δημιουργία σχολείου που φοίτησαν και μεγάλοι σε ηλικία γιατί το είχαν εγκαταλείψει στη διάρκεια της εγκατάστασής τους στην Ελλάδα από τα διάφορα μέρη του Πόντου, της Μικράς Ασίας, της Ρωσίας κλπ. Κάνει μνεία στον τότε Υπουργό Παιδείας Γεώργιο Παπανδρέου για το ενδιαφέρον του να γίνουν σχολεία και αναφέρει τον αριθμό 3.500 Δημοτικά.

Στη συνέχεια της εγκατάστασής τους στον Ακρίτα ο Θεόφιλος και η οικογένεια του είχε και εκεί προβλήματα. Ο Ανέστης Παπαδόπουλος αναφέρει: «Εγκατασταθήκαμε καλά όμως η διατροφή μας ήταν δύσκολη γιατί δεν είχαμε ούτε ζώα, ούτε κήπο, ούτε και χρήματα φυσικά. Τότε εκδηλώθηκε η φιλοτιμία των πατριωτών μας και μαθαίνοντας ο ένας τον άλλο ότι οι πρόσφυγες που ήρθαν από τη Ρωσία δεν έχουν να ζήσουν, οι Χριστιανοί αυτοί άρχισαν να μας φέρνουν ότι μπορούσες να φανταστείς σε τρόφιμα και ρωτούσαν τη μάνα μας τι δεν έχουμε για να μας εφοδιάσουν. Πράγματι με συγκίνηση θυμάμαι αυτή την εποχή. Σε λίγο καιρό, αφού γνωριστήκαμε, η μάνα μας δειλά-δειλά ρώτησε τις γυναίκες αν θέλουν να της ράψει ρούχα. Έτσι και έγινε. Άρχισαν να φέρνουν υφάσματα πολλές οικογένειες και η Singer μηχανή μας δεν σταματούσε. Έτσι μας έφερναν για να ξεπληρώσουν ό,τι τους έραβε η μάνα μας και είχαμε άφθονα αγαθά. Τότε μας κόλλησαν και το προσωνύμιο … Ρώσοι. Έλεγαν ο Ρούσον ο Φίλτον, η Ρούσαινα η Σοφία και τα Ρουσοπούλια εμάς. Εκτός από το σχολείο τακτοποίησαν και την εκκλησία. Την αφιέρωσαν στον Άγιο Γεώργιο την εικόνα του οποίου, που ήταν θαυματουργή, την έφεραν από το Χανάχ τού Καρς, οι Καυκασιώτες. Πολλά χρόνια, ως και σήμερα στη γιορτή του, που πανηγυρίζει το χωριό 23 Απριλίου και 3 Νοεμβρίου, συρρέουν πλήθη πιστών. Έρχονται ανίατοι και φέρνουν πολλά αφιερώματα. Ακόμα έφεραν οι Χαναχλήδες και μια ωραία καμπάνα και μια κολυμβήθρα μέσα στην οποία βαφτίστηκαν όλοι οι δρώντες σήμερα Ακριταίοι που γεννήθηκαν στην Ελλάδα».

Ανέστης Παπαδόπουλος συνταξιούχος πια

Ο Ανέστης Παπαδόπουλος αναφέρεται με λεπτομέρειες στον ιερέα, τους επιτρόπους και τους ιεροψάλτες που υπηρέτησαν την ενορία του χωριού. Γράφει για τα παντοπωλεία και τα καφενεία που υπήρχαν τις διασκεδάσεις που έκαναν σε αυτά. Συζητήσεις, χαρτιά, τάβλι, κάπνισμα και ουζομεζέδες. Σε όλα αυτά συμμετείχαν πολλές φορές και στρατιώτες που υπηρετούσαν στα φυλάκια της περιοχής. Η μονάδα που είχε την ευθύνη της φύλαξης των συνόρων ήταν ο 11ος συνοριακός Τομέας με έδρα το Κιλκίς. Έτσι μας δινόταν η ευκαιρία να γνωρίσουμε πολλούς νέους από τα διάφορα μέρη της Ελλάδας και να μάθουμε πολλά νέα πράγματα για τη ζωή και τη δράση πολλών περιοχών της Ελλάδας.

Οι μαρτυρίες του Ανέστη Παπαδόπουλου, που περιέχουν πολλές ακόμα λεπτομέρειες, δίνουν την πραγματική διάσταση και εικόνα του μαρτυρίου που πέρασε ο κάθε πρόσφυγας. Είναι μια από καρδιάς εξομολόγηση που περιέχει πολλά στοιχεία για κάθε ερευνητή και ιστορικό του μέλλοντος. Πρόκειται για μια ακόμα κατάθεση ψυχής.