Γράφει ο Σωτήρης Οικονόμου,  εκπαιδευτικός-συγγραφέας.

Κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα έγινε από τα Μ.Μ.Ε πολύς λόγος για το φαινόμενο της βίας με αφορμή την οικονομική κρίση στην Ελλάδα , το θλιβερό περιστατικό της μαζικής δολοφονίας μαθητών και δασκάλων σε σχολείο των Η.Π.Α, και το φριχτό έγκλημα της άτυχης γυναίκας στην Ξάνθη .

Αν ανατρέξουμε στην  γλώσσα μας θα δούμε ότι χρησιμοποιούμε φράσεις όπως: «βιάζομαι να τελειώσω μία εργασία», «είμαι βιαστικός», «είναι βίαιος χαρακτήρας», «ασκήθηκε βία  επ’ αυτής», «την βίασε με την απειλή όπλου» κ.α.

Εξετάζοντας στη συνέχεια  τις λέξεις που ανήκουν στην οικογένεια της λέξης «βία», θα αντιληφθούμε ότι  εμπεριέχουν το στοιχείο της πίεσης και του καταναγκασμού.

Τι είναι όμως τελικά  η βία και ποια σχέση  έχει ο άνθρωπος μ’ αυτήν;

Η βία αποτελεί μια μορφή εξωτερικευμένης ενέργειας, η οποία μεταβιβάζεται από άτομο σε άτομο ή από ομάδα σε ομάδα, υπό τις ανάλογες βέβαια συνθήκες, διαγράφοντας ακόμα και τον επικίνδυνο φαύλο κύκλο. Οι ρήσεις: « Βία στη βία» και «οφθαλμός αντί οφθαλμού» εμπεριέχουν και το στοιχείο της εκδίκησης.

Τα γεγονότα της ζωής έδειξαν ότι είναι δυνατή η ελαχιστοποίησή της, όχι όμως και η εξάλειψή της.

Οι αιτίες που την δημιουργούν είναι πάρα πολλές. Ενδεικτικά μπορεί  να αναφερθεί η ζήλια, ο φθόνος, η ανάγκη για επιβίωση και καλύτερη διαβίωση, η επιθυμία κυριαρχίας επί του άλλου και εκμετάλλευσή του, η εκδίκηση,  η εγωπάθεια, η επιβολή  της θέλησης, ο εξευτελισμός και ταπείνωση του διαφορετικού, κ.α.

Όλες αυτές οι επί μέρους αιτίες έχουν ως βασικές πηγές προέλευσης το πολιτισμικό επίπεδο του λαού, την οικονομική του κατάσταση, τον τρόπο λειτουργίας της οικογένειας , της κοινωνίας, του κράτους και την αντίληψη του καθενός σχετικά με την θέση του εντός του σύμπαντος κόσμου.

Μπορεί  να ασκείται και μεταξύ των ζώων βία. Όμως αυτή έχει κυρίως σχέση με την επιβίωση και την φυσική ισορροπία και όχι με τις υπόλοιπες αιτίες που οδηγούν τον άνθρωπο στην άσκησή της.(π.χ Η αρκούδα επιτίθεται στις κυψέλες, για να φάει το μέλι των μελισσών, το μεγάλο ψάρι στο μικρό κ.α.)

Η βία ως προς το είδος της μπορεί να διαχωριστεί σε σωματική και ψυχολογική.

Μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία εμφανίστηκαν δύο μορφές βίας σύμφωνα με την πηγή δράσης. Η ασκούμενη από τα απλά της μέλη (ατομική ή ομαδική) και εκείνη της εξουσίας, η οποία επέφερε στον κόσμο τα μέγιστα δεινά.

Είναι αυτή, δηλαδή, που πότε εφαρμόζοντας άδικους νόμους, πότε δίκαιους αλλά προς τους αδύναμους ανεφάρμοστους και πότε κάνοντας επιθετικούς πολέμους, πολιτικού ή θρησκευτικού χαρακτήρα προς τις άλλες κοινωνίες, σφετεριζόμενη  τα υπάρχοντά τους ή επιβάλλοντας την θέλησή της,  δημιούργησε όχι μόνο αρρυθμίες στην ενδοκοινωνική ζωή, αλλά και έσπειρε τον όλεθρο, εξαφανίζοντας από προσώπου γης φυτά, ζώα, ανθρώπους, δημιουργήματα, πολιτισμούς.

Επίσης δε, δημιούργησε εμφυλίους πολέμους και δια των «σωμάτων ασφαλείας» της άσκησε  ανελέητη βία προς αντιφρονούντες και ανυπότακτους.

Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις όπου η αλαζονική , αντιλαϊκή και εσφαλμένη της πολιτική οδήγησε και διάφορα άτομα ή ομάδες  προς μιαν άλλη επικίνδυνη μορφή βίας, την τρομοκρατία, η οποία χρήζει περισσότερης ανάλυσης.

Το φαινόμενο της ανθρώπινης βίας είναι πανάρχαιο. Από την στιγμή που ο πρωτόγονος άνθρωπος  εγκαταστάθηκε κάπου μόνιμα, καλλιέργησε την γη, συνέλεξε τους καρπούς της και τους αποθήκευσε, ώστε να τραφεί σε περίπτωση ανάγκης, μοιραία δέχθηκε την βίαιη επίθεση των συνανθρώπων του, η οποία αποτέλεσε και την πρώτη μορφή πολέμου.

Ως πρώτοι στόχοι δύνανται να θεωρηθούν οι πρόχειρες καλύβες, οι σπηλιές, οι καλλιεργούμενες εκτάσεις, τα γεννήματα και άλλα υπάρχοντα αγαθά.

Τους επιδρομείς τους αντιμετώπιζε δυναμικά, ενώ δεν παρέλειπε να επικαλείται τις αποτροπαϊκού χαρακτήρα μαγικές δυνάμεις, οι οποίες εκφράζονταν δια των  κρανίων ή κάτω σιαγόνων νεκρών ανθρώπων και αγρίων σαρκοφάγων ζώων.

Φυσική συνέχεια των  « δυναμούχων» αυτών αντικειμένων αποτελούν τα χαϊμαλιά, τα ματάκια, τα  θρησκευτικά  φυλαχτά, όπως για παράδειγμα  οι σταυροί, οι εικόνες, τα οστά  κ.α. ( Περί αυτού του θέματος περισσότερα στοιχεία υπάρχουν στο βιβλίο μου « ΤΙ ΚΡΎΒΟΥΝ ΟΙ  ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ» εκδ. ΔΙΟΝ).

Σε κάποιον μάλιστα μύθο της εβραϊκής βίβλου (Γένεσις  κεφ. Δ στ. 1-16) αναφέρεται ότι πολύ αργότερα, στην εποχή του  γεωργοκτηνοτροφικού βίου, υπήρξε σύγκρουση και μάλιστα φονική μεταξύ των γιων του Αδάμ και της Εύας, Κάιν και Άβελ, με αποτέλεσμα να χάσει την ζωή του ο δεύτερος. Επισημαίνεται δε, ότι ο φονιάς Κάιν ήταν γεωργός, ενώ ο φονευθείς αδελφός του κτηνοτρόφος. Και όταν ο πρώτος έκανε προσφορές γεωργικών προϊόντων στον Θεό αυτές δεν ήταν αρεστές, ενώ τα σφαχτά του Αβελ ήταν ευπρόσδεκτα.( Κρέατα φαίνεται ότι επιθυμούσαν οι επί της γης αντιπρόσωποί του ιερείς και όχι σιτάρια, κριθάρια ή καλαμπόκια).

Ερμηνεύοντας την υπόθεση αυτή με βάση τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της εποχής, θεωρώ ότι έχει σχέση με τις συγκρούσεις μεταξύ των πλανήτων κτηνοτρόφων και των μόνιμα εγκατεστημένων γεωργών, όταν τα βόσκοντα ζώα εισέρχονταν στα σπαρμένα χωράφια και έκαναν ζημιές. Στην ύπαιθρο ελληνική χώρα συνέβησαν τέτοια περιστατικά.

Η βία  είναι πολύ στενά συνδεδεμένη και με την ζωή της νεοελληνικής κοινωνίας.

Από την εποχή της δολοφονίας του πρώτου κυβερνήτη Καποδίστρια ως και αυτή που οι εκάστοτε κυβερνήσεις την ασκούσαν  δια του χωροφύλακα και των άλλων τους   οργάνων  προς τους πολίτες, ή μέσω καταστάσεων(π.χ φτώχεια), αυτή μεταφερόταν εντός της οικογενείας με τελικούς αποδέκτες την γυναίκα και τα παιδιά.

Στο σχολείο αυτή ασκούνταν  μέσω του επιθεωρητή προς τους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι με την σειρά τους την μετέφεραν δια του ξυλοδαρμού, της νηστείας, της προσβολής, της επίπληξης, της αποβολής ή του χαλάσματος της διαγωγής προς τα παιδιά, ενώ αυτά προς τα πιο αδύναμα.

Συλλήψεις, ανακρίσεις ,άδικες καταδίκες, εξορίες, δολοφονίες, ξυλοδαρμοί, αποβολές, πετροπόλεμοι, βολές με την σφεντόνα, κλοπές, χλευασμοί με παρατσούκλια είναι ορισμένα φαινόμενα βίας που άνθισαν κατά την εποχή του διαστήματος μεταξύ μεγάλης και μικρής φτώχειας. Τότε δηλαδή, που ακόμα και ο εμφύλιος πόλεμος, η  εξορία των αντιστασιακών και άλλων αθώων για «παραθέριση» στα ξερονήσια ή τις φυλακές, η εκλογική βία και νοθεία μαζί με τα «εθνικόφρονα» βασιλικά ή στρατιωτικά πραξικοπήματα  έβαλαν την σφραγίδα τους.

Όσοι από τους τελικούς αποδέκτες ήταν συνεσταλμένοι, δέχονταν τα πάντα μοιρολατρικά και τα κατάπιναν, ενώ αντίθετα οι άλλοι στρέφονταν προς την άρνηση ή την αντίσταση με τα γνωστά επακόλουθα.

Μπορεί κάποτε να επήλθε η κατάργηση του κράτους του χωροφύλακα και του επιθεωρητή, επιφέροντας κάποιας μορφής ανακούφιση προς τους πολίτες. Δυστυχώς όμως αντί να συνεχιστεί αυτή η προσπάθεια, η οποία θα οδηγούσε προς την δημιουργία  πολιτισμένης κοινωνίας, στηριζόμενη στον ορθολογισμό, στην αξιοκρατία, στον αλληλοσεβασμό, στην αλήθεια, στο δίκαιο και σ’ άλλες αξίες, συνέβη το αντίθετο. Η κοινωνία πέρασε στο άλλο άκρο και εισήλθε στην επικίνδυνη φάση της ασυδοσίας, της ανευθυνότητας, του άκρατου καταναλωτισμού, της ανυπαρξίας αξιών, της αδυναμίας αξιολόγησης, και άλλων θλιβερών καταστάσεων.

Το κομματικό κράτος ζει και βασιλεύει. Η εκπαίδευση παραπαίει. Η ανασφάλεια καλύπτει βασικούς τομείς της ζωής. Η εκμετάλλευση είναι νόμιμη. Η εργασία έχει βαπτιστεί απασχόληση. Η σκέψη και η ενέργεια είναι κατευθυνόμενες, ο πολίτης  ανενεργός, το περιβάλλον έχει δηλητηριαστεί, και η ζωή τραβάει προς την κατηφόρα, έχουσα ως στόχο το άραγμά της στο ελώδες έδαφος της πολιτισμικής παρακμής.

Όπως, λοιπόν, δείχνουν τα στοιχεία, η νεοελληνική κοινωνία  ποτέ της δεν έζησε με ελάχιστο μέγεθος ή ποιόν βίας και αυτό διότι δεν υπήρξε επί της ουσίας πολιτισμένη και δημοκρατική. Από το στάδιο της σκληρότητας και της τυραννίας εισήλθε μετά από ένα μικρό φεγγάρι αναλαμπής σ’ αυτό της σύγχρονης ακρότητας και ασυδοσίας, όπου κυριαρχεί το χάος και ο αποπροσανατολισμός του νου.

Πολλοί  είναι εκείνοι που θεωρούν ότι η βία στις μέρες μας είναι στοιχείο προς εξάλειψιν  και περιορίζεται μόνον σε κάποιους τομείς, όπως σε μεμονωμένα περιστατικά ξυλοδαρμού, σεξουαλικής συμπεριφοράς, κλοπής παιδιών, ληστειών, δολοφονιών, στις συγκρούσεις μεταξύ οπαδών ομάδων ή μεταξύ αστυνόμων και διαδηλωτών και ορισμένων άλλων που έχουν σχέση με τις προσωπικές διαφορές. Εδώ κάνουν λάθος, διότι στην πραγματικότητα , έστω και με πιο «εξευγενισμένη»   μορφή είναι εξαπλωμένη σε όλους σχεδόν τους τομείς της ζωής.

Βία ασκείται στο παιδί, στον έφηβο, στον  νέο  από το αφιλόξενο σχολικό περιβάλλον, το φορτικό πρόγραμμα, την ανυπαρξία παιχνιδιού, το φροντιστήριο, την βαθμοθηρία, την εκπαιδευτική και υλικοτεχνική ανεπάρκεια, την ορατή για το μέλλον αβεβαιότητα, την ανεργία, την οικογενειακή αποσύνθεση, την κρατική αδιαφορία, τις νέες τεχνολογίες αποχαύνωσης και τις θανατηφόρες ναρκωτικές ουσίες.

Βία ασκείται στον πολίτη απ’ τους διοικούντες την κοινωνία, το αστικό περιβάλλον και τους συμπολίτες του, εμποδίζοντάς τον να κυκλοφορήσει με άνεση, να εργαστεί , να ζήσει με αξιοπρέπεια και ασφάλεια, να εξελιχθεί και να αμειφθεί  με βάση τα προσόντα και την παραγωγή του έργου του,  να σκεφθεί νηφάλια και να ψηφίσει κατά τις εκλογές τον πιο άξιο παραγωγό κοινωφελούς έργου.

Βία ασκούν οι κατέχοντες τον πλούτο και τα μέσα εργασίας προς τους φτωχούς.

Βία ασκούν οι τρομοκράτες κι οι ληστές προς τα όργανα του κράτους, τους εργαζόμενους και ανυποψίαστους πολίτες κατά τις επιχειρήσεις τους.

Βία ασκεί η τηλεόραση προς τους τηλεθεατές με σκοπό τον έλεγχό τους.

Βία ασκεί γενικά το κράτος  προς τους πολίτες και οι πολίτες προς αυτό .

Βία ασκεί  ο τρόπος ζωής αυτής της λεγόμενης ανεπτυγμένης κοινωνίας, με την δημιουργία τεχνητών αναγκών, όπου όλοι τρέχουν βιαστικά για να προφτάσουν τα πάντα και όλα πάλι βρίσκονται από πίσω τους, διαγράφοντας έναν διαρκή φαύλο κύκλο.

Βία τέλος ασκεί η τρόικα των τραπεζιτών του διεθνούς κεφαλαίου κατά των μικρομεσαίων λαϊκών στρωμάτων της χώρας μας και όσων άλλων υπόκεινται στο μαρτύριο της φτώχιας και της εκμετάλλευσης.

Ο μεγάλος σοφιστής Πρωταγόρας έλεγε ξεκάθαρα πως: «Μέτρο για όλα είναι ο άνθρωπος». (Πλάτων: Κρατ. 385 ef  και Σέξτος: Πυρ. I 216-219)

Ο  οξυδερκής φιλόσοφος Επίκουρος τόνιζε ότι «Το φυσικό δίκαιο αποτελεί σύμβαση προς το συμφέρον του ανθρώπου, να μην βλάπτει άλλους και να μην βλάπτεται από άλλους». ( Κύρια Δόξα XXXI)

Ο δε άξιος συνεχιστής του έργου του Λουκρήτιος επισήμαινε πως: «Οι άνθρωποι δεν κατάλαβαν ότι η ιδιοκτησία έχει τα όριά της και ότι η απόλαυση φτάνει ως ένα σημείο. Και η άγνοια αυτή μας παρέσυρε στα ανοιχτά και ξεσήκωσε από τον βυθό τα μεγάλα κύματα του πολέμου…» (Περί Φύσεως 5. 1431)

Τι άλλο, λοιπόν, απέμεινε σε μας από το να πούμε, ότι πρέπει να εκπολιτιστούμε και να ζούμε απλά, σεβόμενοι τον περιβάλλοντα κόσμο και τους συνανθρώπους μας;

Ας το επιχειρήσουμε, διότι είναι εφικτό!