Μάριος Μιχαηλίδης, Ο Ανακριτής, Μυθιστόρημα, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012.

Του Νικήτα Παρίση*.

Το θέμα ομολογουμένως προκαλεί αναγνωστική ταραχή, ξυπνάει μνήμες από τρικυμισμένες εποχές και ταραγμένους καιρούς. Οι πιο πολλοί ξαναθυμούνται άυπνες νύχτες και σκοτεινές ώρες απ’ την απριλιανή επταετία. Τότε που η έννοια του ανακριτή ήταν ταυτόσημη με εκείνη του σκληρού και ανάλγητου βασανιστή και ο ανακρινόμενος μετατρεπόταν σε ανθρώπινο κουρέλι.

Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο βασανίζουσας και βασανιστικής φρίκης παραπέμπει ο αφηγημένος μύθος του νέου μυθιστορήματος του Μάριου Μιχαηλίδη Ο Ανακριτής. Όμως, καθώς προχωράει η ανάγνωση, ο αναγνώστης διαρκώς αναρωτιέται: υπάρχει πράγματι αυτός ο συλληφθείς και ο ανακρινόμενος; μήπως πρόκειται για ένα πρόσωπο διαταραγμένο εσωτερικά, αυτο-ενοχοποιούμενο και αυτοβασανιζόμενο μέσα σε τυραννικές φαντασιώσεις; Τελικά, μήπως ο ήρωας του βιβλίου συμβολοποιείται, εκφράζει το νευρωσικό άτομο της εποχής μας που διογκώνει, στο νοσηρό ψυχισμό του, τις σκληρές αιχμές της πραγματικότητας και αυτοπαγιδεύεται μέσα σ’ αυτές;

Αν όλα αυτά τα ερωτήματα περιέχουν πράγματι την ψίχα της αφήγησης, τότε το σκηνικό της ανακριτικής φρίκης είναι απλώς το κέλυφος, η αφηγηματική κρούστα και η πάνω επιφάνεια της λογοτεχνικής γραφής. Στο υπόστρωμα, όμως, του μύθου και στο υπέδαφος της όλης αφήγησης λανθάνει μια άλλη αλήθεια: η εσωτερική ταραχή, οι δικές μας πληγές, οι ενδόψυχες καταστάσεις, μας κάνουν, σε στιγμές σύγχυσης και ψυχικής τρικυμίας, να δημιουργούμε για τον εαυτό μας εύκολες μεταστάσεις από την αλήθεια της πραγματικότητας σε μιαν άλλη “αλήθεια”, της φαντασίας και της ψευδαίσθησης.

Πρόκειται, επομένως, για μύθο που μέσα του το κυρίαρχο πρόσωπο, ο ανακρινόμενος, ζει αυτό που ως  τυραννικό αυτοβασανισμό φαντασιώνεται τόσο έντονα, ώστε το όλο σκηνικό μοιάζει να είναι η πραγματικότητα. Με μια τέτοια ερμηνευτική εκδοχή, καταλαβαίνουμε ότι ο Μάριος Μιχαηλίδης πέτυχε αυτό που ως λογοτεχνικό εύρημα τον θέλγει ξεχωριστά: να δημιουργεί δηλαδή δύο επίπεδα ή δύο επιφάνειες στο λογοτεχνικό μύθο: την όντως πραγματική και εκείνη της φαντασίωσης. Κάτι ανάλογο, εξάλλου, το είχαμε δει, σε πλήρη έξαρση, και στο δεύτερο πεζό του έργο (Τα κρόταλα του χρόνου, Μεταίχμιο, 2010).

Θα ήταν, όμως, λάθος και θα συνιστούσε περίπτωση ερμηνευτικής παρανάγνωσης να μας δημιουργηθεί η εντύπωση ότι αυτή η διαρκής μετάσταση από το πραγματικό στο φαντασιακό επίπεδο, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα ωραίο συγγραφικό παιχνίδι. Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν αληθεύει, γιατί υπάρχει ένα στοιχείο που δικαιώνει απόλυτα το μύθο: η αφήγηση, με τις πολλαπλές και ποικίλες αναγωγές σε σκηνές και στιγμιότυπα  προγενέστερων εποχών ( περίοδος χούντας, κυπριακή τραγωδία του 1974, μεταπολίτευση κ.τλ.), ενδύεται την ιστορία, αποκτά δηλαδή περίβλημα και υπόστρωμα ιστορικό. Αφηγηματοποιείται  η πρόσφατη νεοελληνική περιπέτεια και ιστορία. Έτσι, ο μύθος αποκτά και ένα τρίτο επίπεδο, καθώς από το στενά ατομικό διευρύνεται και αναφέρεται στο συλλογικό. Αυτή, ακριβώς, η ιστορική διαστολή και ευρυχωρία του μύθου δημιουργεί το ευρύτερο συλλογικό σκηνικό, μέσα στο οποίο κινείται ο διαταραγμένος ψυχισμός του ήρωα.

Προχωρώ για να σταθώ και να επισημάνω ένα ακόμη στοιχείο. Η ατμόσφαιρα φρίκης που παράγεται μέσα από τη σκληρή ανακριτική τακτική, ηπιώνεται κάπως και γλυκαίνει μέσα από πολλές μικρές διαφυγές και αναδρομές σε προγενέστερες στιγμές και μέρες του ήρωα. Πολύ συχνά, λ.χ, αφυπνίζεται η ερωτική μνήμη και ο “βασανισμός” του ήρωα μαλακώνει ή και εξαλείφεται μέσα στην ευφροσύνη της ερωτικής ανάμνησης. Άλλοτε, πάλι, ο νους ο ταραγμένος γυρίζει πίσω και αναθυμάται πρόσωπα και στιγμές που έζησε στη Φιλοσοφική Σχολή ως φοιτητής, σε καιρούς δίσεχτους και σκοτεινούς (=χούντα).

Πρόκειται, επομένως, για τη λειτουργία μιας άλλης μετάστασης: ο μύθος από το βασανιστικό “τώρα” ανατρέχει σε ένα πιο μακρινό “τότε”. Αυτή, ακριβώς, η διαπλοκή δύο διαφορετικών χρονικών επιπέδων, έντεχνα δοσμένη ως αφηγηματική τεχνική, δημιουργεί και πάλι την αίσθηση ενός δίκλωνου μύθου που αρέσκεται να ξετυλίγει παράλληλα δύο κουβάρια και δύο νήματα.

Και κάτι ακόμα, τελευταίο αυτό. Η λογοτεχνία είναι, κυρίως, ποιότητα γλώσσας. Στις μέρες μας, όμως, η γλώσσα της λογοτεχνίας έχει εκπέσει, συχνά ευτελίζεται και όχι σπάνια εκχυδαΐζεται. Όμως, στον Μάριο Μιχαηλίδη ο λόγος της αφήγησης συνιστά πράξη και γεγονός υψηλού γλωσσικού ήθους και γλωσσικής αρτιότητας. Μοιάζει να λειτουργεί ως ανάχωμα και ως πράξη αντίστασης στην ευτέλεια της λογοτεχνικής γραφής.

Το τελευταίο αυτό πρέπει να προσμετρηθεί στον Μάριο Μιχαηλίδη ως το ξεχωριστό γνώρισμα και ως στοιχείο υπεροχής της λογοτεχνικής του γραφής.

 

*Ο Νικήτας Παρίσης είναι φιλόλογος και συγγραφέας