Του Μάριου Μιχαηλίδη, Γαβριηλίδης, 2012 101 σελ.

 

Βιβλιοπαρουσίαση από το Γιάννη Νταουλτζή, Φιλόλογο στα εκπαιδευτήρια Δούκα.

Ο Μάριος Μιχαηλίδης, δοκιμασμένος και πετυχημένος ποιητής, δοκίμασε και πέτυχε να υπηρετήσει επάξια και την τέχνη του πεζού λόγου. Οπλίζοντας το διαμορφωμένο και δοκιμασμένο υψηλό αισθητικό του κριτήριό στοχεύει με το νέο του, το τρίτο βιβλίο «Ο Ανακριτής», σε μια μακρινή και παράλληλα κοντινή εποχή. Της μεταπολίτευσης.

 

[Η ΥΠΟΘΕΣΗ του βιβλίου]

 

Στο βιβλίο ένας νεαρός συλλαμβάνεται και οδηγείται στα κρατητήρια της Ασφάλειας. Κατηγορείται ότι συμμετείχε στην απαγωγή ενός βιομήχανου, χωρίς ουσιαστικά κανένα αποδεικτικό στοιχείο, εκτός από το φάκελό του, όπου καταγράφηκε ο δευτερεύων ρόλος του σε ένα επεισόδιο κατά το οποίο συνελήφθη ένας φοιτητής – επί χούντας.

Τώρα έχουμε Μεταπολίτευση και ο νεαρός –που δεν θα μάθουμε ποτέ τ’ όνομά του-, το μόνο που έκανε ήταν να περιμένει σε ένα παρκάκι την αγαπημένη του –κόρη Πτεράρχου-, που αργούσε και μάλλον θα τον είχε στήσει.

Στην αίθουσα που τον πηγαίνουν για να τον βασανίσουν, στον απέναντι τοίχο, σαν σκιά στέκει ο ανακριτής. Ο συλληφθείς καλείται να δώσει «τον άλλον», δηλαδή… Καθώς μετεωρίζεται πάνω από το σώμα του, στην προσπάθεια να ξεφύγει από την πραγματικότητα, ανακαλεί πρόσωπα και ιστορίες, τον Αστέρη, τον Τρικαλινό, την Ηρώ, τον Λογαρά, τον Αθηνάκη, τον Χαριτωνίδη… Και το βράδυ στο κελί του βασανίζεται από τη σκέψη του για κείνην, καθώς δεν ξέρει ακόμα αν τον αγαπά.

Και την ίδια ώρα που βασανίζεται, σωματικά και ψυχικά, τον τρώνε οι αμφιβολίες και για τον εαυτό του και για τους άλλους. Τι θα γίνει τελικά;

Το κείμενο χωρίζεται σε δώδεκα κεφάλαια, από τα οποία το δεύτερο, με τον ενδεικτικό τίτλο «Στην κόψη ενός ονείρου – Αφημένος στην αδυσώπητη μνήμη»,

Να σημειωθεί ότι η υπόθεση αυτού του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται μέσα στον περιορισμένο χρόνου ενός διημέρου»

 

 

[Η ιστορικότητα της νουβέλας]

 

Ο μύθος καλύπτει χαρακτηριστικές περιόδους της πρόσφατης ιστορίας μας. Βέβαια άλλο ο ιστορικός και άλλο ο βιωμένος χρόνος. Αυτό που ενδιαφέρει τον Μάριο Μιχαηλίδη στο βιβλίο δεν είναι τόσο τα ιστορικά γεγονότα (αυτά άλλωστε είναι έργο του ιστορικού και όχι του λογοτέχνη και λίγο πολύ γνωστά) αλλά οι εμπειρίες του ήρωα πρωταγωνιστή.

 

Ως τέτοιες  περνούν από τις σελίδες του βιβλίου, η επταετία της χούντας, το Πολυτεχνείο, η τραγωδία της Κύπρου, η μεταπολίτευση, η τρομοκρατία, αλλά και η εκτέλεση από τη 17 Νοέμβρη του σταθμάρχη της CIA Ρίτσαρντ Γουελς, η δολοφονία του δημοσιογράφου του CBS, Τζορτζ Πολκ το 1948, η πρόκριση του παναθηναϊκού στο περίφημο τελικό…

 

Έτσι το έργο, που κινείται σε μεγάλο βαθμό σε ονειρικό επίπεδο ρεαλιστικοποιείται.

 

Αυτά τα επεξεργάζεται ο Μάριος Μιχαηλίδης με τη δεξιοτεχνία πρωτίστως ενός ώριμου λογοτέχνη αλλά και δασκάλου της ανάλυσης λογοτεχνικών κειμένων που γνωρίζει όλες τις αφηγηματικές τεχνικές.

 

[Αφηγηματικοί τρόποι και τεχνικές]

 

Μία από τις ιδιαιτερότητες της γραφής του Μάριου αποτελεί η τριτοπρόσωπη αφήγηση, με εστίαση όμως θα έλεγε κανείς εσωτερική, (ενός εσωτερικού μονολόγου) αφού ο αφηγητής παρακολουθεί και αποδίδει κυρίως σκέψεις και συναισθήματα του βασικού ήρωα και κάνει τον αναγνώστη να ταυτίζεται, να συμπάσχει με τον νέο φοιτητή.

 

Μάλιστα καθώς βασανίζεται και περι-πλανάται ο ίδιος μέσα στις φαντασιώσεις του περί ανάκρισης πλανάται και ο αναγνώστης. Η έκπληξη της ανατροπής που συντελείται στην πορεία του έργου εκπλήσσει τον ήρωα αλλά και τον αναγνώστη.

 

Ενδιαφέρον αφηγηματικό γνώρισμα ακόμη είναι η αφηγηματική οργάνωση του χρόνου που συντελείται με ανάδρομες αφηγήσεις μέσα από τις οποίες ανασύρονται μνήμες που αφορούν το βιωμένο ιστορικό πλαίσιο που αναφέρθηκε.

 

Από το παρόν της ιστορίας μεταβαίνουμε στο παρελθόν ξανά και ξανά, χωρίς να λείπουν και οι πρόδρομες αφηγήσεις.

 

Έτσι δημιουργούνται τρία βασικά χρονικά – αφηγηματικά επίπεδα που διαπλέκονται (πρώτα χρόνια μεταπολίτευσης, χούντα, και ώριμα χρόνια μεταπολίτευσης) δείχνοντας το βάθος της προσωπικότητας του ήρωα που μ αυτόν τον τρόπο γίνεται και αυθεντικός.

 

Στο έργο γύρω από το κεντρικό επεισόδιο της ανάκρισης διαδραματίζονται αρκετά μικρο-επεισόδια που θα τολμούσα να τα τιτλοφορήσω Κύπρος (σελ. 25 28, 29), πτήση με αεροπλάνο (σελ. 37), ο παιδεραστης ποιητης (σελ. 67), η Ηρώ (σελ. 69) η Μαργκώ (σελ. 71), ο  Ντάρελ (σελ. 74) και άλλα.

 

Επίσης γύρω από τα κεντρικά πρόσωπα κινούνται επαναστάτες γνήσιοι και του γλυκού νερού, ήρωες της Κύπρου, διοικητές, πτέραρχοι, ερωμένες και εραστές, χαφιέδες, υποστασιοποιώντας το ονειρικό, εφιαλτικό  μάλλον τοπίο της κύριας αφήγησης.

 

 

Η εξωτερική δράση δεν ενδιαφέρει τόσο το συγγραφέα. Αυτήν την αντικαθιστά από την εσωτερική. Σκέψεις, διλλήματα, ανασφάλειες, φόβοι  συντείνουν στην αυτοψυχογράφηση του πρωταγωνιστή.

 

 

[Ερμηνείες]

 

Όπως κάθε καλό βιβλίο το συγκεκριμένο δεν επιδέχεται μιας μόνο ανάγνωσης. Ενδεικτικά σημειώνω για το συγκεκριμένο έργο ότι κάποιος μπορεί να διαβάσει στις 1οο σελίδες του την πρόσφατη πολιτική ιστορία μας (χούντα, Κύπρος, μεταπολίτευση, τρομοκρατία). Κάποιος άλλος την αμφισβητούμενη συντροφικότητα των συντρόφων. Κάποιος μπορεί να το δει ως μια αλληγορία για την κυρίαρχη δύναμη και την αλλοτριωτική επίδραση του φόβου. Άλλος για τη δύναμη της εξουσίας που εκμηδενίζει το πρόσωπο. Την ενοχή και τη σταδιακή ταπείνωση.

 

[Ο Κάφκα]

 

Εγώ θα υποκύψω στον πειρασμό να αναφερθώ λίγο παραπάνω  στο τελευταίο. Αυτό το τελευταίο σχετίζεται με τη συγγένεια του Ανακριτή με τη Δίκη του Κάφκα. Κάτι που άκουσα να το αναφέρει προ μηνός και …, αλλά οπωσδήποτε κάτι που το ένιωσα από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Αυτό που ονομάζουμε Καφκική ατμόσφαιρα κυριαρχεί σε όλο το έργο.

Όμως ξεκινώ πιο πεζά από τον τίτλο: Ο Ανακριτής Μάριου Μιχαηλίδη – Η Δίκη Φράντς Καφκα. Το ένα προηγείται του άλλου και οπωσδήποτε υπονοούν κατήγορο, κατηγορούμενο, ενοχές, καταδίκη. Στοιχεία που αφορούν έντονα και τα δύο έργα.

 

Να θυμίσω λίγο μόνο ότι ο ήρωας της Δίκης ο τραπεζοϋπάλληλος Γιόζεφ Κ (δίχως επίθετο, όπως και ο ανώνυμος νεαρός του Μάριου Μιχαηλίδη) χωρίς να έχει κάνει τίποτε κακό συλλαμβάνεται και σχεδόν αμέσως μετά αφήνεται ελεύθερος. Του ανακοινώνουν ότι θα περάσει από δίκη αλλά κανείς δεν του λέει για ποιο αδίκημα κατηγορείται και πότε θα δικαστεί. Από εδώ και στο εξής θα αναλώσει την υπόλοιπη σύντομη ζωή του προσπαθώντας να ανακαλύψει γιατί κατηγορείται, ποιοι θα τον δικάσουν και πότε.

 

Το βασικό είναι ότι ο Κ. βυθίζεται σιγά σιγά στη σκοτεινή αλληγορία ενός υποθετικού εγκλήματος και γίνεται τρομοκράτης του εαυτού του. Η ίδια του η ύπαρξη είναι ο τρομοκράτης. Αντίστοιχα ο νέος του Ανακριτή συλλαμβάνεται και οδηγείται στα κρατητήρια της Ασφάλειας. Κατηγορείται ότι συμμετείχε στην απαγωγή ενός βιομήχανου, χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο – επιβαρυντικός ο φάκελός του, όπου καταγράφηκε ο δευτερεύων ρόλος του σε ένα επεισόδιο κατά το οποίο συνελήφθη ένας φοιτητής – επί χούντας.

 

Στον Κάφκα οι Δικαστές είναι πρόσωπα χαμένα στην απροσδιοριστία και στην αχλή. Ο Κ. δεν τους βλέπει, ακούει μόνο γι αυτούς  και ό,τι ακούει είναι πάντα τρομαχτικό. Κι στον Ανακριτή όλοι οι αντίπαλοι/ εχθροί (σε αντίθεση με τους φίλους, συντρόφους τον Αστέρη, τον Τρικαλινό, τον Λογαρά, τον Ζήση της Συντονιστικής, την Ηρώ, την Αντιόπη) είναι σκιές, φαντάσματα, ανώνυμα προσωπεία: ο επιστήμονας, ο νάνος, ο μαστιγοφόρος, και ιδίως ο ανακριτής.

 

Ενδεικτικά  ο Ανακριτής παρουσιάζεται ως εξής:

  • «Ένας άνθρωπος σκιά, μέσα στο αμυδρό φως (σελ. 10)
  • «Ο ανακριτής ή καλύτερα η σκιά του ήταν ακουμπισμένος στον τοίχο σ ένα σημείο που δεν τον άγγιζαν ούτε το ξέπνοο φως του κελιού, ούτε κι η αχτίνα του φεγγαριού.» (σελ.20)
  • «Κι εκείνος απέναντι, όμοιος και απαράλλαχτος με σκιά. Ο Ανακριτής. Αμίλητος.» (σελ. 22)
  • «Ο ανακριτής είχε μπει αθόρυβα στο κελί και στεκόταν εκεί ακουμπισμένος στον τοίχο.» (σελ.22)
  • «Το ένιωθε πως ήταν εκεί. Στο σκιόφως.» (σελ.23)
  • «Στράφηκε προς τη σκιά του Ανακριτή. Κοίταξε διεισδυτικά και ναι. εξακολουθητικά βρισκόταν εκεί. Αποτύπωμα της νύχτας πάνω σ ένα τσιμεντένιο τοίχο που χάνεται στις κατακόμβες μιας απίστευτης υγρασίας. Ο Ανακριτής. Μια σκιά μέσα σε δυσοσμία κενώσεων.» (σελ. 37)
  • «Τον Ανακριτή, δεν γίνεται, δίχως άλλο θα τον έχουν ρουφήξει η σιωπή και το σκοτάδι του κελιού. Η ανεπαίσθητη σκιά στον τοίχο τον βεβαίωνε πως οπωσδήποτε ήταν εκεί.» (σελ.38)
  • «Η εικόνα του φασματική, μια χάνεται και μια διαγράφεται έντονα το περίγραμμά της.» (σελ.46)

 

Ο ανακριτής λοιπόν ενσαρκώνεται, αποκτά υπόσταση από τους φόβους του ήρωα. Αυτοί προκαλούν την ανάκριση που με τη σειρά της κινητοποιεί, είτε ως επιθυμία ομολογίας είτε ως εξομολόγηση, τις μνήμες.  Τα καταπιεστικά βιώματα της χούντας, το ρευστό και επίφοβο πολιτικό περιβάλλον των πρώτων  χρόνων της μεταπολίτευσης, το περιβάλλον του κρατητήριου και η ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του ήρωα κινητοποιούν ομολογίες, αποκαλύψεις. Όπως ο Γιόζεφ Κ. έτσι κι ο νέος παρασύρεται από το φόβο της εξουσίας, αλλά και τους δικούς του δαίμονες, απογυμνώνεται, στερείται της διάθεσης για αντίσταση και τελικά συνθλίβεται.

 

[Η σχέση του κειμένου με το σήμερα]

 

Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να αναφερθώ στη σχέση του κειμένου με το σήμερα κλέβοντας κάποια σημεία από μια κριτική ανάλυση (της Δίκης του Κάφκα) του Στέφανου Αβακιάν, καθηγητή στον κλάδο της Οργανωσιακής Συμπεριφοράς και Διοίκησης του Ανθρώπινου Δυναμικού στο πανεπιστήμιο Brighton στην Αγγλία.

 

ΣΗΜΕΡΑ λοιπόν  ο κόσμος μας δεν απέχει και πολύ από τον κόσμο του Ανακριτή. Το καφκικό δαιδαλώδες λαβυρινθικό τοπίο μας κυκλώνει,  – έστω και με άλλη μορφή -. Επικρέμεται σαν το σπαθί του Δαμοκλή η απειλή της οικονομικής καταστροφής, που προοιωνίζεται έναν σκοτεινό κόσμο θυτών και θυμάτων, (θηρευτή και θύματος λέει ο Μάριος Μιχαηλίδης) όπου όλα είναι γύρω μας κλειστά σαν το κελί ανάκρισης του νέου.

 

ΣΗΜΕΡΑ σαν των ήρωα του βιβλίου του Μάριου Μιχαηλίδη  προσπαθούμε να κατανοήσουμε το «γιατί». Ο πρωταγωνιστής βασανίζεται, πάσχει, όχι γιατί δικάζεται για λόγους που δεν ξέρει, αλλά γιατί προσπαθεί να βρει εξηγήσεις τη στιγμή που κανένας δεν είναι διαθέσιμος να ασχοληθεί μαζί του. Ο φόβος της φυλακής και των βασανιστηρίων γίνεται το πραγματικό μεταφορικό σχήμα που αναγκάζει τον πολίτη σαν τον ήρωα του Ανακριτή να πρέπει να αποδεχτεί μια τάξη πραγμάτων επειδή καθορίζεται από μία ανώτερη αρχή. Σαν τον νέο του Ανακριτή ο καθημερινός πολίτης νιώθει ότι δικάζεται κάθε στιγμή από ένα σύστημα που τον ξεπερνά.  Τελικά ο ανακριτής, ο κατηγορούμενος, ο διοικητής είναι μορφές ή φαντάσματα του ίδιου του εαυτού μας.

 

Κι αυτό το λέει ο Μάριος Μιχαηλίδης στη σελ. 54 του βιβλίου του:  «Ο θηρευτής ενεργούσε κατόπιν σχεδίου. Το θήραμα έπρεπε να βρεθεί σε πλήρες αδιέξοδο και να χάσει κάθε ελπίδα ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να αλλάξουν. Πρώτο μέλημα, λοιπόν, ήταν να φορτωθεί με βαριές κατηγορίες, δικαιολογημένες ή όχι καθόλου δεν ενδιαφέρει. Δεύτερον να πεισθεί ότι η μόνη ελπίδα να βγει ακέραιος (από το κρατητήριο) συνδέεται με την απόλυτη υποταγή του στις απαιτήσεις της ανώτατης αρχής. Και αυτό πολύ απλά σημαίνει παραδοχή της ενοχής και αποκάλυψης συνενόχων»

 

[Τα δίδακτρα του Μάριου Μιχαηλίδη]

 

Μέσα σ’ όλ’ αυτά ο Μάριος Μιχαηλίδης δεν ξεχνά, κλείνοντας το μάτι στο υποψιασμένο αναγνώστη, και δηλώνοντάς το ευθέως στο τέλος του βιβλίου στον ανυποψίαστο, να πληρώσει τα δίδακτρα της τέχνης του στους δασκάλους του. στον Τάκη Σινόπουλο, στο Γιώργο Σεφέρη, στον νεώτερο του και συμπατριώτη μου Δραμινό Αθηνάκη, φυσικά στον Κωνσταντίνο Καβάφη, στον Γιάννη Ρίτσο, αλλά και στον Στρατή Δούκα 32, στον Όμηρο.

 

[Ποιητικά σπαράγματα[

 

Και βέβαια, παρόλο που το μυθιστόρημα είναι σαφώς ρεαλιστικής τεχνοτροπίας διολισθαίνουν από τις σελίδες του προσωπικά σπαράγματα ποιητικά. Ενδεικτικά καταγράφω:

Εκείνος είχε ερωτευθεί την Eπανάστασιν κι εκείνη, στερημένη, ομιλεί μόνον περί σώματος.

Δεν αργεί να γεμίσει με τρέλα το κεφάλι

Ίσως να ήταν μια κάποια λύσις…

Ποτέ από το χρέος μη κινούντες

Κι εκείνοι πέθαιναν από τη δίψα και πλήρωναν για να τους αφήσουν οι Τούρκοι να πιουν από τον οχετό.

Πού να ξέρουν οι αρχές για τις μάταιες απόπειρες να ναρκωθεί το άλγος εν φαντασία και λόγω;

Γιατί τα πράγματα με την επίβουλη ρευστότητά τους θα ήταν δυνατόν να αποδειχτούν πολύ επικίνδυνα…

Δεν μπορεί, θα ’ρχόταν μια μέρα η στιγμή να ανοίξουν τον κουμπαρά  … μονέδα, που έμεινε για χρόνια/ στην κάσα ενός φιλάργυρου και τέλος/ ήρθε η στιγμή της πληρωμής…

Τον είχε κυριεύσει εκείνη η ηδονική περιδίνηση, μόλις μια ανάσα πριν το αχανές. Παρά Δήμον ονείρων…

Αμετανόητος πάντα τον μαγνήτιζαν τα λαμπερά βουνά και κάθε που τον λιάνιζαν στο ξύλο, έμοιαζε ν’ ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά,

Οι μόνες μας περγαμηνές / τρεις λέξεις / Μακρόνησος, Γυάρος και Λέρος.

 

Κυρίες και κύριοι αρμόδιοι για να κρίνουν είναι βέβαια κριτικοί και κυρίως εμείς, εσείς το κοινό. Πιστεύω, πάντως ότι είναι ένα πολύ καλό βιβλίο.

Σας το συστήνω. Διαβάστε το, δωρίστε το.

 

Γιάννης Νταουλτζής, Πολιτικός Επιστήμονας, Φιλόλογος στα Εκπαιδευτήρια Δούκα