Τελευταία έχει κυκλοφορήσει ένα βιβλίο, το οποίο έχει αποσπάσει πολύ θετικές κριτικές. Πρόκειται για ένα αφήγημα του ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ . Αριστοτέλη Ράπτη – γέννημα-θρέμμα της περιοχής Τρικάλων – με τίτλο «Στην κόψη του σπαθιού και του στοχασμού». Λαμβάνοντας υπόψη τις κριτικές αυτές, πήραμε συνέντευξη από τον κ. καθηγητή για ενημέρωση των αναγνωστών της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ σχετικά με το περιεχόμενό του και το «δείγμα γραφής του.

Η συνέντευξη

Είσαστε ένας επιστήμονας που προέρχεται από την περιοχή μας και τιμά τον τόπο με το επιστημονικό έργο και την εκπαιδευτική σας δράση. Θα έλεγα,  μάλιστα, και ιδιαίτερα αγαπητός στον εκπαιδευτικό μας κόσμο, με τον οποίο ως πανεπιστημιακός δάσκαλος διατηρούσατε πάντοτε στενή και δημιουργική σχέση. Τελευταία έχετε εκδόσει ένα βιβλίο, με τίτλο «Στην κόψη του σπαθιού και του στοχασμού», που το έχει υποδεχθεί το αναγνωστικό κοινό με συγκινητικά σχόλια. Θα θέλαμε να μας μιλήσετε λίγο γι’ αυτό και ας αρχίσουμε από τον τίτλο του. Πέστε μας δυο λόγια για το συμβολισμό που εκφράζουν οι λέξεις  αυτές.

«Ο τίτλος είναι ενδεικτικός μίας κριτικής ματιάς απέναντι στα πράγματα, τόσο της εποχής του εμφυλίου και της φτώχειας που γνώρισε η γενιά των αυτοδημιούργητων επιστημόνων της εποχής μου, όσο και της σημερινής κατάστασης στη χώρα μας. Μιας ματιάς, που αγωνίζεται να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στη στάση της βίαιης σύγκρουσης ως εναλλακτικής αντιμετώπισης των προβλημάτων μας και στη στάση που βασίζεται στον κριτικό λογισμό. Στο στοχασμό εκείνο, που συνεχώς εξελίσσεται και είναι προϊόν διαλεκτικής σκέψης, αλλά και δημοκρατικής διαπραγμάτευσης με το λόγο των άλλων, το γραπτό και τον προφορικό. Έχοντας υιοθετήσει κάποιες αρχές της φιλοσοφίας του Ηράκλειτου, ο τίτλος αυτός παραπέμπει και στην ιδέα της αναζήτησης μίας δυναμικής αρμονίας ανάμεσα στις αντιθέσεις της εκάστοτε «πραγματικότητας». Με την  αρμονία αυτή, οι ακραίες συγκρουσιακές επιλογές για την αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων και των διαφορών (που συμβολίζονται με το σπαθί) και ο στοχασμός, που εκφράζει την κριτική σκέψη και την έξυπνη διαπραγμάτευση, εναρμονίζονται κριτικά και όχι μηχανικά ή παρορμητικά. Χωρίς να κυριαρχεί το ένα πάνω στο άλλο. Και τα δυο έχουν τη θέση τους, η χρυσή τομή όμως ανάμεσά τους είναι κάθε φορά το ζητούμενο, ανάλογα με την περίσταση. Πρόκειται για ένα πρόβλημα, που χρειάζεται περισσότερο δημιουργικές και σύνθετες λύσεις από ό,τι στο παρελθόν».

Ένα από τα βασικά θέματα του βιβλίου σας, που έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον των αναγνωστών, αναφέρεται και στα βιώματά σας από την περίοδο του εμφυλίου πολέμου στην περιοχή μας, με τα οποία φωτίζετε κυρίαρχα ζητήματα της εποχής με ένα τρόπο ιδιαίτερο και αυθεντικό. Θα μπορούσε λοιπόν να πούμε πως το βιβλίο έχει και αυτοβιογραφικά χαρακτηριστικά;  

«Ναι. Στην αρχή ο λόγος είναι μυθιστορηματικός, με τη μορφή μικρών ιστοριών, ενώ στη συνέχεια, παράλληλα με την ενηλικίωση και την καριέρα μου στο Πανεπιστήμιο, προσλαμβάνει και προεκτάσεις δοκιμίου με σκέψεις πάνω στην εκπαίδευση, στην πολιτική κατάσταση, στο ζήτημα της ενδυνάμωσης των αξιών της δημοκρατίας και του ανθρωπισμού, αλλά και σε γενικότερες αναζητήσεις υπαρξιακής φύσεως».

Πιο συγκεκριμένα;

«Πιο συγκεκριμένα… Διαβάζοντας κανείς αυτό το αυτοβιογραφικό αφήγημα θα δει πώς ένα παιδί, που γεννήθηκε στην περίοδο της γερμανικής κατοχής, που έζησε τον εφιάλτη του εμφυλίου στα πρώτα χρόνια της ζωής του και κατόπιν τις συνέπειες της περιθωριοποίησής του ως «κομμουνιστικού μιάσματος», χωρίς τα στοιχειώδη δικαιώματα που έχει κάθε παιδί στην κοινωνία, χωρίς κανένα οικονομικό στήριγμα, με έναν πατέρα σχεδόν ανύπαρκτο, μπόρεσε και απόδρασε από την πορεία μιας ήδη προδιαγεγραμμένης μοίρας, νικώντας τα αρνητικά συναισθήματα που δημιουργεί η στέρηση, η ανέχεια και ο αποκλεισμός. Και όλα αυτά, χωρίς να ανταλλάξει την ελευθερία του με καμιά ανόσια δέσμευση και βεβαιότητα, χωρίς μασκαράτες και υποκρισίες, χωρίς ποτέ να αρνηθεί τη ζωή και να παραιτηθεί από το δικαίωμά του να δημιουργεί. Έχοντας ως μόνο όπλο τις αξίες της πολιτιστικής του κληρονομιάς και τις προσδοκίες της μάνας του, έδειξε ότι το πεπρωμένο του ανθρώπου είναι ο καθρέφτης του εσωτερικού του κόσμου, κάτι που ο σκοτεινός φιλόσοφος Ηράκλειτος το είπε με τρεις μόνο λέξεις: «Ήθος ανθρώπω δαίμων», δηλαδή το ήθος σου (ο χαρακτήρας σου) είναι ο προσωπικός σου Θεός. Αυτό δηλαδή, που ο κόσμος λέει: ο «Άγιός» σου, η μοίρα σου».

Πολύ ενδιαφέρον. Με άλλα λόγια, δηλαδή, θεωρείτε πως το πεπρωμένο στη ζωή του το δημιουργεί το ίδιο το άτομο;

«Οπωσδήποτε, καθοριστικό ρόλο παίζουν οι συνθήκες μέσα στις οποίες βρίσκεται το άτομο από τη γέννηση μέχρι το τέλος της ζωής του, τις οποίες τις περισσότερες φορές το ίδιο δεν τις έχει επιλέξει. Αυτές διαμορφώνουν ασυνείδητα την προσωπικότητά του. Όμως και το άτομο δεν μένει παθητικό και αμέτοχο σε αυτή τη διαδικασία. Θεωρώ πως οι τρόποι με τους οποίους οι συνθήκες αυτές αλληλεπιδρούν, τόσο μεταξύ τους όσο και με την ίδια τη συμπεριφορά του ατόμου, καθώς και με τις τυχαίες περιστάσεις και συγκυρίες, είναι μοναδικός. Και το αποτέλεσμα αυτής της αλληλεπίδρασης είναι αυτό που είμαστε ο καθένας από εμάς: μία ξεχωριστή και μοναδική προσωπικότητα, με τη δική της ιστορία. Όση και αν είναι η επίδραση των διαμορφωτικών αυτών παραγόντων για να γίνουμε αυτό που είμαστε, για τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα, που επιλέγουμε, που αποφασίζουμε και που διαχειριζόμαστε τα προβλήματά μας, πάντα υπάρχουν περιθώρια και εμείς οι ίδιοι να έχουμε ένα μερίδιο ευθύνης για την εξέλιξη και την αυτο-διαμόρφωση των όρων της προσωπικής μας ζωής, ακόμη και του μέλλοντός μας. Επειδή όμως όλες αυτές οι «ζυμώσεις» και οι αλληλεπιδράσεις  στη ζωή μας μάς είναι άγνωστες και επειδή οι άνθρωποι ανέκαθεν είχαμε την ανάγκη να προβλέπουμε το τι θα μας συμβεί ωθούμενοι από το ένστικτο της επιβίωσης, φθάνουμε στο σημείο να γινόμαστε προληπτικοί. Τείνουμε να προσωποποιούμε τη «μοίρα» μας, να τής αποδίδουμε μορφή και βούληση (π.χ, τα μάγια των εχθρών, η τύχη, τα άστρα, οι θεοί κτλ, που μας παρακολουθούν, στοχεύουν σε εμάς κάθε στιγμή, έχουν τα δικά τους σχέδια και δημιουργούν το «πεπρωμένο» μας). Έτσι καθησυχάζουμε τους φόβους μας, γιατί με τους διαφόρους μύθους που επινοούμε αισθανόμαστε ότι μπορούμε να γνωρίσουμε ή να προλάβουμε αυτό που θα μας συμβεί. Συγχρόνως, αμβλύνουμε τις ενοχές μας για τις τυχόν ευθύνες των δικών μας πράξεων και ιδεών, που και αυτές είναι δύσκολο να τις αντιληφθούμε με ακρίβεια. Προσωπικά, έχοντας απορρίψει μια τέτοια ερμηνεία της προσωπικής μας τύχης και ιστορίας, βλέπω χωρίς προλήψεις και υπεραπλουστεύσεις την προσωπική μου ιστορία, όπως και κάθε ανθρώπου».

Η άποψη αυτή φαίνεται και στο βιβλίο σας. Την επεκτείνετε μάλιστα και στο επίπεδο της εθνικής ιστορίας. Κάπως έτσι βλέπετε και όσα συμβαίνουν σήμερα στη χώρα μας; Πάντα σε σχέση με το παρελθόν της, δηλαδή σε σχέση με τις εμπειρίες και τις αντιλήψεις του λαού μας και σε σχέση με τις ευκαιρίες, τις συγκυρίες και τις δυναμικές που αναπτύσσονται διαχρονικά στο διεθνές στερέωμα; 

«Πολύ σωστά το θέσατε. Το παρελθόν μας καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το παρόν και το μέλλον μας. Συμβάλλει στη διαμόρφωση του συγκεκριμένου «χαρακτήρα» μας, ο οποίος με τη σειρά του, επηρεάζει τόσο τις ιδιαίτερες ιστορικές νομοτέλειες της συλλογικής συμπεριφοράς μας, όσο και τις υπερβάσεις αυτών των νομοτελειών. Αυτό ισχύει για τα άτομα, αλλά και για τα έθνη ολόκληρα. Πάρτε ως παράδειγμα τη σημερινή κατάσταση που βρισκόμαστε στη χώρα μας. Αυτή δεν είναι άσχετη με τη μέχρι τώρα πορεία και τη «φυσιογνωμία» της, με τις συγκεκριμένες δυναμικές και αδυναμίες της, τις σχέσεις και τις εξαρτήσεις της με τις εξωτερικές και τις εσωτερικές της δυνάμεις. Πολλά ακραία φαινόμενα της διχαστικής, μικροπολιτικής συμπεριφοράς, του λαϊκισμού και της ασυνεννοησίας των πολιτικών ηγετών μας, αλλά και των παλινδρομήσεων του λαού μας, θεωρώ πως συνδέονται με την μικρής διάρκειας ιστορία μας όσον αφορά τη συγκρότηση των δομών της οικονομίας και τη δημοκρατική και ανεξάρτητη πολιτική διακυβέρνηση της χώρας μας, από συστάσεως του νεο-ελληνικού Κράτους. Στο βιβλίο περιγράφω πώς οι τελευταίες πολιτικές εξελίξεις φέρουν τη μετεμφυλιακή και μεταχουντική σφραγίδα, η οποία με τη σειρά της, δεν είναι άσχετη με την προηγούμενη οικονομική, πολιτιστική και εθνική μας ιστορία και τα ιδεολογικά σενάρια του παρελθόντος μας. Δεν είμαστε ως λαός ούτε κακός ή καλός, μισητός ή αγαπητός, φταίχτης ή αδικημένος. Είμαστε η εμπειρία μας, το προϊόν της ιστορικής μας ωριμότητας ή ανωριμότητας. Και, όπως συμβαίνει και με τα άτομα, είμαστε και υπεύθυνοι, αλλά και αθώοι απέναντι στη «μοίρα μας», αφού κριτήριο της ευθύνης μας είναι πάντα:

•     η επικαιροποιημένη και αναθεωρημένη επίγνωση της ιστορικής μας εξέλιξης, αλλά και των παραγόντων που έχουν συμβάλει στη διαμόρφωσή της

•     Η ωριμότητα της αυτογνωσίας μας και της κριτικής ανάγνωσης της σύγχρονης πραγματικότητας.

•     Η ικανότητά μας για διαπραγμάτευση των διαφορετικών οπτικών, των συμφερόντων και της δυναμικής που αναπτύσσεται στους αστερισμούς των χωρών, απαλλαγμένης από απλοϊκούς συναισθηματισμούς και επιλογές αυτο-θυματοποίησης, αυτο-λύπησης και μετάθεσης ευθυνών, που μας αναλογούν, σε άλλους λαούς».

Υπήρξατε για 30 χρόνια καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στο βιβλίο σας αναφέρεστε και στη διαδρομή σας στην εκπαίδευση. Θα μπορούσατε να μας πείτε με δυο λόγια πώς βλέπετε τα πράγματα σε αυτό τον τομέα;

«Η κρίση που διέρχεται σήμερα η χώρα μας δεν είναι μόνο κρίση οικονομική είναι, εκτός των άλλων, και κρίση της εκπαίδευσης. Γενικά, τα εικονικά άλματα της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας μας (μια ανάπτυξη που, ούτως ή άλλως πολλοί αναλυτές χαρακτηρίζουν επιφανειακή, ευκαιριακή, στρεβλή, κρατικοδίαιτη, χαμηλής παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας, μη βιώσιμη) δεν συνοδεύτηκαν και από ανάλογα άλματα όσον αφορά τις καινοτομίες, την κοινωνική οργάνωση και τον πολιτισμό (όπως επιστήμη, εκπαίδευση και παραγωγή ιδεών, νέων ρευμάτων σκέψης και τέχνης κ.τ.λ.). Όμως, αυτού του είδους οι κατακτήσεις οικοδομούνται ιστορικά από τους ίδιους τους λαούς και γίνονται τρόπος ζωής τους. Δεν περιορίζονται μόνο στα λόγια των εκπαιδευτικών σχεδιαστών, στα κηρύγματα των εκπαιδευτικών ή στα πανώ των διαδηλώσεων. Κατασκευάζονται ενεργά, με λογισμό και με όνειρο, ως μέρος της ταυτότητάς μας και δεν αναπαράγονται με εισαγωγή τους από το εξωτερικό ή με αναμάσημα συνθημάτων του παρελθόντος.   Η εκπαίδευση δυστυχώς υπήρξε για την ελληνική κοινωνία όχι τόσο ένα σημαντικό πολιτιστικό αγαθό και μια πολύτιμη αναπτυξιακή διαδικασία, όσο ένα μέσο για κοινωνική άνοδο και μελλοντική αποκατάσταση του καθενός. Σημασία δεν είχε το ουσιαστικό αντίκρισμα και το εγγενές ενδιαφέρον για τη μάθηση, όπως συνέβαινε στην αρχαία Ελλάδα, αλλά το τυπικό αποτέλεσμα: το «χαρτί», που ήταν το διαβατήριο για την ανώτατη εκπαίδευση, για την απόκτηση του οποίου η κάθε οικογένεια ήταν διατεθειμένη να υποστεί όλες τις θυσίες του κόσμου. Όλη η ενέργεια ενός λαού επενδύθηκε για την επιφάνεια και όχι για την ισχυροποίηση των θεμελίων του μορφωτικού του πολιτισμού, λόγω της στρεβλής οικονομίας και του πελατειακού πολιτικού συστήματος, που ασχολήθηκε με τη δομή των δικτύων της εκπαίδευσης και με την διατήρηση του βιβλιο-κεντρικού, εξεταστικού και αναπαραγωγικού χαρακτήρα της εκπαιδευτικής διαδικασίας, περισσότερο, και ελάχιστα για την αναβάθμιση της ποιότητας της εκπαίδευσης. Τα τελευταία μάλιστα χρόνια τα κόμματα βλέπουν την εκπαίδευση ως ένα φυτώριο πολιτικής στρατολόγησης των νεαρών ατόμων, συμβάλλοντας έτσι στην παρατηρούμενη αποσύνθεση των πανεπιστημίων και στην εγκαθίδρυση ενός έθους «ψευδο-επαναστατικής γυμναστικής», αντί της υγιούς κοινωνικής δράσης στα σχολεία. Με αυτόν τον τρόπο όμως στερούμε από τον τόπο μας τη δυνατότητα να ανανεωθεί πολιτικά και πολιτιστικά μέσω της νέας γενιάς. Με τις παπαγαλίες που τής επιβάλαμε στο σχολείο, με την αναχρονιστική αντίληψη του προοδευτισμού των παλαιού τύπου αριστερών ηγετών της (που βλέπουν στατικά την πραγματικότητα και εξαργυρώνουν γραμμάτια «πολιτικής αντίστασης» σε οποιαδήποτε αλλαγή, χωρίς ρεαλιστικές και δημιουργικές προτάσεις για το χτίσιμο του μέλλοντός της), με το μικρο-κομματικό συνδικαλισμό, τον ατομικισμό και την ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής ζωής, με την οποία τη γαλουχήσαμε, στερήσαμε τη νεολαία μας από τις ευκαιρίες να αναπτυχθεί με κριτική σκέψη και φαντασία, που είναι πράγματι τα πιο σημαντικά συστατικά της προόδου ενός λαού. Η ελπίδα όμως πως μέσα από τη φθορά και την κρίση είναι δυνατόν να γεννηθούν από τη νέα γενιά νέες – και ουσιαστικά επαναστατικές – ιδέες, που μπορούν να μετουσιωθούν σε δημιουργία και πράξη, πάντοτε υπάρχει στους λαούς, όπως ο  δικός μας».

Ποιος είναι

Ο κ. Αριστοτέλης Ράπτης είναι πτυχιούχος του Μαθηματικού τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος (Doctor of Philosophy) του τμήματος της Πληροφορικής του Πανεπιστημίου της Γλασκόβης όπου σπούδασε ως υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (Ι.Κ.Υ).

Εργάσθηκε ως ερευνητής στο Πολυτεχνείο του City του Λονδίνου και στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και κατόπιν εξελέγη Επιμελητής, Λέκτορας και Επίκουρος Καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.

Η διδακτορική διατριβή με τίτλο «Numerical solution of the Schrodinger Equation» όσο και το μετέπειτα έργο του χάραξε ένα νέο ορίζοντα για την αριθμητική λύση διαφορικών εξισώσεων.

Οι νέες μέθοδοι με την επωνυμία «Methods of Raptis and Alison» ή εναλλακτικά «Exponential fitting Methods» αναπτύχθηκαν για πρώτη φορά στη διδακτορική του διατριβή και εφαρμόστηκαν με επιτυχία στην εξίσωση του Schrodinger.
Σήμερα οι μέθοδοι αυτές έχουν καθιερωθεί στη διεθνή βιβλιογραφία και πολλοί επιστήμονες ασχολούνται βελτιώνοντας τις μεθόδους αυτές σε πολλές εφαρμογές. Οι αναφορές στο έργο του, με βάση το Citation Index, υπερβαίνουν τις οκτακόσιες.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 έστρεψε το ενδιαφέρον του στη διαφαινόμενη ανάπτυξη των Nέων Tεχνολογιών και τις επιπτώσεις της στην εκπαίδευση και την κοινωνία γενικότερα. Το 1993 εξελέγη Αναπληρωτής Καθηγητής στο Παιδαγωγικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1998 εξελέγη στη θέση του Καθηγητή με γνωστικό αντικείμενο οι Νέες Τεχνολογίες στην Εκπαίδευση και από τότε έχει αναπτύξει πολύπλευρη επιστημονική και διδακτική δράση σε θέματα που έχουν σχέση με την εκπαιδευτική και παιδαγωγική διάσταση της χρήσης του υπολογιστή.

Έχει διατελέσει επιστημονικός υπεύθυνος πολλών ερευνητικών και επιμορφωτικών προγραμμάτων της Ε.Ε.