Η Χίλντα Παπαδημητρίου μιλάει στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη.

Η Χίλντα Παπαδημητρίου γεννήθηκε στην Καλλιθέα το 1957. Μεγάλωσε στη Νέα Σμύρνη, ακούγοντας Neil Young και Bob Dylan. Σπούδασε νομικά και για μια εικοσαετία είχε το δισκάδικο στην πλατεία της Νέας Σμύρνης. Από το 1994 ασχολείται επαγγελματικά με τη μετάφραση. Μεταξύ άλλων έχει μεταφράσει: John Barth, Percival Everett, Jonathan Coe, Bob Dylan, Leonard Cohen, Jane Smiley, A. Bezzeridis, Raymond Chandler, Nick Hornby, Minette Walters κ.ά. Μια από τις πιο πρόσφατες μεταφράσεις της που αγαπά πολύ είναι το «Όλες οι χάρες του ουρανού» του Dinaw Mengestu. Επίσης, έχει γράψει δύο μονογραφίες για τους Beatles και τους Clash, για τις εκδόσεις «Απόπειρα», και είναι τακτική συνεργάτης του διαδικτυακού μουσικού περιοδικού www.mic.gr. Το αστυνομικό «Για μια χούφτα βινύλια» (Μεταίχμιο, 2011), είναι το πρώτο δικό της βιβλίο.

 

Μιλήστε μας για το μυθιστόρημά σας «Για μια χούφτα βινύλια» που εκδόθηκε από το «Μεταίχμιο».

Τα Βινύλια είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στο κέντρο της Αθήνας, και συγκεκριμένα στα Εξάρχεια, με επίκεντρο ένα δισκάδικο. Εκτός της αστυνομικής ίντριγκας, ήθελα να μιλήσω για κάτι που με απασχολεί πολύ: το τέλος των μικρών δισκάδικων αλλά και των δισκάδικων εν γένει, διότι θεωρώ ότι η εξαφάνισή τους σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής.

 

 Ο τίτλος «Για μια χούφτα βινύλια μας θυμίζει τον αντίστοιχο τίτλο της κινηματογραφικής ταινίας «Για μια χούφτα δολάρια». Υπονοεί άραγε κάποια σχέση;

 

Υπάρχει σχέση, φυσικά, και αυτή είναι η μανία μου με το σινεμά. Ένα από τα αγαπημένα μου κινηματογραφικά είδη είναι τα γουέστερν-σπαγκέτι, τα οποία άλλαξαν τελείως το είδος, εισάγοντας ταξικά, φυλετικά και πολιτικά θέματα στη δομή των γουέστερν. Χαρακτηριστικό τους είναι ότι ήρωες πιστεύουν στην ηθική και παλεύουν μέχρι τελικής πτώσεως γι’ αυτό που η συνείδησή τους ορίζει ως «δίκαιο». Μου αρέσουν αυτοί οι «χαμένοι» ήρωες που δεν διστάζουν να τα βάλουν με τους πιο δυνατούς, αψηφώντας τον κίνδυνο να καταστραφούν οι ίδιοι. Σε κάποιο βαθμό, αυτή η ηθική διαπνέει τους ήρωες του βιβλίου μου.

 

 

Στο μυθιστόρημα υπάρχει η εξής πρωτοτυπία. Η μουσική συνοδεύει το μυστήριο. Χρειάζεται η πλοκή τέτοια τεχνική για να προσελκύσει τον αναγνώστη;

 

Δεν μπορώ να απαντήσω γενικά σ’ αυτήν ερώτηση, παρά μόνο για το δικό μου βιβλίο. Η μουσική που υπάρχει στα Βινύλια σχολιάζει αυτά που συμβαίνουν μ’ έναν τρόπο που μου επέτρεψε να πω πάρα πολλά πράγματα για τους ήρωες, χωρίς να φλυαρήσω. Επιπλέον, αυτό είναι κάτι που έχει σχέση μ’ εμένα: σε όλα τα πράγματα που συμβαίνουν γύρω μου και μέσα μου, ψάχνω πάντοτε το «ιδανικό σάουντρακ».

 

 

Γράφετε «Τι θέλει ο άνθρωπος για να είναι ευτυχισμένος; Καλή μουσική, ένα τσιγαράκι και μια κούπα αρωματικό τσάι». Δεν πρέπει όμως να τα έχει βρει και με τον ίδιο του τον εαυτό;

 

Εδώ μέσω της Τατιάνας αναφέρομαι στις μικρές στιγμές ευτυχίας  που πρέπει να δημιουργούμε στην καθημερινότητά μας. Τις μικρές ρουτίνες μας που μας απαλλάσσουν για λίγο από τα προβλήματα: επαγγελματικά, οικονομικά ή συναισθηματικά. Πέρα από τη γευστική απόλαυση που προσφέρει ένας καφές ή ένα τσάι, μας δίνει την ευκαιρία να μείνουμε για λίγο μόνοι μας με τις σκέψεις μας. Είναι μια μικρή ευτυχία μέσα στη μέρα.

 

Ο αστυνόμος Χάρης Νικολόπουλος προσπαθεί να βρει την άκρη που θα τον βοηθήσει στην ανακάλυψη του δολοφόνου. Γιατί όμως δεν καταφέρνει να γίνει πειστικός σε μερικούς από τους χαρακτήρες του βιβλίου;

 

Νομίζω ότι οι φίλοι είναι από τα πιο σημαντικά πράγματα που έχουμε στη ζωή μας. Ωστόσο, στις παλιές φιλίες υπάρχει πολύ συχνά το μειονέκτημα ότι οι άλλοι δεν σου «επιτρέπουν» να αλλάξεις. Οι φίλοι απειλούνται όταν μας βλέπουν να προχωρούμε και να αλλάζουμε. Έτσι, όλοι οι ήρωες του βιβλίου δεν μπορούν να δεχτούν ότι ο Χάρης είναι ένα ευφυής κι ευαίσθητος άνθρωπος, που προσπαθεί να κάνει καλά τη δουλειά του. Συνεχίζουν να τον βλέπουν σαν τον ευτραφή και άχαρο έφηβο που ήταν κάποτε.

 

 

Ένα από τα προτερήματα του αστυνόμου είναι πως έχει διαβάσει και ο ίδιος αστυνομικά μυθιστορήματα. Αλήθεια διαβάζουν ανάλογα αναγνώσματα οι έλληνες αστυνόμοι;

 

Δεν έχω ιδέα. Θα είχε ενδιαφέρον να ρωτήσουμε μερικούς. Ένας νεαρός αστυνομικός που με βοήθησε, πάντως, διαβάζει βιβλία. Δεν ξέρω αν συμπαθεί ιδιαίτερα τα αστυνομικά. Θέλω να πιστεύω ότι το διάβασμα είναι ένας ιός που εξαπλώνεται, και ότι είναι προτιμότερο να διαβάζει κανείς μέτρια αναγνώσματα, παρά να μη διαβάζει καθόλου. Τον τελευταίο καιρό, βλέπω σχετικά συχνά ταξιτζήδες να διαβάζουν περιμένοντας στην πιάτσα. Γιατί να μη διαβάζουν και οι αστυνομικοί;

 

Με εντυπωσιάζει το γεγονός πως η υπόθεση διαδραματίζεται σε ένα δισκάδικο και πως τα πρόσωπα τις ιστορίας εξακολουθούν να αγαπούν και να παθιάζονται για τους δίσκους. Αυτό όμως δεν έρχεται σε αντιπαράθεση με το ότι τα cd  έχουν κυριαρχήσει;

 

Υπάρχουν πάντοτε άνθρωποι που αρνούνται να δεχτούν τις άνωθεν αλλαγές, που δένονται με κάποια πράγματα τα οποία αγαπούν με πάθος. Ευτυχώς, είναι αρκετοί αυτοί που η ζωή τους δεν περιορίζεται στο κυνηγητό της επιτυχίας και του χρήματος. Άλλοι ασχολούνται με τις μηχανές, άλλοι με τη φωτογραφία, άλλοι με τα βινύλια. Το cd έχει κυριαρχήσει, παρ’ όλα αυτά, βινύλια συνεχίζουν να βγαίνουν και αποτελούν το 10% του τζίρου της παγκόσμιας μουσικής βιομηχανίας. Όσο για τους συλλέκτες παλιών βινυλίων, το ευχάριστο είναι ότι υπάρχουν ακόμα τεράστιες ποσότητες βινυλίου στον κόσμο.

 

 

Ο δολοφόνος στο μυθιστόρημα σκοτώνει για μια συλλογή δίσκων. Είναι δυνατόν να σκοτώσει κάποιος σήμερα για παλιούς δίσκους;

 

Πολλές φορές ακούμε ότι ένα έγκλημα ότι έγινε «δι’ ασήμαντον αφορμή». Μόνο που ποτέ η αφορμή δεν είναι ασήμαντη όντως. Οι άνθρωποι σκοτώνουν συχνά για κάτι που αγαπούν πολύ. Εδώ ο φόνος γίνεται για βινύλια: στον αναγνώστη εναπόκειται να αποφασίσει αν οι παλιοί δίσκοι είναι μια ασήμαντη αφορμή ή ένας μεγάλος έρωτας.

 

 

Θυμάμαι κάποτε που στα δισκάδικα μαζευόμασταν και ακούγαμε με τα ακουστικά τραγούδια από τους καινούργιους δίσκους. Ακόμη μεγάλη σημασία έπαιζε εάν ο ρυθμός της μουσικής ή τα λόγια ήταν σημαντικά για να αγοράσουμε το βινύλιο. Ποια είναι η σχέση της σημερινής νεολαίας με την μουσική;

 

Όλοι πια, νεότεροι και μεγαλύτεροι, ενημερωνόμαστε κυρίως από το διαδίκτυο, και πολύς κόσμος από την τηλεόραση. Αυτό οδηγεί στα εξαμβλώματα που μας πλασάρουν ως καινούργια μουσική, τους εκάστοτε νικητές των ριάλιτι σώου. Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι έχει αλλάξει και ο τρόπος ζωής μας. Ο ελεύθερος χρόνος έχει εξαφανιστεί σχεδόν και όλοι ακούν μουσική στο αυτοκίνητο, από τους ομοιόμορφους ραδιοφωνικούς σταθμούς. It’s the end of the world as we know it, όπωςέλεγανκάποτεοιREM, αλλάθαπαραλλάξωτησυνέχεια: and I don’t feel fine! Ας ελπίσουμε ότι θα ανθίσουν τα ιντερνετικά ραδιόφωνα, τα οποία λειτουργούν ανεξάρτητα και χωρίς τη λογική του playlist.

 

Από τους παλιούς παραγωγούς στο ραδιόφωνο έμεινε μόνο ο Γιάννης  Πετρίδης. Έχει ακροαματικότητα, αλλά και αποδοχή από τους νέους;

Το σημαντικό είναι ότι η εκπομπή του Πετρίδη συνεχίζει μεταδίδεται σε όλη την Ελλάδα από το κρατικό ραδιόφωνο, κι επομένως, όποιος θέλει να ακούσει τι συμβαίνει σήμερα στη μουσική και πώς εξελίχθηκαν τα μουσικά ρεύματα τα τελευταία 50 χρόνια, έχει τη δυνατότητα να τον ακούσει. Πιθανότατα δεν έχει την απήχηση που είχε στους παλιότερους, αλλά δεν παύει να είναι αυτός που γαλούχησε γενιές ολόκληρες μουσικόφιλων. Αυτός, και ο Αργύρης Ζήλος, φυσικά.

 

 

Το μυθιστόρημα «Για μια χούφτα βινύλια » είναι το πρώτο σας μυθιστόρημα. Γνώρισε όμως γρήγορα την αγάπη των αναγνωστών. Πώς νιώθετε που το βιβλίο σας αυτή την δύσκολη εποχή γνωρίζει μια απρόσμενη επιτυχία;

 

Χαίρομαι διότι συνειδητοποιώ ότι πολλοί άνθρωποι μοιράζονται τις δικές μου ανησυχίες και την αγάπη μου για τη μουσική. Κυρίως καμαρώνω για τους αναγνώστες μικρότερων ηλικιών, οι οποίοι κατάλαβαν τι ήθελα να πω για το μέλλον της μουσικής, του δισκάδικου και της μουσικής βιομηχανίας.