Θεσσαλονίκη

Γράφει  ο  Γιάννης  Δελόγλου

Μέσα από την πλούσια ύλη των Θρακικών περιοδικών και του Αρχείου του λαογραφικού και ιστορικού θησαυρού της Θράκης έκανε το ξεκίνημα της έρευνάς της  σχετικά με τον πρώτο διωγμό των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης (1913-1918) η φιλόλογος-συγγραφέας κ. Βασιλική Τσακόγλου.

Μια έρευνα που αποτελεί πλέον πηγή για τους ιστορικούς του μέλλοντος διότι το πόνημά της φέρνει στην  επιφάνεια  νέα στοιχεία .Αυτός είναι και ο τίτλος του βιβλίου της κ. Τσακόγλου που συντάχθηκε επίμονα για να μας δώσει στοιχεία και εφόδια για νέες αναζητήσεις .

Η συγγραφέας που κατάγεται από ξεριζωμένους Έλληνες της Ανατολικής Θράκης γεννήθηκε στο Άδενδρο Θεσσαλονίκης και υπηρέτησε στην Μέση Εκπαίδευση ,σε σχολεία της Ελλάδος αλλά και στην Γερμανία (Βόννη –Κολωνία).

Την παρουσίαση του βιβλίου «Ο ΠΡΩΤΟΣ ΔΙΩΓΜΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ (1913-1918)» έκανε ο καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας κ. Στάθης Πελαγίδης στο Βαφοπούλειο ίδρυμα της Θεσσαλονίκης .

Ο κ. καθηγητής στην παρουσίαση τόνισε :

«Ένα νέο βιβλίο έρχεται να προστεθεί στην ερευνητική βιβλιογραφία για τους διωγμούς του ελληνισμού της Αν. Θράκης, από το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων μέχρι το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1913-1918).

Πρόκειται για το έργο με τον παραπάνω τίτλο, της εκλεκτής Φιλολόγου ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΤΣΑΚΟΓΛΟΥ. Και δεν είναι μόνον πρώτος αυτός ο διωγμός, από τους διωγμούς όλου του Ελληνισμού της Ανατολής, αλλά είναι και κλιμακωμένος σε δύο συνεχόμενες φάσεις, κατά την έρευνα της συγγραφέως.

Φάση πρώτη: Βάναυση και σκληρή ανθελληνική συμπεριφορά, εκ μέρους των Βουλγάρων κατακτητών, οι οποίοι κατέλαβαν την περιοχή, στα πλαίσια των Βαλκανικών Πολέμων (1912-13), αλλά υποχρεώθηκαν, βάσει της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (Αυγ. 1913), να την εγκαταλείψουν.

Φάση δεύτερη: Διωγμός εξοντωτικότατος, εκ μέρους των Οθωμανών Τούρκων, και μάλιστα των Νεότουρκων, οι οποίοι ανακατέλαβαν την περιοχή και πέρα από τα ειδεχθή και στυγερά αντίποινα κατά των Ελλήνων, οργάνωσαν και το όργιο των συνεχών συστηματικών, εξολοθρευτικών  διωγμών, σύμφωνα με το νεοτουρκικό δόγμα «Η Τουρκία για τους Τούρκους». Αυτό κράτησε μέχρι και το 1918, για να συνεχιστεί στην επόμενη φάση, της κεμαλικής περιόδου, στην περιοχή, κυρίως, του Πόντου (1919-1922).

Πάνω σ’ αυτή τη διπλή γραμμή, της εγκληματικής συμπεριφοράς των Βουλγάρων (1912-1913), από τη μια, και των εξοντωτικών διωγμών των Νεοτούρκων, από την άλλη (1913-1918), κινείται η ερευνητική στόχευση αυτού του βιβλίου.

Πολύ σωστά η συγγραφέας Βάσω Τσακόγλου παραθέτει, σε ξεχωριστό κεφάλαιο, την εθνολογική ανάλυση των πληθυσμών του βιλαετίου Αδριανούπολης και καταδεικνύει, μέσω των οθωμανικών στατιστικών του 1889 και 1894, τη συντριπτική αριθμητική υπεροχή του ελληνικού στοιχείου, έναντι του βουλγαρικού:

α) Απογραφή 1889: Σύνολο πληθυσμού: 826.044

Έλληνες: 268.071 (32,50%)

Βούλγαροι: 101.842 (12,30%)

β) Απογραφή 1894: Σύνολο πληθυσμού: 952.248

Έλληνες: 283.170 (29,75%)

Βούλγαροι: 116.539 (12,20%)

Εξάλλου, σύμφωνα με οθωμανική, πάλι, καταγραφή του 1908, στα τέσσαρα σαντζάκια της Αν. Θράκης (Αδριανούπολης, Σαράντα Εκκλησιών, Ραιδεστού, Καλλίπολης), και στα δύο της Δυτικής (Κομοτηνής, Αλεξανδρούπολης), οι Έλληνες ανεβαίνουν στο 35%, ενώ οι Βούλγαροι κυμαίνονται γύρω στο 10%. Για λόγους ευνόητους, δεν προχωρώ στις ελληνικές στατιστικές που παρατίθενται στο βιβλίο.

 

ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ (φάση πρώτη)

 

Η παράθεση των πληθυσμιακών στοιχείων Ελλήνων και Βουλγάρων φωτίζει πολύ καλά τα ύπουλα σχέδια των Βουλγάρων κατακτητών, οι οποίοι συνεχίζουν, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, τις τρομοκρατικές ενέργειες του λήξαντος Μακεδονικού Αγώνα, προκειμένου να εκβουλγαρίσουν τον ελληνισμό, κυρίως, τον σλαβόφωνο, της Αν. Θράκης, αλλά και να τρομοκρατήσουν τους υπόλοιπους Έλληνες, προκειμένου να ανατρέψουν το εθνολογικό status της περιοχής.

Έτσι, παρά τη σθεναρή αντίδραση του Οικουμ. Πατριαρχείου και της ελληνικής Πολιτείας , «Οι Βούλγαροι, μέχρι τελευταίας στιγμής προέβαιναν σε κατασχέσεις περιουσιών, ενώ οι επισιτιστικές τους ανάγκες τους προσανατόλιζαν σε λεηλασίες παντοπωλείων, κτημάτων και αρπαγές ζώων», σημειώνει η συγγραφέας (σελ. 42).

Θα λέγαμε, συμπυκνωμένα, ότι στις καταστροφές, στις λεηλασίες, στους βιασμούς, στις κακοποιήσεις, στις δημεύσεις, στις καταλήψεις σχολείων και εκκλησιών, στις διαρπαγές και σε κάθε είδους ανθελληνική ενέργεια, μέχρι και στους αναγκαστικούς εκπατρισμούς, δεν διέφεραν καθόλου από τους Νεότουρκους, οι οποίοι συνέχισαν το έργο τους, ολοκληρώνοντας το με τους εξοντωτικούς εκτοπισμούς (μετά τον Αυγ. του 1913).

Ο αναγνώστης θα φρίξει από την αναλυτική πειστική και τεκμηριωμένη καταγραφή των βουλγαρικών εγκλημάτων εις βάρος των Ελλήνων, στο διάστημα, από την έναρξη των Βαλκαν. Πολέμων, μέχρι τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (Οκτ. 1912-Αυγ. 1913).

Θεωρώ πολύ σημαντική τη συμβολή της συγγραφέως στην έρευνα και καταγραφή των βουλγαρικών εγκλημάτων, ουσιαστικά εγκλημάτων γενοκτονίας, τα οποία, συνήθως, αγνοούνται ή υποβαθμίζονται, έναντι των εγκλημάτων που ακολούθησαν από τους Νεότουρκους.

Κι όμως, αυτά τα εγκλήματα άνοιξαν το δρόμο στην επόμενη φάση, μετά την ανακατάληψη της περιοχής από τους Νεότουρκους.

 

 

 

ΝΕΟΤΟΥΡΚΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ (φάση δεύτερη)

Με την παρατήρηση ότι η δεύτερη φάση έπρεπε να στεγαστεί σε ξεχωριστό κεφάλαιο, οφείλουμε να συμφωνήσουμε με την συγγραφέα ότι τα νεοτουρκικά εγκλήματα κατά του ελληνισμού της Αν. Θράκης όχι μόνο συνεχίζουν τα βουλγαρικά, με την πρόφαση ότι οι Έλληνες συνεργάστηκαν με τους Βούλγαρους, αλλά και κλιμακώθηκαν κατά τρόπο που να οδηγούν στην πλήρη εξόντωση του ελληνικού στοιχείου, χωρίς να προκαλούν αντιδράσεις από τις Μ. Δυνάμεις και τη διεθνή γνώμη, υπό διάφορα προσχήματα.

Σύμφωνα πάντα με το βιβλίο, η εν λόγω κλιμάκωση αρχίζει με τον εμπορικό / οικονομικό αποκλεισμό των Ελλήνων, στην περίοδο 1913-1914, με το πρόσχημα του προηγηθέντος Βαλκανικού Πολέμου και της βουλγαρικής κατοχής της Αν. Θράκης, γεγονότα που οδήγησαν στην οικονομική εξάντληση του τουρκικού λαού. Στόχος αυτού του αποκλεισμού ήταν, όχι μόνο να χτυπηθεί το ελληνικό εμπόριο στα μεγάλα αστικά κέντρα, ακόμη και στην απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη, αλλά να ερημώσει και η ελληνική ύπαιθρος της περιοχής: «Τα χωριά …, Πλαγιάρι, Περγάζι, Αγγελοχώρι, Νεοχώρι, έμοιαζαν με κόλαση. Άνθρωποι και ζώα πεινούσαν» (σελ. 88).

Όμως, η κλιμάκωση, παράλληλα με τον οικονομικό αποκλεισμό, ο οποίος δεν απέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, στο βαθμό που περίμεναν οι αρχές, ανεβαίνει σε ένα ανώτερο βαθμό πίεσης.

Πρόκειται για τη μεθοδευμένη εγκατάσταση μουσουλμάνων προσφύγων, από τη Μακεδονία, σε ελληνικές οικίες και περιουσίες της Αν. Θράκης. Με το πρόσχημα, ότι οι εν λόγω προσφυγικοί πληθυσμοί τελούσαν υπό διωγμό στην Ελλάδα, αλλά και με αφορμή την παραχώρηση των νησιών του Αν. Αιγαίου (Χίος, Λέσβος) στη χώρα μας (Συνθήκη Βουκουρεστίου, 1913), οι τουρκικές αρχές οδήγησαν σε αναγκαστικό εκπατρισμό προς τη Μακεδονία ένα μέγεθος άνω των 100.000 ατόμων (122.432, κατά τη συγγραφέα), από 138 οικισμούς (βλ. πίνακα σελ. 147-149).

Και δεν σταματά εδώ αυτή η κλιμάκωση:

Η συγγραφέας, ανατρέποντας τη γενικά παραδεκτή άποψη, ότι η βιολογική γενοκτονία του ελληνισμού της Ανατολής αρχίζει, κυρίως, μετά το 1915, με την είσοδο της Τουρκίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, παραθέτει συντριπτικά στοιχεία για περιστατικά και καταστάσεις που αποδεικνύουν, κατά πολύ, προγενέστερη αυτή τη γενοκτονία στην Αν. Θράκη:

Από το 1913, μόλις ανακαταλήφθηκε η περιοχή από τους  Τούρκους, και σ’ όλο το διάστημα του 1914. Όχι, βέβαια, στη γενικευμένη μορφή της περιόδου 1915-1918.

Ωστόσο, όλες οι καταστροφές που προκάλεσαν οι Νεότουρκοι σε ελληνικούς οικισμούς (υλικές, οικονομικές, πυρπολήσεις ολόκληρων οικισμών), δεν είναι άμοιρες πληθώρας εγκλημάτων ανθρωποκτονιών: Στα Μάλγαρα, στη Χαριούπολη, στη Νίκη, Μακρά Γέφυρα, Αδριανούπολη, υποδιοίκηση Γάνου  και Χώρας κ.π.ά.

Καταπλήσσει η λεπτομερειακή καταγραφή αυτής της έρευνας για εγκληματικά και γενοκτονικά περιστατικά, ακόμη και σε μικρούς οικισμούς εις βάρος απλών ανθρώπων, όχι μόνο προκρίτων. Η συγγραφέας πέρα από τα ευρύτερα περιστατικά και γεγονότα της Αν. Θράκης, ασχολείται και για μικρές κοινωνίες, που συνήθως δεν μπαίνουν στο φακό της ιστορικής έρευνας.

Και όλα αυτά, κατά τρόπο σαφή, εύληπτο και συστηματικό.

Τέλος η κλιμάκωση των νεοτουρκικών εγκλημάτων κορυφώνεται στην τριετία 1915-1918, στην περίοδο δηλ. των γενικευμένων και υποχρεωτικών εκτοπισμών. Πρόκειται για πορείες, όχι πια προς την Ελλάδα, αλλά στα ενδότερα της Ανατολής, πορείες «προς θάνατον».

Πολύ κατατοπιστικός είναι ο πίνακας εκτοπισθέντων, κατά επαρχίες (σελ. 186-187), (στοιχεία του Οικουμεν. Πατριαρχείου).

Σύμφωνα με το βιβλίο, από τις 284.000 Έλληνες του 1912, απέμειναν, το 1918, μόνο γύρω στις 60.000-70.000 ψυχές (-75,35%), (σελ. 187). Αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος της συμφοράς που έπληξε τον ελληνισμό της Αν. Θράκης, μέσα σε πέντε (5) χρόνια (1913-1918)κλιμακωμένων γενοκτονικών ενεργειών.

Βέβαια, μετά το 1918 και την ταπεινωτική ήττα της Τουρκίας και των κεντρικών Δυνάμεων, επέστρεψαν στις εστίες τους οι ελάχιστοι διασωθέντες από τους εκτοπισμένους στην Ανατολή και κάπου 83.000 από τους εγκατασταθέντες στη Μακεδονία (1913-14).

Δυστυχώς, με τη Μικρασιατική Καταστροφή και την Ανταλλαγή των πληθυσμών, έσβησαν όλες οι λεπίδες και όλα τα οράματα, για τον ιστορικό Ελληνισμό της Ανατολής.

 

ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΚΩΝ/ΠΟΛΕΩΣ.

Η στάση των Δυνάμεων.

 

Η συγγραφέας ερευνά, επίσης, και αυτό το ζήτημα, μάλιστα, με συστηματικό και πειστικό τρόπο.

Και, πρώτα – πρώτα, η ελλαδική πλευρά, μέσω των προξένων της Αν. Θράκης (Αδριανούπολης, Σαράντα Εκκλησιών κ.α.), μεριμνούσε για την ίδρυση σχολείων και εκκλησιών σε ελληνικούς οικισμούς, όπως και στη Μακεδονία, ήδη από το β΄μισό του 19ου αιώνα, οπότε αρχίζει η εκβουλγαριστική δράση της βουλγαρικής εξαρχίας.

Βέβαια η μέριμνα αυτή συνεχίζεται και στην περίοδο της βουλγαροκρατίας (1912-1913), αλλά με ημίμετρα και με πολλά προβλήματα στα σχολεία, όχι μόνο λόγω βουλγαρικών επεμβάσεων, αλλά και λόγω ενδογενών προβλημάτων: δάσκαλοι ακατάρτιστοι και κονδύλια περιορισμένα, που οδήγησαν στη συρρίκνωση των σχολείων (κατά 62%, το 1898, σε 15%, το 1900), ή στην πλήρη διακοπή ορισμένων (περιοχή Χαριούπολη, το 1912). Το μεγαλύτερο, όμως, πρόβλημα ήταν η έλλειψη ενιαίου εκπαιδευτικού συστήματος και αναλυτικού προγράμματος μαθημάτων: Άλλα μαθήματα πρότεινε η ελλαδική πλευρά, στα πλαίσια της αλυτρωτικής φυλετικής της πολιτικής, άλλα δίδασκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο υλοποιούσε, ως αρμόδιος φορέας, την οικουμενική εκπαιδευτική πολιτική σε ελληνόφωνους και σλαβόφωνους Χριστιανούς.

Αλλά και στο διπλωματικό πεδίο οι ενέργειες της ελληνικής πολιτείας απέβησαν άκαρπες:

Ούτε οι διαπραγματεύσεις για ελληνοτουρκική συμμαχία (Ιουν. 1913), ή για ανταλλαγή των ελληνοτουρκικών πληθυσμών ( Δεκέμ. 1914), ούτε και η Συνθήκη των Αθηνών (Νοεμ. 1913) έπαιξαν κάποιο ανασχετικό ρόλο στα εγκλήματα, στους διωγμούς και στις οργανωμένες απελάσεις αυτού του Ελληνισμού.

Πολύ παραστατικά δίνεται στο βιβλίο η εικόνα των εύκολων υποσχέσεων, εκ μέρους του Ταλαάτ, αλλά και των παράλληλων εγκληματικών ανατροπών.

Ο Σμύρνης Χρυσόστομος σημειώνει:

«Από της εξόδου των Δαρδανελίων μέχρι της απέναντι της Σάμου ακτής, ουδέ είς Χριστιανός οικεί πλέον τα παράλια και μόνην εξαίρεσιν αποτελούσιν η Σμύρνη και αι Κυδωνίαι και έν τινι μέτρω τα Βρύουλλα». (σελ. 125 του βιβλίου).

Αλλά και οι διπλωματικές ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης στις Μ. Δυνάμεις (ιδιαίτερο κεφάλαιο του βιβλίου) δε συγκίνησαν κανένα. Ασφαλώς, δεν περίμεναν οι Έλληνες της Θράκης να τους συμπαρασταθούν οι Γερμανοί, οι οργανωτές των διωγμών. Περίμεναν, όμως, από τους Άγγλους, τους Ρώσους, τους Γάλλους, τους Σέρβους. Για όλους αυτούς, η συγγραφέας καταλήγει στην πικρή διαπίστωση:

«Όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις βεβαίωναν ότι επίσημα οι προθέσεις της Τουρκίας ήταν ειλικρινείς» (σελ. 125).

Όσο για το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κων/πόλεως, τη Μητέρα Εκκλησία, που είχε λειτουργικό ρόλο και άμεση οργανική – πνευματική σχέση μ’ αυτό τον Ελληνισμό, θα λέγαμε ότι η συγγραφέας είναι αναλυτικότατη και λεπτομερειακή, για τη δραστηριότητα που ανέπτυξε, και μάλιστα σε δύο ξεχωριστά κεφάλαια:

α) Ενέργειες του Πατριαρχείου. Μεικτή Εξεταστική Επιτροπή στον τόπο της καταστροφής (σελ. 48-55).

β) Ενέργειες του Πατριαρχείου (σελ. 101-123):

– Πατριαρχική Επιτροπή στα χωριά που απειλούνταν (101-114)

– Το Πατριαρχείο διαμαρτύρεται στην Υ. Πύλη και απειλεί με προσφυγή στις Μ. Δυνάμεις (114-119).

– Το Πατριαρχείο αποφασίζει κλείσιμο των εκκλησιών και των σχολείων (119-123).

Ο αναγνώστης θα συγκινηθεί, πραγματικά, από τις ενέργειες της Μητέρας Εκκλησίας, οι οποίες εξακτινώνονται προς πάσα κατεύθυνση, με στόχο τη σωτηρία του Ποιμνίου της.

Και, όμως, και σ’ αυτή την περίπτωση, ούτε οι Επιτροπές του Πατριαρχείου, ούτε οι επιτόπιες επισκέψεις, ούτε οι μικτές Επιτροπές αξιωματούχων (από πλευράς Πατριαρχείου και τουρκικών αρχών), ούτε το κλείσιμο των σχολείων και των εκκλησιών, ούτε οι Μ. Δυνάμεις, με το χλιαρό τους ενδιαφέρον, ιδιαίτερα οι Ρώσοι, έβαλαν κάποιο φρένο στον κατήφορο της εξόντωσης και του εκτοπισμού του Γένους από τις πατρογονικές του εστίες. Υποσχέσεις πολλές, ενέργεια καμία. Και από κανένα.

 

ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ

Πρόκειται, πραγματικά, για αξιόλογη καταγραφή και έρευνα. Κύρια περγαμηνή της, η πρωτοτυπία προς δύο ερευνητικές κατευθύνσεις:

α) Για τα στυγερά βουλγαρικά εγκλήματα κατά του Ελληνισμού της Αν. Θράκης (1912-1913).

β) Για τα νεοτουρκικά εγκλήματα βιολογικής γενοκτονίας, τα οποία ο θρακικός ελληνισμός τα εισέπραξε πού νωρίτερα, απ’ ό,τι ο υπόλοιπος Ελληνισμός της Ανατολής (από το 1913).

Στα παραπάνω αξίζει να προσθέσουμε τις αυθεντικές πηγές (αρχεία, βιβλιογραφία, εικονογράφηση, χαρτογράφηση), αλλά και το γλαφυρό λόγο της συγγραφέως. Παρόλο που σου σφίγγει την καρδιά, το βιβλίο διαβάζεται άνετα, καθώς μετακενώνει στον αναγνώστη τη βαθειά συγκίνηση της εκλεκτής Θρακιώτισας Φιλολόγου.