Γράφει ο εκπαιδευτικός-συγγραφέας Σωτήρης Οικονόμου.

Είναι σε όλους μας γνωστό, ότι κατά την εποχή του φθινοπώρου λόγω των πολλών βροχών η υγρασία βρίσκεται σε υψηλό βαθμό με αποτέλεσμα κάποια σκουλήκια  να εισχωρούν σε διάφορα υπαίθρια κυρίως κτίσματα και να ανέρχονται έρποντας ως τα ταβάνια. Το πρώτο που σκέφτεσαι είναι, γιατί αυτά τα ανεπιθύμητα ερπετά εγκαταλείπουν τον φυσικό τους χώρο και εισέρχονται εντός ενός ξένου, δημιουργώντας πανικό, αναστάτωση και προβληματισμό στους ελλόγους ενοίκους της γης;

Μήπως είναι το κρύο που τα οδηγεί σ’ αυτήν την μετοικεσία αυτοκτονίας, ή κάτι άλλο; Και, αν είναι το κρύο, γιατί δεν χώνονται μέσα στην αγκαλιά της μάνας γης, που προστατεύει την ζωή, για να ζεσταθούν; Αγαπούν τόσο πολύ τους ανθρώπους και επιζητούν την συγκατοίκηση μ’ αυτούς ή είναι αυτός ένας  εύκολος τρόπος προσωρινής επιβίωσης; Και πώς τέλος πάντων αναρριχώνται τόσο ψηλά, καθότι είναι μικρά και αδύναμα;

Η παρατήρηση  του φαινομένου αυτού, σε οδηγεί συνειρμικά στην κατάσταση που επικρατεί μέσα στην ελληνική ανθρώπινη κοινωνία, όπου κυριαρχούν  η δυσαρμονία, η αναστάτωση και τα συνεχή άλυτα προβλήματα, τα οποία έχουν σχέση τόσο με την επιβίωση όσο και με την αξιοπρεπή διαβίωση.

Την ελληνική  κοινωνία, όπου το απλό και χωρίς ιδιαίτερο κόστος για την επίλυσή του πρόβλημα ενσυνείδητα υποβαθμίζεται ή παραβλέπεται, ενώ το σύνθετο, χάριν σκοπιμοτήτων,  μετατρέπεται σε πολυσύνθετο και το  κράτος δια των αρχών του διάκειται  αδιάφορα έως εχθρικά ειδικά απέναντι στον αδύναμο πολίτη.

Πώς, λοιπόν, μπορεί να υπάρξει πρόοδος, όταν αυτός ο πολίτης  δεν νιώθει υπολογίσιμος, σεβαστός και ασφαλής; Σε ποια δημόσια αρχή και υπηρεσία πρόκειται να βρει το δίκιο του; Και, γιατί τέλος πάντων συμβαίνουν όλα αυτά και δεν λειτουργεί σωστά κανένας τομέας;

Η απάντηση είναι απλή. Επειδή σ’ αυτή τη χώρα, που έχει την ψευδαίσθηση ότι  είναι η πρώτη στον κόσμο και νιώθει  για κάθε τι  πολύ υπερήφανη, δεν  ανεβαίνουν στην κορυφή μόνο οι αετοί, αλλά και τα παντός είδους ερπετά, έρποντας και γλείφοντας, τα οποία δεν αρκούνται  μόνο σ’ αυτό, αλλά επιδίδονται και σε καταστροφικό έργο επί του γόνου των αετών, επειδή αποτελούν την πλειοψηφία.

Είναι δυνατόν, λοιπόν, σε μια χώρα, όπου όχι μόνο τις περισσότερες επιτελικές αλλά και τις δευτερεύουσας σημασίας θέσεις τις  καταλαμβάνουν  άτομα άσχετα με το αντικείμενο, ακατάλληλα, ανίκανα και ενίοτε επικίνδυνα, να υπάρξει πρόοδος και ευημερία; Πού είναι η πραγματική αξιοκρατία; Πού η απόδοση κοινωνικής δικαιοσύνης;

Αλλά, ποια αξιοκρατία και ποια κοινωνική δικαιοσύνη ψάχνουμε να βρούμε, όταν κυβερνούν οι «γαλαζοαίματες» και «εκλεκτές» οικογένειες, ο κομματισμός, οι κουμπαριές, οι ανίερες συμμαχίες και οι πελατειακές σχέσεις ανταπόδοσης, προϊόντα δηλαδή του χαμηλού  πολιτικού ποιού των ψηφοφόρων; Και τέλος πάντων πότε θα αναβαθμιστεί το πολιτικό αυτό ποιόν; Όταν θα τους«μάσει η ανάγκη»; Δυστυχώς τότε θα είναι πολύ αργά.

Είναι ποτέ δυνατόν να δομηθεί κράτος, όταν ένας μπροστά το κτίζει και δέκα από πίσω το γκρεμίζουν; Όταν ο κλέπτων το δημόσιο χρήμα συναγωνίζεται τον ήδη κλέψαντα και αμφότεροι αυτοθεωρούνται μάγκες;

Όταν καλούνται να λογοδοτούν οι έντιμοι και ευσυνείδητοι για τα κακώς κείμενα και όχι εκείνοι που τα δημιουργούν, οι οποίοι μάλιστα αμείβονται αναβαθμιζόμενοι;  Ας μην τρέφουμε αυταπάτες. Ούτε το « ισχυρόν  κράτος των Ολυμπιακών αγώνων» υπήρξε ούτε το μετέπειτα «επανιδρυθέν».

Από την στιγμή μάλιστα που αυτό είναι ανίκανο να κυβερνηθεί αρμονικά, να κάνει νοικοκυρεμένη οικονομική διαχείριση, να προστατέψει έπί ίσοις όροις τους πολίτες, τον περιβάλλοντα χώρο, την πολιτισμική  και ευρύτερη προγονική κληρονομιά, την ιστορική μνήμη, να διαχειριστεί σοβαρές καταστάσεις, να δημιουργήσει  προϋποθέσεις παραγωγικής εργασίας, να μοιράσει δίκαια τόσο τα αξιώματα όσο και τον υπάρχοντα πλούτο και να αποκτήσει την εμπιστοσύνη του ενεργού και έντιμου πολίτη, σου δίνει την αίσθηση ότι, αν υπάρχει έστω και έτσι, το οφείλει κυρίως στις φιλότιμες προσπάθειες κάποιων λίγων «κορόιδων» και στην σύμπτωση. Είναι καιρός, λοιπόν, κυβερνήσεις, αρχές, κόμματα και πολίτες να προβληματιστούν μ’ αυτήν την κατάσταση και να αναλάβουν τις ευθύνες τους, διότι δεν πηγαίνει άλλο. Η κοινωνία είναι διεφθαρμένη και βρίσκεται στον πάτο.

Κάνοντας ως Έλληνες μια αυστηρή αυτοκριτική, πρέπει να παραδεχτούμε πως, ποτέ δεν είχαμε σεβαστό και ευυπόληπτο κράτος. Από το βίαιο αστυνομικό της μιζέριας περάσαμε στο αλλοτριωμένο και ασύδοτο της αρπαχτής. Και αυτό, επειδή ποτέ δεν είχαμε πραγματική δημοκρατία, όπου στην κορυφή θα ανέβαιναν μόνο οι αετοί πετώντας και όχι τα ερπετά, έρποντας, γλείφοντας και αφήνοντας τα ξεραμένα τους σάλια επί της πορείας που ακολούθησαν.

Μιας πορείας, που δυστυχώς λόγω του φιλοτομαρισμού και της ματαιοδοξίας των Νεοελλήνων, θεωρείται πλέον ως η πιο ιδανική και ενδεδειγμένη για το ίδιον όφελος και την προσωπική καταξίωση. Το δημόσιο συμφέρον και το κοινό καλό που πηγάζουν από την αξιοκρατία, την αξία και την αναγνώριση του προσφερθέντος έργου δυστυχώς βρίσκονται σε θέση υποδεέστερη.

Χώρα, η οποία τρέφει και ανατρέφει ενσυνείδητα τους αυριανούς πολίτες, δηλαδή τα παιδιά της, με πνευματικά και υλικά σκουπίδια και συνεχίζει να θέτει ενώπιόν τους ως ιδανικά πρότυπα τους διεφθαρμένους και υποκριτές ενήλικες, είναι καταδικασμένη. Δεν έχει πλέον μέλλον. Όσο δε για τα περί «ισχυρού» και «επανιδρυθέντος» κράτους  λόγια από μέρους των κατά καιρούς κρατούντων δεν είναι τίποτα άλλο παρά παραπλανητικά και ψεύτικα.  Μήπως λοιπόν είναι καιρός να προβληματιστούμε και να  αναλάβουμε όλοι τις ευθύνες μας, ώστε να αλλάξει η κατάσταση προς το καλύτερο;