ΣΑΤΙΡΙΖΟΝΤΑΣ.

Γράφει ο Χρήστος Μαλασπίνας.

Τι χάλι ετούτο που ζούμε
σ’ ένα τόπο που ήταν ωραίος,
πού ‘τανε γιομάτος  αλώνια,
ακρογιαλιές και πολλά περιβόλια!

Πού ’χε παραλίες και κάμπους,
ακτές καθαρές μυρωμένες.
Που ‘χε αυλές και μπαλκόνια
καταπράσινα με μοσχοβόλια!

Που ‘χε τάλιρα κάργα
και καπέλα ημίψηλα μαύρα!
Που ‘χε φούστες και μπούστα,
για όλα τ΄ αγορίστικα γούστα!

Κι αν υπήρχανε μίση και πάθη
κι αν γινόντουσαν κάποτε λάθη
το φιλότιμο τ΄ αντρίκιο μετρούσε
κι η εξουσία το μέτρο βαστούσε.

Δεν ήλθαν οχτροί και βαρβάροι
Δεν είν’ αλωνόνε τα βάρη
Δικό μας είναι χαΐρι
Άντε μωρέ κακομοίρη!

Πρωθυπουργούς με λειριά και τρομπόνια
κι υπουργούς με σειρά τα γαλόνια!
Γραμματείς Φαρισαίους και άλλους,
το δημόσιο γέμισε γάλους!

Σαν τα πουλιά μαζωγμένα
σε διαδρόμους, γραφεία και τρένα
τρέχουν σκουντάνε κι οδεύουν,
μα κανείς και ποτέ δε δουλεύουν!

Αχ πατρίδα μου πως τους αντέχεις;
πόδια αν είχες να τρέχεις,
τόσα μίλια θα έκανες δρόμο
με το δισάκι στον ώμο,

που ο Άρης δίπλα σου θα ‘μοιαζε
Και κανέναν δε θα ‘νοιαζε.
Χαρτορίχτρες τσιγγάνες, και γύφτοι
Ζητιανεύουνε στον Ποδονύφτη.

Η Ελλάδα τ΄ ονείρου τ΄ ωραίου,
των Αγώνων η δόξα τ΄ αρχαίου,
σήμερα στην ντόπα βυθάται,
λαβωμένο θεριό που βρυχάται.

Τα κανόνια γενήκανε μίζες
και οι γόνοι βγάλανε ρίζες!
Από πάππου σ΄ εγγόνι ο θρόνος
πώς ν΄ ανέβεις που έτυχες μόνος;

Παπατζήδες στους δρόμους γυρνάνε
φυλές εγχρώμων πουλάνε
ό,τι ο νους σου κι αν βάλει,
αδειανό του εμπόρου τσουκάλι.

Δικαστές βγαίνουν στους δρόμους,
πολισμάνοι μηνύουν αστυνόμους
υπουργοί υπουργούς πολεμάνε,
οι κλέφτες καλούς κυνηγάνε!

Ένας κόσμος στον πάτο!
Ο ποντικός κυνηγάει το γάτο.
Ο μανάβης σε κλέβει στο ζύγι
κι ο χασάπης πασάρει το ξύγκι!

Ο ταρίφας ζητάει ρεγάλο
και σε πάει από δρόμο μεγάλο,
στη διαδρομή πατάει δυο γάτες
και χωράει πέντε-έξι επιβάτες!

Ο δάσκαλος στο σχολειό δεν κατέχει
Μα στο σπίτι ιδιαίτερο έχει!
Κι ο ιατρός που στο ΙΚΑ ασκέρι,
Στο ιατρείο του είναι  αστέρι.

Μάθαμε ούλοι στη ζήτα
γι αυτό και ζούμε στην τζίτα.
Τσαμπατζήδες μαζί φοροκλέφτες
Αφεντάδες και κλέφτες!

Οι μέρες γενήκαν μοιραίες,
Οι ταράτσες γεμίσαν κεραίες,
Πλημμύρισαν με κάρα οι δρόμοι,
μοιάζουν σωστοί λαιμητόμοι…

Για το χάλι ετούτο που ζούμε
τι φταιει, ποτέ δε θα βρούμε,
αφού κι αν ζυγιάζουμε,
εαυτούς δεν λογιάζουμε!