Γράφει ο Χρήστος Μαλασπίνας.

Φαρμάκι τα φάρμακα! Ακριβά όσο να πεις. Όσο σοβαρότερη είναι η πάθηση, τόσο ακριβότερο το γιατρικό. Θύμωσαν οι φαρμακοποιοί που δεν τους πληρώνει το κράτος τα φάρμακα των ασφαλισμένων του δημοσίου. Και σύμφωνα με την λαϊκή ρήση, «δεν μπορούν να χτυπήσουν το γαϊδούρι και χτυπάνε το σαμάρι»! Όπου γαϊδούρι λέγε το ασυνεπές κράτος. Και σαμάρι τα «τιμημένα γηρατειά»!

Θαρρείς και φταίνε που «ου γαρ έρχεται μόνον|». Σέρνει μαζί του και ασθένειες. Πολλές φορές επώδυνες και βασανιστικές.

Πάνε, λοιπόν, όλο «τιμή» στο φαρμακείο της γειτονιάς να πάρουν το φάρμακό τους. Πριτς, ο φαρμακοποιός δεν δίνει πλέον φάρμακα με έκπτωση ή δωρεάν. Μέχρι τώρα, ο φαρμακοποιός, μάζευε τις συνταγές, πήγαινε στο δημόσιο και πληρωνότανε τα φάρμακα. Η φτώχεια φέρνει γκρίνια, αλλά η αναξιοπιστία του κράτους φέρνει απόγνωση. Πείσμωσαν οι φαρμακοποιοί, κόψανε την εξυπηρέτηση, που σημαίνει ότι ο συνταξιούχος των 400 και 500 ευρώ πρέπει πλέον να πληρώσει μετρητοίς όλο το κόστος των φαρμάκων. Πολλές φορές, μάλιστα, η αξία τους υπερβαίνει και αυτή της σύνταξής τους!

Αν, δηλαδή, την εισπράττουν κι αυτήν! Διότι τις περισσότερες φορές περνάνε χρόνια ώσπου να βγει η σύνταξη. Αλλά μέχρι τότε γιοκ φάρμακο;

Όμως η ταλαιπωρία των «τιμημένων γηρατειών» δεν σταματάει εδώ. Αφού αγοράσουν το φάρμακο, πρέπει να κουβαληθούν στην άλλη άκρη της πόλης, σε απόσταση πολλών χιλιομέτρων από τον τόπο κατοικίας τους, σε ειδικά γραφεία ανά γεωγραφική διεύθυνση, λίγα για όλη την Αθήνα, προκειμένου να καταθέσουν τις αποδείξεις.

Και όταν το κράτος έχει χρήμα, δηλαδή σε τρία τέρμινα, θα καταθέσει την αξία των φαρμάκων στον τραπεζικό λογαριασμό του ασθενούς ασφαλισμένου! Άστε που αν στο μεταξύ χρεοκοπήσει, οι ασφαλισμένοι θα απομείνουν περιμένοντας…

Σκεφθείτε, τα γεροντάκια με το μπαστούνι, με το «πι» ή ακόμα και με αναπηρικό καροτσάκι να στέκονται με τις ώρες στην ουρά προκειμένου να καταθέσουν τα δικαιολογητικά. Εβδομήντα άλλα γεροντάκια προηγούνται από σένα στην ουρά που λόγω και του στενάχωρου του χώρου παίρνει μορφή και καμπυλότητες φιδιού,

Όταν, κατάκοπος όσο και η ζωή του, το γεροντάκι φτάσει στον «γκισέ», απλώνοντας τα τρεμουλιασμένα του χέρια να καταθέσει τα αποδεικτικά στον πάγκο, αντί να του πουν, τουλάχιστον, εντάξει κύριε, ακούει τη βροντερή φωνή του υπαλλήλου να του λέει: Που είναι το Ι ΒΑΝ;

– Τι λεει τούτος, ποιος του μίλησε για Ταλιμπάν; Απορεί το γεροντάκι.

Ι ΒΑΝ είναι ο διεθνής αριθμός που, εκτός του κανονικού (πάνω από 11 αριθμούς) έχει κάθε τραπεζικός λογαριασμός και περιλαμβάνει 27 νούμερα τα οποία ο ασθενής οφείλει να γνωρίζει!

Εγκαταλείπει, λοιπόν, την ουρά αγανακτισμένος, άπραγος. Του έμεινε η κούραση. Τα πόδια του τρέμουν όσο τρέμει και η ψυχή του για την αδικία.

Μια ζωή δούλευε, μια ζωή τα ακουμπούσε κανονικά στον ασφαλιστικό του φορέα και τώρα στον εσπερινό του κοπιώδους βίου του, λίγο πριν τελειώσει ο μύθος της ζωής του το ανάλγητο κράτος τον στέλνει στην …ουρά να πάρει το φάρμακο του καρκίνου, της καρδιακής ανεπάρκειας, της ανίας!

Θα επανέλθουν την επόμενη με το Ι ΒΑΝ στην ουρά; Ο Θεός μόνον ξέρει. Και ο χάρος! Μακάβριο; Όχι όσο μακάβριο είναι να βλέπεις τα άσπρα τους κεφάλια γερμένα, ταλαιπωρημένα, απορημένα.

Ούτε όσο μακάβριο είναι ο ασφαλισμένος να πρέπει να ξανάπαει και σε μία άλλη ουρά, αυτή των τραπεζών, όταν το κράτος αποφασίσει κάποτε να καταθέσει το ποσόν που οφείλει. Μέχρι να εισπράξει ο ασφαλισμένος την αξία των πρώτων φαρμάκων του, θα έχει φθάσει να πληρώνει μετρητοίς την τρίτη ή την τέταρτη συνταγή! Και αυτό άγνωστο πότε!

Δεν φταιω αν τη φορά αυτή δεν γελάσατε. Είναι το θέμα για κλάματα. Όπως και το κράτος μας.