Γράφει ο Ευάγγελος Αυδίκος, Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Η είδηση κάνει το στομάχι να δένεται κόμπος. Η σκέψη σε οδηγεί σ’ αδιέξοδο. Η ανάγκη να φωνάξεις, ν’ αγανακτήσεις, να μιλήσεις για τους θανάτους της βίαιης και άδικης δημοσιονομικής προσαρμογής σκοντάφτει στην τρικλοποδιά της γωνίας όπου οι οπαδοί του τυχαίου και της «λογικής» ψάχνουν στο δισάκι τους επιχειρήματα για να ξεφορτωθούν τις ενοχές τους.

Δυο παλικάρια έχασαν τη ζωή τους κι άλλα τρία χαροπαλεύουν. Πέθαναν από τις αναθυμιάσεις. Το μονοξείδιο του άνθρακα φώλιασε στο αλκοόλ που συνόδεψε το δείπνο της φιλικής παρέας κι έτσι προέκυψε ο θλιβερός απολογισμός. Από την πρώτη στιγμή, ενοχοποιήθηκε το μαγκάλι και η απροσεξία των νεαρών. Βιάστηκαν μερικοί να αφαιρέσουν με στυπόχαρτο τα ίχνη μιας ένοχης κοινωνίας. Παλιότερα, οι θάνατοι από αναθυμιάσεις ήταν πιο συχνές. Τα τελευταία χρόνια που το βιοτικό επίπεδο ανέβηκε και οι συνθήκες ζωής καλυτέρεψαν το μαγκάλι μπήκε στο περιθώριο. Επανήλθε στο προσκήνιο της θανατολογίας με δραματικό τρόπο.

Ίσως, οι οπαδοί του ‘τυχαίου’ να ευνοηθούν από την ταχύτητα στην εναλλαγή των γεγονότων. Το επεισόδιο θα ξεχαστεί. Θα έρθουν στην επιφάνεια κάποιοι καυγάδες που τόσο αρέσουν στα ‘ευαίσθητα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Θα περάσει στα αρχεία του αστυνομικού ρεπορτάζ.

Αλήθεια είναι. Ο πόνος έχει μεγαλώσει. Η ανασφάλεια έχει στερήσει το χαμόγελο από πολλούς ανθρώπους. Είναι βόμβα στην ψυχική τους υγείας. Η αγανάκτηση ασφαλώς  θα κοπάσει . Η περίσκεψη όμως δεν πρέπει να έχει την ίδια τύχη. Η κοινωνία έχει ανάγκη από καθαρό αέρα. Χρειάζεται κάποιος να τραβήξει χειρόφρενο στην κατηφόρα που έχει πάρει η ελληνική κοινωνία. Η χώρα μας έχει ξεχάσει την κοινωνική ευαισθησία. Εξωθείται η νεολαία στον καιάδα της κοινωνικής αδιαφορίας. Ακούγονται μεγάλα αλλά κούφια λόγια. Καιρός να κοιτάξουμε κατάματα την κατάσταση. Όσοι έχουν το τιμόνι της χώρας ας δώσουν θαρραλέες απαντήσεις. Η ιστορία θα φανεί γενναιόδωρη με όσους τολμήσουν να πούνε το μεγάλο Όχι σ’ όσους, εγχώριους κι αλλοδαπούς, επιφυλάσσουν «μαγκάλια» στους Έλληνες.