Θεσσαλονίκη,

Γράφει ο Γιάννης Δελόγλου

Στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Θεσσαλονίκης παρουσία του δημάρχου Πέλλας κ. Γρηγόρη Στάμκου, της Γενικής Γραμματέως του δημοτικού συμβουλίου δήμου Θεσσαλονίκης κ. Ελένης Τζούτζια, ο καθηγητής ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Ιάκωβος Μιχαηλίδης έκανε εκτενή αναφορά προς το κοινό για το όραμα της εθνικής ολοκλήρωσης και τους Βαλκανικούς πολέμους.

Η πρόεδρος του Βαφοπούλειου Ιδρύματος, φιλόλογος  κ. Θεοδώρα Λειψιστινού αναφέρθηκε για τους σκοπούς του ιδρύματος και το όραμα των δωρητών του ζεύγους Βαφόπουλου που πίστεψαν στην πνευματική καλλιέργεια των ανθρώπων.

Ο δήμαρχος Πέλλας κ. Γρηγόρης Στάμκος ευχαρίστησε το διοικητικό συμβούλιο της Μικρασιατικής Εστίας νομού Πέλλας για τις ιστορικής σημασίας εκδηλώσεις που διοργανώνει και τόνισε ότι η δημοτική του αρχή θα είναι στο πλευρό τους.

Στη συνέχεια η πρόεδρος της Μικρασιατικής Εστίας, κ. Ελένη Μαυροκεφαλίδου έκανε την παρουσίαση με αναγνώσματα από το καλαίσθητο και πλούσιο σε ιστορικά στοιχεία ημερολόγιο του συλλόγου με τίτλο, «Γιαννιτσά 2012. Το τέλος μιας εποχής».

Η κ. Μαυροκεφαλίδου τόνισε:

Το Ημερολόγιο του 2012, που επιμελήθηκα για λογαριασμό  της Μικρασιατικής Εστίας Ν Πέλλας με τον τίτλο  Γιαννιτσά 1912- Τέλος μιας εποχής,είναι μια διαφορετική προσέγγιση της ιστορίας μέσα από φωτογραφίες, σκίτσα,  καρτ ποστάλ και λιθογραφίες. Εξιστόρηση, που στηρίζεται σε  λογοτεχνικές αφηγήσεις, σελίδες ημερολογίων, δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις και  ιστορικά έγγραφα. Σίγουρα δεν είναι όλη η ιστορία, αλλά είναι μια αφορμή για ιστορική έρευνα και προβληματισμό.

« Εγώ είμαι ο τόπος σου·

ίσως να μην είμαι κανείς

αλλά μπορώ να γίνω αυτό που θέλεις.»

Θα ξεκινήσω μ’ αυτούς τους στίχους του Σεφέρη, γιατί ο κάθε τόπος έχει τη δική του ιστορία και φυσικά τα Γιαννιτσά έχουν μια μακρά ιστορική διαδρομή, που φτάνει μέχρι τα  τέλη της 7ης   και τις αρχές  της 6ης  χιλιετίας.  Μια μικρή επτάλοφος, όπως τη χαρακτήρισε ο Μενέλαος Λουντέμης, απλώνεται πάνω σε  χαμηλούς λόφους , στη σκιά του Πάϊκου, που επιβλητικά υψώνεται στα βόρεια της πόλης. Οι Οθωμανοί , κατά τον Εβλιγιά Τσελεμπή, με επικεφαλής τον Γαζή  Αχμέτ  Εβρενός  Μπέη κατέλαβαν το μικρό οικισμό, που ήταν  στην περιοχή « Παλαιά Αγορά»,  βόρεια της Εγνατίας, γύρω στα 1385. Έτσι, ξεκινά η Οθωμανική περίοδος για την πόλη με το νέο όνομα Yenije –i  Vardar   ή  Vardar Yenijesi ,δηλαδή η νέα πόλη του Βαρδαρίου. Σύντομα, έγινε σημαντικό  στρατιωτικό και καλλιτεχνικό  κέντρο των Οθωμανών και  αργότερα, όταν σ’ αυτήν θάφτηκε ο Γαζή Εβρενός και ο μεγάλος δάσκαλος Σεΐχης Ιλαχή έγινε ιερή πόλη των Μωαμεθανών.

Η Οθωμανική περίοδος κράτησε περίπου πεντακόσια τριάντα χρόνια, η  πόλη γνώρισε μεγάλη ακμή, ο πληθυσμός της κάποια στιγμή  έφτασε τις πενήντα χιλιάδες και είχε δέκα χιλιάδες (10000) σπίτια. Αλλά   και χρόνια  δραματικά όπως το 1839, όταν  έπεσε χολέρα στην πόλη και  πέθανε το 80% του τουρκικού πληθυσμού.

Στα τέλη του 19ου  και στις αρχές του 20ου αιώνα, στα Γιαννιτσά υπήρχαν έντεκα  μουσουλμα-               νικές συνοικίες ( με 1483 σπίτια και 7500 μουσουλμάνους),στο νότιο  μέρος της πόλης,  και  πέντε χριστιανικές συνοικίες (με 925 σπίτια και 5600 χριστιανούς) στο βόρειο μέρος της πόλης .

Στις αρχές του  20ου αιώνα, όταν τα κύμβαλα του πολέμου άρχισαν να ηχούν,  ο λαός  δοκιμάστηκε σκληρά, γιατί είχε να αντιμετωπίσει δύο εχθρούς, τους Τούρκους και τους   Βούλγαρους, οι οποίοι αναγνωρίζοντας  το στρατηγικό χαρακτήρα της περιοχής, μετά την αποτυχημένη εξέγερση του Ίλιντεν ( 1903),  έστειλαν ένοπλα σώματα, για να θέσουν υπό τον έλεγχό τους το Βάλτο των Γιαννιτσών. Έτσι από το φθινόπωρο του 1904, ο Μακεδονικός Αγώνας μεταφέρθηκε σταδιακά στη Λίμνη των Γιαννιτσών. Ο ντόπιος πληθυσμός  βοήθησε  με όποιο τρόπο μπορούσε τους καπεταναίους που έστειλε το Ελληνικό Προξενείο της Θες/νίκης. Πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε ο Γκόνος Γιώτας,«το στοιχειό της λίμνης»,που παρέμεινε στο βάλτο από το 1904-1908, ως συνδετικός κρίκος όλων των αρχηγών και οδηγός των επικίνδυνων περασμάτων.

Η Λευτεριά βέβαια δεν ήρθε, παρέμενε όμως το μεγάλο όραμα. Όταν πρωθυπουργός έγινε ο Ελευθέριος Βενιζέλος(1910) επεδίωξε τη συνεργασία με τους άλλους βαλκανικούς λαούς ,γιατί πίστευε  πως μόνο μέσα από τη συνεργασία θα  μπορούσαν να απελευθερωθούν οι σκλαβωμένες περιοχές. Έτσι το 1912 έχουμε την Τετραπλή Συμμαχία και είμαστε  σύμμαχοι με τους Βουλγάρους, Σέρβους και Μαυροβούνιους ενάντια στο Μεγάλο Ασθενή. Ο πόλεμος κηρύχτηκε 4 Οκτωβρίου του 1912 και μετά από μια νικηφόρα πορεία: Ελασσόνα,  Σέρβια,  Κοζάνη, Κατερίνη και Βέροια, ο ελληνικός στρατός βρίσκεται στη Σκύδρα στις 18 Οκτωβρίου.

Η διαταγή δίνεται για πορεία προς τη Θεσσαλονίκη και ο ακαδημαϊκός Σπύρος Μελάς γράφει – σελ 67  και συνεχίζει σελ 71 -79   Η νύχτα ήρθε και η μάχη δεν τελείωσε . Ο Π Βρυζάκης γράφει στο Ημερολόγιο του σελ 85 Για την 20 Οκτωβρίου ο Ταχσίν πασάς γράφει στα απομνημονεύματά του. σελ 101  … το μέτωπο έσπασε και ο τουρκικός τομέας παραδίδεται στις φλόγες σελ 105 και παρακάτω σχολιάζει την καταστροφή και τη λεηλασία 111-112

Για την είσοδο του στρατού στα Γιαννιτσά ο Μελάς γράφει σελ 107  Ο τουρκικός στρατός υποχωρεί και μαζί του καραβάνια προσφύγων  ο Κρώφορντ Πράις  ανταποκριτής των Τάιμς σχολιάζει …121 Μετά από ένα διάστημα τεσσάρων ημερών ο Τασχίν πασάς  υπογράφει το πρωτόκολλο παράδοσης  σελ 129

Επί Δημαρχίας Βόσκογλου  στήθηκε νότια της Εγνατίας το ηρώον της πόλης για τους νεκρούς των Βαλκανικών πολέμων. Θα κλείσω με ένα απόσπασμα από το πνευματικό εμβατήριο του Σικελιανού

Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος.

Σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα,

σπρώχτε με χέρια και κεφάλια, για ν’ αστράψει ο ήλιος Πνέμμα!»

Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης

 

Η ομιλία του κ. Ιάκωβου Μιχαηλίδη, στην ίδια εκδήλωση έχει ως εξής:

«Το τέλος του 19ου και η αρχή του 20ου αιώνα σημαδεύτηκαν από μεγάλες ανακατατάξεις στις διεθνείς πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές σχέσεις, οι οποίες επηρέασαν καθοριστικά την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων ανατρέποντας παγιωμένες αντιλήψεις και συμπεριφορές και επιβάλλοντας νέα δεδομένα. Όσον αφορά την ευρωπαϊκή ήπειρο,  η αναζήτηση νέων αγορών, η διαμάχη για τον έλεγχο των δρόμων του πετρελαίου, οι ανοιχτοί λογαριασμοί από τις οξείες εθνικές διεκδικήσεις με μήλο της έριδος διαφιλονικούμενες περιοχές, η άνοδος νέων ιδεολογικών ρευμάτων σε συνδυασμό με την παρακμή και την ταχεία αποσύνθεση των γηραιών αυτοκρατοριών οδήγησαν στη συγκρότηση αντίπαλων συνασπισμών και τελικά στην έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Η αναζήτηση νέων διεθνών ισορροπιών επεκτάθηκε αναπόφευκτα και σε τοπικό επίπεδο. Ιδιαίτερα στη νότια Βαλκανική η αυγή του 20ου αιώνα χαρακτηρίσθηκε από καταιγιστικές αλλαγές παρασύροντας, περισσότερο ή λιγότερο, όλα τα εθνικά κράτη της περιοχής. Στο επίκεντρο των ζυμώσεων βρέθηκε ο χώρος της μείζονος γεωγραφικής Μακεδονίας, μιας περιοχής με όρια το όρος Όλυμπος στο νότο, την οροσειρά του Σκάρδου στο Βορά,  δυτικά την Πίνδο και Ανατολικά τον Νέστο ποταμό. Υπαγόμενη διοικητικά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η γεωγραφική Μακεδονία υπήρξε το επίκεντρο οξύτατων εθνικών ανταγωνισμών, κυρίως ανάμεσα στους Έλληνες που επικαλούνταν τα αναμφισβήτητα ιστορικά τους δίκαια στην περιοχή και τους Βούλγαρους που επεδίωκαν να εκμεταλλευθούν τη γλωσσική τους συγγένεια με τους σλαβικούς πληθυσμούς της υπαίθρου, ενώ δευτερεύων ήταν ο ρόλος των Σέρβων και των Ρουμάνων. Στις τοπικές αντιπαλότητες αναμείχθηκαν ενεργά κυρίως οι Ρώσοι που παραδοσιακά επεδίωκαν την έξοδο στα λιμάνια του Αιγαίου Πελάγους και για το λόγο αυτό υποστήριζαν απροκάλυπτα τις επιδιώξεις της Σόφιας, των Αυστριακών που ενδιαφέρονταν για τα οικονομικά προνόμια του λιμανιού της Θεσσαλονίκης αλλά και των Άγγλων που επιθυμούσαν τη διατήρηση του υπάρχοντος εδαφικού καθεστώτος υποστηρίζοντας τους Οθωμανούς αλλά και τους Έλληνες ως ανάχωμα στην πλημμυρίδα του Πανσλαυισμού.

Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο που διαμόρφωσαν διεθνείς, περιφερειακοί αλλά και τοπικοί παράγοντες διαδραματίσθηκαν τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα γεγονότα που άφησαν ανεξίτηλη τη σφραγίδα τους στη συλλογική ιστορική μνήμη. Ο ένοπλος Μακεδονικός Αγώνας της περιόδου 1904-1908, η Νεοτουρκική Επανάσταση (1908) και οι Βαλκανικοί Πόλεμοι του 1912-1913 οδήγησαν στην αποσύνθεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την απώλεια των ευρωπαϊκών επαρχιών της και την επαναχάραξη των συνόρων.

O χώρος της μείζονος Μακεδονίας αν και υπήρξε ήδη από την σύσταση του ελληνικού κράτους κεντρικό σημείο στόχευσης του ελληνικού αλυτρωτισμού, ωστόσο επί αρκετές δεκαετίες μετά το 1830 δεν αποτέλεσε την πρώτη προτεραιότητα στους εθνικούς στόχους. Κι αυτό γιατί τα ζητήματα της Κρήτης, των Επτανήσων και της Θεσσαλίας μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον των εκάστοτε ελληνικών κυβερνήσεων. Δεν ήταν  βέβαια-ούτε ποτέ υπήρξε- αυτονόητος ο γεωγραφικός προσδιορισμός του μακεδονικού χώρου. Σε γενικές γραμμές, η πρόσληψη της Μακεδονίας διαμορφωνόταν από την ανάγνωση αρχαίων γεωγράφων, όπως ο Στράβων, ξένων περιηγητών αλλά και λογίων του 19ου αιώνα, οι οποίοι επηρεάζονταν από τις ιδεολογικές προτεραιότητες της εποχής καθώς και τις πολιτικές και διπλωματικές επιδιώξεις εκάστης ενδιαφερόμενης βαλκανικής χώρας.Συμπυκνώνοντας τα προβλήματα γύρω από την οριοθέτηση του χώρου, ο ιστορικός Γιάννης Κολιόπουλος υποστήριξε: «Η Μακεδονία, η αρχαία ιστορική ελληνική χώρα όσο και η νεώτερη γεωγραφική περιοχή που είναι γνωστή με αυτήν την ονομασία, υπήρξε μια από τις πιο πολυσυζητημένες ίσως χώρες του κόσμου. Επί δύο και πλέον αιώνες από τότε που οι αντιπρόσωποι της επαναστατημένης Γαλλίας εισήγαγαν στη δυτική νησιωτική και ηπειρωτική Ελλάδα τις ιδέες και τα συνθήματα που τροφοδότησαν ενίοτε τον εθνικισμό, η αρχαία ελληνική χώρα υπήρξε αντικείμενο ερευνών αλλά και μυθοπλασίας από αρχαιολόγους, ιστορικούς, εθνολόγους, διεθνολόγους, κοινωνικούς ανθρωπολόγους, γεωγράφους και ανθρωπογεωγράφους, δημοσιογράφους και πολιτικούς». Τα όρια της μείζονος γεωγραφικής Μακεδονίας, η οποία σήμερα βρίσκεται μεταξύ της Ελλάδας, της Π.Γ.Δ.Μ. και της Βουλγαρίας (ενώ ένα πολύ μικρό τμήμα της περιλαμβάνεται επίσης στην Αλβανία) προσδιορίσθηκαν το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και έγιναν εν πολλοίς αποδεκτά από τους βασικούς διεκδικητές της περιόδου, Έλληνες, Βούλγαρους και Σέρβους.

Η Μακεδονία κατά την Τουρκοκρατία διατηρούσε όλα τα χαρακτηριστικά μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας, όπου η διάκριση των υπηκόων γινόταν με βάση το θρήσκευμα εξυπηρετώντας έτσι πρωτίστως τις φορολογικές ανάγκες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Χριστιανοί και οι Μουσουλμάνοι αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων της. Οι πρώτοι επιβαρύνονταν με τον κύριο όγκο των φόρων, ενώ οι δεύτεροι επάνδρωναν τον διοικητικό μηχανισμό και τις στρατιωτικές μονάδες. Οι Χριστιανοί έως το 1870 εκπροσωπούνταν στο σύνολό τους από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ανεξάρτητα από τη γλώσσα που μιλούσαν. Ελληνόφωνοι, Σλαβόφωνοι, Αλβανόφωνοι και Βλαχόφωνοι αποτελούσαν διακριτές κοινότητες ενός πολύγλωσσου κόσμου, που διέθετε ως μόνο αξιόπιστο στοιχείο προσδιορισμού του, μέχρι τις αρχές περίπου του 20ού αιώνα, τη θρησκευτική του προσήλωση.

Έως και τη δεκαετία του 1870, η τύχη του μακεδονικού πληθυσμού συγκινούσε σχεδόν αποκλειστικά διάφορες πατριωτικές οργανώσεις. Μεταξύ των οργανώσεων, που δραστηριοποιήθηκαν για να συνδράμουν τον μακεδονικό ελληνισμό, ήταν ο «Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων». Ο σύλλογος είχε ιδρυθεί από επιφανή στελέχη της αθηναϊκής κοινωνίας, είχε ως πρώτο πρόεδρό του τον Αλέξανδρο Σούτσο και ως κύριο στόχο του την ενίσχυση της ελληνικής παιδείας στις υπόδουλες επαρχίες. Παράλληλα όμως με την ενδυνάμωση του εκπαιδευτικού έργου, δημιούργησε πυρήνες εθνικής δραστηριότητας σε πολλές πόλεις της Μακεδονίας, συγκεντρώνοντας έτσι πολύτιμες πληροφορίες για την κατάσταση που επικρατούσε στην περιοχή. Είναι μάλιστα ενδεικτικό ότι κατά τη διάρκεια της Ανατολικής Κρίσης, στα μέσα της δεκαετίας του 1870, ο σύλλογος χρησιμοποίησε τα πληθυσμιακά στοιχεία που είχε συλλέξει καταρτίζοντας εθνολογικούς χάρτες για να υποστηρίξει τα δίκαια του ελληνισμού στην περιοχή. Παρόμοια δράση ανέπτυξε και ο «Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως», ο οποίος ιδρύθηκε το 1861, διαδραματίζοντας καθοδηγητικό ρόλο στην εκπαίδευση του υπόδουλου ελληνισμού. Εξέδωσε σχολικά βιβλία, κατήρτισε εκπαιδευτικά προγράμματα, απέστειλε δασκάλους και παρείχε οικονομική υποστήριξη στις άπορες σχολικές εφορείες. Για τις ενέργειές του αυτές ο σύλλογος χαρακτηρίστηκε ως το «Υπουργείο Παιδείας» του υπόδουλου ελληνισμού.

Κρίσιμη χρονική καμπή, που επαναπροσδιόρισε το ενδιαφέρον για την τύχη της Μακεδονίας, αποτέλεσε η δεκαετία του 1870. Ήταν τότε που ο ελληνικός αλυτρωτισμός συνάντησε και αναμετρήθηκε -για πρώτη φορά στη Μακεδονία- με τους αντίστοιχους αλυτρωτισμούς και τις μεγάλες ιδέες των γειτονικών βαλκανικών λαών, Βουλγάρων και Σέρβων. Προηγήθηκε η ίδρυση της βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870, ακολούθησε η Ανατολική Κρίση το 1875 και τελικά η υπογραφή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, το 1878, που δημιούργησε πρόσκαιρα τη «Μεγάλη Βουλγαρία» απειλώντας έτσι τα συμφέροντα του ελληνισμού στη μακεδονική ενδοχώρα. Ο φόβος του Πανσλαβισμού κινητοποίησε τόσο τις επίσημες ελληνικές διπλωματικές αρχές όσο και τις προστάτιδες δυνάμεις, ιδίως την Αγγλία, οι οποίες δεν έβλεπαν ευνοϊκά την αύξηση της ρωσικής επιρροής στη Νότια Βαλκανική.

Την τριετία 1875-1878 οι ραγδαίες εξελίξεις στα μέτωπα του πολέμου αρχικά με την επανάσταση στην περιοχή της Ερζεγοβίνης (1875), στη συνέχεια τον σερβοτουρκικό πόλεμο του 1876 και την βουλγαρική επανάσταση τον Απρίλιο του ίδιου έτους προκάλεσαν γενικότερη κρίση στην βαλκανική καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όταν τον Δεκέμβριο του 1876 συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη η Συνδιάσκεψη των Πρεσβευτών των Μεγάλων Δυνάμεων προκειμένου να ασχοληθεί για πρώτη φορά με την υπόθεση της Μακεδονίας, άρχισε να γίνεται αντιληπτό σε Αθήνα, Σόφια και Βελιγράδι πως η ώρα του ξεκαθαρίσματος λογαριασμών στην περιοχή είχε φτάσει. Μάλιστα, φήμες που διέρρεαν από τη Συνδιάσκεψη και έκαναν λόγο για παραχώρηση του μεγαλύτερου μέρους των μακεδονικών εδαφών στην υπό σύσταση βουλγαρική ηγεμονία προκάλεσαν αναταραχή στους Έλληνες της Μακεδονίας. Στα ελληνικά Προξενεία Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου αλλά και στο Οικουμενικό Πατριαρχείο έφταναν επιστολές με εκατοντάδες υπογραφές Μακεδόνων που διαμαρτύρονταν για τις προθέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων.

Οι ατελέσφορες συζητήσεις στην Κωνσταντινούπολη μπορεί προς στιγμήν να λειτούργησαν ανακουφιστικά για τα ελληνικά ερείσματα στη Μακεδονία, σύντομα όμως αναζωπυρώθηκαν εκ νέου, μετά το ξέσπασμα ενός ακόμη ρωσοτουρκικού πολέμου, τον Απρίλιο του 1877 έως και τις αρχές του 1878. Στη διάρκειά του σημειώθηκε μεταστροφή της επίσημης ελληνικής στάσης στην υπόθεση της Μακεδονίας και μετατόπιση του κέντρου βάρους της από το ενδιαφέρον για την εμπορική δραστηριότητα στην αγωνία για την τύχη του ελληνισμού λόγω της έντασης της σλαβικής δραστηριότητας στην περιοχή, χωρίς ωστόσο να είναι αρκετή, ώστε να οδηγήσει σε απόφαση επίσημης εμπλοκής, παρά μόνο στην εντατικοποίηση των διπλωματικών παρεμβάσεων -κατά κανόνα αμυντικών- και την ενίσχυση ιδιωτικών σωματείων που δραστηριοποιούνταν στο μακεδονικό χώρο. Μεσούσης της Ανατολικής Κρίσης, η Ελλάδα έμοιαζε με ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Στην πρωτεύουσα σωματεία, ενώσεις και αδελφότητες οργάνωναν καθημερινά λαϊκά συλλαλητήρια πιέζοντας την κυβέρνηση να κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία, τασσόμενη στο πλευρό των Ρώσων που προήλαυναν από βορρά. Στις στήλες του Ολυμπίου Διός, στο Θησείο και κάτω από την Ακρόπολη πραγματοποιούνταν στρατιωτικά γυμνάσια. Σαλπίσματα ηχούσαν στους δρόμους, ενώ τα μικρά παιδιά γυμνάζονταν με πολεμικά παιχνίδια. Παράλληλα, κατά τη διάρκεια του 1877, διάφορες εθνικές εταιρείες άρχισαν να διενεργούν εράνους, να αγοράζουν όπλα και να προετοιμάζουν εξεγέρσεις στις υπόδουλες επαρχίες υποκαθιστώντας για μια ακόμη φορά την επίσημη κυβέρνηση.

Στις αρχές του 1878 πραγματοποιήθηκε μεγάλη συγκέντρωση Μακεδόνων στην Αθήνα. Εκεί εκλέχθηκε μία Μακεδονική Επιτροπή. Πρόεδρός της ορίστηκε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωάννης Πανταζίδης και μέλη ο στρατιωτικός γιατρός Γεώργιος Παπαζήσης, ο καθηγητής Νικόλαος Χαλκιόπουλος και οι δικηγόροι Λεωνίδας Πασχάλης και Στέφανος Δραγούμης. Ο τελευταίος ήταν γόνος της γνωστής μακεδονικής οικογένειας των Δραγουμαίων από το Βογατσικό της Καστοριάς. Η συνεργασία των μακεδονικών οργανώσεων οδήγησε τελικά στην περίφημη εξέγερση του Ολύμπου, τον Φεβρουάριο του 1878. Την ίδια στιγμή που στο προάστιο της Κωνσταντινούπολης Άγιος Στέφανος αποφασιζόταν η παραχώρηση του μεγαλύτερου μέρους της μείζονος Μακεδονίας στη βουλγαρική ηγεμονία, στους πρόποδες του Ολύμπου, στο Λιτόχωρο, σχηματιζόταν η «Προσωρινή Κυβέρνηση της Μακεδονίας» με πρόεδρο τον Ευάγγελο Κοροβάγκο. Με προκήρυξή τους προς τους Προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη οι επαναστάτες του Λιτοχώρου διατράνωναν τη θέλησή τους να αγωνιστούν για την ένωση της Μακεδονίας με την Ελλάδα. Επικεφαλής της εξέγερσης τέθηκε ο λοχαγός Κοσμάς Δουμπιώτης, ο οποίος, μαζί με 500 άνδρες, αποβιβάστηκε στις ακτές του Λιτοχώρου και για δύο μήνες πρωτοστάτησε στις ηρωικές αλλά τελικά αποτυχημένες προσπάθειες για την απελευθέρωση της περιοχής. Ισχυρές οθωμανικές στρατιωτικές δυνάμεις κατέφθασαν σύντομα, καταστέλλοντας με βίαιο τρόπο κάθε επαναστατική διάθεση. «Το Λιτόχωρον εγκαταλειφθέν υπό των ολιγίστων επαναστατών των εν αυτώ ευρισκομένων κατά την επίθεσιν του τουρκικού στρατού, ελεηλατήθη υπό των τουρκικών στρατευμάτων και παρεδόθη ολόκληρον εις το πυρ, εξαιρέσει μιας εκκλησίας και ολιγίστων οικιών. … αι εξακόσιαι περίπου οικογένειαι των Λιτοχωρινών, αφού απεγυμνώθησαν και εστερήθησαν των πάντων, εισί καταδεδικασμένοι υπό της φιλανθρωπίας του Ασσάφ πασσά να μένωσιν άστεγοι  και άσιτοι, εκτεθειμένοι εις τον κίνδυνον ν’ αποθάνωσιν υπό του ψύχους και της πείνης ή να κακοποιηθώσιν υπό των οσημέραι συσσωρευομένων εκεί παντοίων ατάκτων στοιχείων, Κιρκασίων, Αλβανών Γκέγκιδων κ.τ.λ.» αναγραφόταν σε αναφορές του Προξενείου Θεσσαλονίκης τον Μάρτιο του 1878.

Ταυτόχρονα με το Λιτόχωρο, επαναστατικά κινήματα ξέσπασαν και σε άλλες μακεδονικές εστίες -ιδιαίτερα στη Δυτική Μακεδονία- τα οποία επίσης κατεστάλησαν, μετά την πάροδο μερικών μηνών, από οθωμανικά στρατεύματα. Είχε βεβαίως μεσολαβήσει, το καλοκαίρι του 1878, η υπογραφή της Συνθήκης του Βερολίνου, η οποία ακύρωσε τα συμφωνηθέντα στον Άγιο Στέφανο ανακουφίζοντας προσωρινά τους Έλληνες Μακεδόνες.

Ωστόσο, οι άκαρπες επαναστατικές ενέργειες του 1878 δε στάθηκαν ικανές να αναχαιτίσουν την επαναστατική ορμή για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Όσο μάλιστα το δίκτυο των διπλωματών, των κληρικών και των δασκάλων μετέφερε στην Αθήνα ζοφερές εικόνες από την επικρατούσα κατάσταση στη μακεδονική ενδοχώρα, όπου η βουλγαρική προπαγανδιστική εκστρατεία βρισκόταν στο απόγειό της, τόσο οι μυστικές ζυμώσεις για την ανάληψη δράσης πολλαπλασιάζονταν. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος στο συντονισμό των κινήσεων πέρασε στα χέρια της Εθνικής Εταιρείας, μιας μυστικής πατριωτικής οργάνωσης η οποία ιδρύθηκε το 1894 από επιφανείς προσωπικότητες της αθηναϊκής κοινωνίας. Η Εθνική Εταιρεία συγκρότησε τον Ιούλιο του 1896 οκτώ ανταρτικά σώματα αποτελούμενα από 500 περίπου αντάρτες, ανάμεσά τους και πολλούς Μακεδόνες πρόσφυγες που είχαν καταφύγει στη Θεσσαλία μετά την επανάσταση του 1878, και τα απέστειλε στη Μακεδονία στο πλαίσιο αντιπερισπασμού στην Πύλη για τα γεγονότα που διαδραματίζονταν την ίδια περίοδο στην Κρήτη. Όμως το κίνημα του 1896, που είχε επικεφαλής τον Αθανάσιο Μπρούφα από το Αηδόνι των Γρεβενών, πνίγηκε τελικά στο αίμα από τον τουρκικό στρατό.

Οι πρωτοβουλίες της Εθνικής Εταιρείας επαναλήφθηκαν ένα χρόνο αργότερα, κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου, στην οροθετική γραμμή της Θεσσαλίας. Χαρακτηριστικό του ενθουσιασμού που επικρατούσε στις τάξεις του ελληνικού στρατεύματος ήταν το γεγονός ότι οι στρατιώτες που οδηγούνταν στο μέτωπο -ανάμεσά τους και ο νεαρός ανθυπολοχαγός Παύλος Μελάς, γαμπρός του Δραγούμη- ζητωκραύγαζαν υπέρ της Μακεδονίας. Ίδιες ήταν και οι αντιδράσεις του κόσμου στο Βελεστίνο και τη Λάρισα, όπου έφταναν οι στρατιώτες προωθούμενοι στην πρώτη γραμμή της μάχης. Ωστόσο η τραγική κατάληξη του πολέμου του 1897, με την ατιμωτική ήττα για τα ελληνικά όπλα, ακύρωσε κάθε σκέψη για υποκίνηση εξεγέρσεων στη Μακεδονία. Τη ζοφερή εκείνη κατάσταση αποτύπωσε με εύγλωττο τρόπο ο Παύλος Μελάς «Όσοι έχομεν ολίγον φιλότιμον και φιλοπατρίαν», έγραφε προς τη γυναίκα του Ναταλία, «εγίναμεν χίλια κομμάτια διά να τακτοποιήσωμεν και ενθαρρύνωμεν τον στρατόν μας και σας βεβαιώ ότι οι ταπεινοί και ασήμαντοι ανθυπολοχαγοί, κατώρθωσαν προς τούτον τον σκοπόν, πολύ περισσότερα από τους λιποψύχους και αναλγήτους αρχηγούς των. Είμεθα περίπου 40.000 άνδρες… το ηθικόν και πάλιν εξαίρετον μέχρι του βαθμού του λοχαγού, ώστε με ολίγην απόφασιν των ανωτέρων θ’ αποπλύνωμεν το αίσχος. Εγώ δεν απελπίζομαι ακόμη. Μη με παίρνετε διά τρελόν. δεν εννοώ βεβαίως ότι θ’ ανακτήσωμεν παν ό,τι απωλέσαμεν, αλλ’ έχω την πεποίθησιν ότι, με ολίγον θάρρος και ολίγην φιλοπατρίαν, δυνάμεθα πολλά ακόμη να πράξωμεν όπως ολιγοστεύσωμεν την ατιμίαν της πατρίδος».

Η τραγική κατάληξη του πολέμου του 1897 προκάλεσε οδυνηρό σοκ στην ελληνική κοινωνία. Δεν ήταν τόσο η ήττα όσο η καταρράκωση του ηθικού ενός ολόκληρου λαού. Για πρώτη φορά έγινε συνείδηση πως οι ιδιωτικές πρωτοβουλίες άγγιζαν συχνά τα όρια του τυχοδιωκτισμού και πως οποιοδήποτε φιλόδοξο σχέδιο προϋπέθετε πάνω απ’ όλα συστηματική οργάνωση και σχεδιασμό. «Η αποτυχία του πολέμου του ’97 έρριψε τον λίθον του αναθέματος κατά της Εθνικής Εταιρείας» σημείωνε ο Κωνσταντίνος Μαζαράκης-Αινιάν. Τα κατορθώματα του «στρατού του έθνους», των ατάκτων δηλαδή ανταρτικών ομάδων που πρωταγωνίστησαν στις αλυτρωτικές εξεγέρσεις μιμούμενοι τα κλέη των Κλεφτών και των Αρματολών της Επανάστασης, δεν έφεραν τελικώς το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Αντίθετα, όπως αποδείχθηκε τόσο με την προσάρτηση των Ιονίων νήσων και της Θεσσαλίας όσο και αργότερα με τα εδαφικά κεκτημένα των Βαλκανικών Πολέμων, ήταν τελικά η διεθνής διπλωματία, η προσχώρηση της ναυτικής Ελλάδας στην αγγλική σφαίρα επιρροής, η λειτουργία της ως αναχώματος στην πλημμυρίδα του Πανσλαβισμού καθώς και οι επιτυχίες του ελληνικού τακτικού στρατού οι παράγοντες εκείνοι που κατεξοχήν οδήγησαν στην εκπλήρωση των εθνικών στόχων.

Μπροστά στις εξελίξεις αυτές οι μακεδονικοί κύκλοι των Αθηνών είχαν κάθε λόγο να αγωνιούν, καθώς τα μηνύματα που έφταναν από τη Μακεδονία μόνο ενθαρρυντικά δεν ήταν. Το σπίτι του Μελά είχε εξελιχθεί σε στρατηγείο, όπου ο Παύλος μαζί με τον πεθερό του έβλεπαν συνεχώς Μακεδόνες, κυρίως Καστοριανούς και Κοζανίτες, ανταλλάσσοντας απόψεις για τις ενδεδειγμένες ενέργειες. Βρίσκονταν επίσης σε συνεχή αλληλογραφία με τον γιατρό Άγγελο Σακελλαρίου στη Γουμένισσα αλλά και πολλούς Μακεδόνες πρόσφυγες που ζούσαν στη Θεσσαλία. Στη θέση της Εθνικής Εταιρείας, που διαλύθηκε το 1900 πληρώνοντας έτσι τα λάθη του πρόσφατου παρελθόντος, ιδρύθηκε η «Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρεία». Συστάθηκαν επίσης διάφοροι άλλοι σύλλογοι, όπως ο «Κεντρικός Μακεδονικός Σύλλογος» του Χαλκιδιώτη γιατρού Θεοχάρη Γερογιάννη, ο οποίος εξέδιδε το περιοδικό «Μέγας Αλέξανδρος» καθώς και η εταιρεία «Ελληνισμός» του καθηγητή Νεοκλή Καζάζη, που κυκλοφορούσε το αντίστοιχο περιοδικό προσπαθώντας να διαφωτίσει τη διεθνή κοινή γνώμη. Ταυτόχρονα το Οικουμενικό Πατριαρχείο φρόντισε να αντισταθεί στον προσηλυτισμό των χωρικών στην Εξαρχία τοποθετώντας σε διάφορες μητροπόλεις φωτισμένους ιεράρχες, όπως τον Γερμανό Καραβαγγέλη στην Καστοριά, τον Ιωακείμ Φορόπουλο στο Μοναστήρι και τον Χρυσόστομο Καλαφάτη στη Δράμα.

Από την αυγή του 20ού αιώνα η ένοπλη βουλγαρική δραστηριότητα στον μακεδονικό χώρο κορυφώθηκε. Το Σεπτέμβριο του 1902 ξέσπασε η αποκαλούμενη εξέγερση της Τζουμαγιάς, η οποία είχε οργανωθεί από το Ανώτατο Μακεδονικό Κομιτάτο της Σόφιας. Λίγους μήνες αργότερα, τον Απρίλιο του 1903, Βούλγαροι αναρχικοί, οι αποκαλούμενοι «Γκεμιτζήδες, πραγματοποίησαν σειρά βομβιστικών επιθέσεων στη Θεσσαλονίκη ανατινάζοντας το κτίριο της Οθωμανικής Τράπεζας αλλά και το γαλλικό επιβατικό πλοίο Γκουανταλκιβίρ». Και τα δύο αυτά γεγονότα προκάλεσαν βαθιά εντύπωση στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, ενώ προβλημάτισαν έντονα τις οθωμανικές αρχές, οι οποίες εξαπέλυσαν κύμα διώξεων συλλαμβάνοντας περίπου 2.000 άτομα.

Το συμβάν όμως που άλλαξε τη ροή των γεγονότων ήταν η εξέγερση του Ίλιντεν, ανήμερα της γιορτής του Προφήτη Ηλία τον Αύγουστο του 1903, που εξυφάνθηκε από τις φιλοβουλγαρικές οργανώσεις της Μακεδονίας. Παρά τον έκδηλο βουλγαρικό χαρακτήρα της, η εξέγερση του Ίλιντεν κινητοποίησε όχι μόνο τα τμήματα του μακεδονικού πληθυσμού που έτρεφαν φιλοβουλγαρικά αισθήματα αλλά και αρκετά χριστιανικά χωριά, τα οποία ήταν γνωστά για τα ελληνικά τους ερείσματα. Κοινό τους υπόβαθρο στάθηκαν ασφαλώς οι αντιτουρκικές διαθέσεις αλλά και μια ιδεολογική πλατφόρμα που ήταν πλούσια σε κοινωνικά αιτήματα.

Η αναστάτωση στη Μακεδονία το καλοκαίρι του 1903 γρήγορα προκάλεσε την αντίδραση των οθωμανικών αρχών. Ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις στάλθηκαν στους τόπους της αναταραχής στη Δυτική Μακεδονία και σύντομα κατέστειλαν τις εστίες της αντίστασης.

Η εντατική ένοπλη δραστηριότητα των βουλγαρικών οργανώσεων, τόσο εκείνων που έδρευαν στη Σόφια όσο και παραφυάδων τους στη Μακεδονία, δεν ήταν δυνατόν να εξακολουθήσει να αφήνει ασυγκίνητους τους Έλληνες. «Επεβάλλετο, διά την περιφρούρησιν των συμφερόντων και την τιμήν του Έθνους, να υψώσωμεν και ημείς την σημαίαν της ελευθερίας και να μην αφήσωμεν εις τους Βουλγάρους το προνόμιον του αγώνος υπέρ της ανεξαρτησίας των εθνών», σημείωνε στα Απομνημονεύματά του ο πολιτικός και διπλωμάτης Περικλής Αργυρόπουλος. Ο ίδιος μάλιστα περιόδευσε στη Μακεδονία τον Απρίλιο του 1904, προκειμένου να διαπιστώσει εκ του σύνεγγυς την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί. Οι επί τόπου συναντήσεις του με Έλληνες αξιωματούχους επιβεβαίωσαν την απαισιοδοξία και την κατήφεια που η στάση ουδετερότητας της επίσημης Ελλάδας είχε σκορπίσει στον μακεδονικό ελληνισμό. «Οι Βούλγαροι εγέμισαν την χώραν με πράκτορας, που φέρουν αποτέλεσμα, διότι οι Μακεδόνες αντιλαμβάνονται ότι κάτι υπάρχει πίσω από τους πράκτορας, ένας στρατός ο οποίος εις δεδομένην στιγμήν θα επέμβη. Οι Έλληνες είναι επιφυλακτικοί, διότι πίσω από τους ολίγους πράκτοράς μας δεν υπάρχει τίποτα, δεν υπάρχει στρατός και έτσι ουδέν τολμούν να πράξουν» του εκμυστηρεύθηκε ο Έλληνας Πρόξενος στη Θεσσαλονίκη Ε. Ευγενιάδης.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, είχε γίνει συνείδηση πως η εθελοντική προσφορά των ιδιωτικών σωματείων, όσο σημαντική κι αν ήταν, αποδεικνυόταν ανεπαρκής. Ο Παύλος Μελάς ανήκε στους αξιωματικούς που αγανακτούσαν μπροστά στην αδράνεια της κυβέρνησης Θεοτόκη. Τα αισθήματά του τροφοδοτούνταν και από τις πύρινες επιστολές που του έστελνε ο αδελφός της γυναίκας του Ίων Δραγούμης, ο οποίος στα τέλη του 1902 είχε τοποθετηθεί Υποπρόξενος στο Μοναστήρι. «Από κανένα κράτος της Ευρώπης δεν έχομε να περιμένουμε ούτε βοήθεια, ούτε τίποτε. Να ξέρης πως είμαστε εντελώς μόνοι μας. Κανείς δεν μας βοηθεί και όλοι μας κτυπούν. Γιατί λοιπόν να μην κάνουμε μόνοι μας ό,τι πρέπει;»  αναρωτιόταν ο νεαρός διπλωμάτης. Λαμβάνοντας τέτοια μηνύματα ο Παύλος καθημερινά οργάνωνε εράνους, σύχναζε στα καφενεία της οδού Ζήνωνος για να βλέπει τους Μακεδόνες κτίστες και αλληλογραφούσε με πρώην συντρόφους του στην Εθνική Εταιρεία καθώς και με αξιωματικούς στη Λάρισα προκειμένου να συλλέξει πληροφορίες για τους Μακεδόνες πρόσφυγες που έφταναν στη Θεσσαλία. Σκοπός του ήταν η δυναμική κινητοποίηση του ελληνισμού. «Το διπλό σου γράμμα με ηλέκτρισε … Τι δεν θα έδιδα να είμαι κοντά σου και να σε βοηθώ εις τας ενεργείας σου» έγραφε στον Ίωνα. Κι αυτό το πέτυχε στα τέλη Φεβρουαρίου του 1904 μαζί με άλλους οραματιστές συντρόφους του.

Τότε, οι λοχαγοί του Πεζικού Αναστάσιος Παπούλας και Αλέξανδρος Κοντούλης, ο υπολοχαγός του Πεζικού Γεώργιος Κολοκοτρώνης και ο ίδιος ο ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού Παύλος Μελάς, μαζί με τους συνοδούς τους, ξεκίνησαν για μια μυστική αποστολή στη Μακεδονία με σκοπό να διαγνώσουν εκ του σύνεγγυς την κατάσταση και να αναφέρουν στην κυβέρνηση τις εντυπώσεις τους. Μετά από διάφορες περιπέτειες, οι αξιωματικοί επέστρεψαν σταδιακά στην Αθήνα, στη διάρκεια της άνοιξης, έχοντας όμως διαφορετικές εκτιμήσεις περί του πρακτέου. Ο Παπούλας και ο Κολοκοτρώνης εισηγήθηκαν την αποστολή στη Μακεδονία ισχυρών ενόπλων ομάδων από την ελεύθερη Ελλάδα, ενώ ο Κοντούλης και ο Μελάς πρότειναν τη συγκρότηση εντοπίων ανταρτικών ομάδων. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους ο ανυπόμονος Μελάς, που δεν είχε πάψει στιγμή να ενημερώνεται από τους φίλους του στη Μακεδονία, ξεκίνησε τη δεύτερη εικοσαήμερη περιοδεία του στη μακεδονική γη. Και η δεύτερη αποστολή του ήρθε απλώς να ενισχύσει τις αρχικές του απόψεις.

Ανεξάρτητα πάντως από τις διαφορετικές απόψεις που προτάθηκαν για τον τρόπο δράσης, είχε καταστεί πια κοινή συνείδηση στα μέσα του 1904 πως η ακολουθούμενη έως τότε πολιτική της ευγενούς διπλωματίας, της ουδετερότητας και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, της αποκαλούμενης «άψογης στάσης», αδυνατούσε να προασπίσει τα συμφέροντα του μακεδονικού ελληνισμού. Έτσι σταδιακά εγκαταλείφθηκε και τη θέση της πήραν τα όπλα.

Χρειάστηκε να μεσολαβήσει και η τρίτη περιοδεία του Παύλου Μελά στη Μακεδονία, που διακόπηκε με τον πρόωρο θάνατό του στη Στάτιστα, στις 13 Οκτώβριο του 1904, προκειμένου να ξεκινήσει η αποστολή ελληνικών ανταρτικών σωμάτων στα μακεδονικά βουνά. Ο θάνατος του νεαρού ευπατρίδη συγκλόνισε την ελληνική κοινή γνώμη και προκάλεσε θυελλώδη συλλαλητήρια στην Αθήνα που απαιτούσαν εκδίκηση, τα οποία έκαμψαν οριστικά τους δισταγμούς της κυβέρνησης Θεοτόκη. Στα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν έως το καλοκαίρι του 1908, τα οποία αποτελούν την ένοπλη φάση του Μακεδονικού Αγώνα, δεκάδες ελληνικά ανταρτικά σώματα έχοντας επικεφαλής αξιωματικούς του ελληνικού στρατού που παραιτούνταν μαζικά από τις θέσεις τους προκειμένου να ηγηθούν της ελληνικής ένοπλης αντεπίθεσης στη Μακεδονία και στελεχωμένα με άνδρες απ’ όλες σχεδόν τις εστίες του ελεύθερου και του υπόδουλου ελληνισμού, όπως τη Μάνη, την Κρήτη, την Κύπρο ή τη Μικρά Ασία, κατέφθασαν στη Μακεδονία. Στις πόλεις και τα χωριά της Μακεδονίας, στους ορεινούς όγκους και στην περιοχή της λίμνης των Γιαννιτσών διεξήχθη μία σκληρή, ένοπλη σύρραξη, ανάμεσα σε Έλληνες και Βούλγαρους αντάρτες, η οποία διέθετε όλα τα χαρακτηριστικά ενός κλασικού ανταρτοπολέμου. Σταδιακά η ελληνική παράταξη άρχισε να επανακαταλαμβάνει τα ερείσματα που είχε χάσει όλο το προηγούμενο διάστημα.

Έως τις αρχές του 1908 οι ελληνικές ανταρτικές ομάδες είχαν κατορθώσει να αναχαιτίσουν τη βουλγαρική διείσδυση, ιδιαίτερα στη νότια και μεσαία ζώνη της Μακεδονίας, ενισχύοντας ταυτόχρονα τα ελληνικά ερείσματα. Επρόκειτο αναμφίβολα για σημαντική στρατιωτική και πολιτική επιτυχία, η οποία αναπτέρωσε το φρόνημα του μακεδονικού ελληνισμού. Ωστόσο, η επανάσταση των Νεοτούρκων το καλοκαίρι του 1908 διέκοψε άδοξα τη στρατηγική της ανάσχεσης, προτού η ελληνική τακτική παγιώσει οριστικά την κυριαρχία της. Το κίνημα των νεαρών Τούρκων αξιωματικών παρείχε αφειδώς υποσχέσεις φιλελευθεροποίησης του οθωμανικού καθεστώτος προς όφελος των μειονοτήτων της αυτοκρατορίας. Ως αντάλλαγμα, ζητούσε από αυτές τη διακοπή των εχθροπραξιών. Υπό αυτό το πρίσμα, Έλληνες και Βούλγαροι αντάρτες εγκατέλειψαν τα μακεδονικά βουνά και κατέθεσαν τα όπλα προς όφελος της συμφιλίωσης.

Η επανάσταση των Νεοτούρκων μπορεί να διέκοψε άδοξα την ένοπλη φάση του Μακεδονικού Αγώνα, στάθηκε όμως -άθελά της- η αφετηρία για την επίλυση του Μακεδονικού Ζητήματος με τη μορφή που είχε προσλάβει στις αρχές του 20ού αιώνα. Σε διπλωματικό επίπεδο, δύο ήταν τα ανοικτά εθνικά ζητήματα που κυρίως απασχολούσαν τον ελληνισμό την ταραγμένη αυτή περίοδο των αρχών του 20ού αιώνα. Ο επαναστατικός αναβρασμός στην Κρήτη, ο οποίος είχε κορυφωθεί με την επανάσταση στο Θέρισο, στις 10 Μαρτίου του 1905 και η ταυτόχρονη κινητοποίηση στη Μακεδονία. Τα δύο κυρίαρχα ζητήματα της ελληνικής πολιτικής σκηνής βρίσκονταν σε στενή συνάρτηση μεταξύ τους και αλληλοτροφοδοτούνταν. Στο Κρητικό ζήτημα μετά τον Θέρισο οι υποστηρικτές της ένωσης της νήσου με την Ελλάδα είχαν ενισχύσει τη θέση τους και με  επικεφαλής τους τον Ελευθέριο Βενιζέλο αξίωσαν και πέτυχαν την αντικατάσταση του πρίγκιπα Γεωργίου στη θέση του αρμοστή από τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξανδρο Ζαΐμη.

Τα συμβάντα στην Κρήτη επηρέαζαν άμεσα την κατάσταση στη Μακεδονία, αφού οι Νεότουρκοι, προκειμένου να επιτύχουν τη διευθέτηση του Κρητικού ζητήματος προς όφελός τους, ασκούσαν πιέσεις σε βάρος των Ελλήνων Μακεδόνων.

Στις αρχές του 1909 η κατάσταση στα μακεδονικά εδάφη επιδεινώθηκε περαιτέρω, εναρμονιζόμενη ολοένα και περισσότερο με τις οργισμένες νεοτουρκικές αντιδράσεις για τη δραστηριότητα των Ελλήνων της Κρήτης. Σε μεγάλες μακεδονικές πόλεις οργανώθηκαν από τους Νεότουρκους και νέα συλλαλητήρια εναντίον των Κρητών, ωστόσο η συμμετοχή των εντοπίων υπήρξε περιορισμένη. Ταυτόχρονα, φήμες περιέτρεχαν τη μακεδονική πρωτεύουσα για δήθεν απόβαση ελληνικών στρατιωτικών μονάδων στην Κρήτη και ταυτόχρονη εξέγερση του μακεδονικού ελληνισμού. Το τεταμένο κλίμα οδήγησε σε στρατιωτική επιφυλακή των μονάδων του τουρκικού στρατού, ιδιαίτερα σε περιοχές με επαναστατική παράδοση, όπως η χερσόνησος της Χαλκιδικής και η περιοχή του Λιτοχώρου, στην ελληνοτουρκική μεθόριο. Παράλληλα, τα αστυνομικά μέτρα κατά Ελλήνων προκρίτων και κληρικών αυξήθηκαν. Τον Ιανουάριο οι οθωμανικές αρχές απέλασαν τον μητροπολίτη Δράμας. Στα τέλη Μαΐου, πάλι, στελέχη του Νεοτουρκικού Κομιτάτου απέτυχαν να δολοφονήσουν τον μητροπολίτη Κασσανδρείας. Αργότερα συνελήφθη και φυλακίσθηκε για λίγες ημέρες ο παλαίμαχος μακεδονομάχος Παναγιώτης Παπατζανετέας. Την ίδια στιγμή, κυρίως στη μακεδονική ύπαιθρο, η τρομοκρατική δράση ένοπλων ανταρτικών ομάδων βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη επιτείνοντας την ανασφάλεια. Τα ελληνικά χωριά της περιφέρειας Μοναστηρίου, μάλιστα, τρομοκρατούνταν από ένοπλους κομιτατζήδες.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, πολλοί από τους αξιωματικούς που είχαν πολεμήσει στα μακεδονικά βουνά, έλαβαν μέρος στους συνωμοτικούς κύκλους που οδήγησαν στη σύσταση του Στρατιωτικού Συνδέσμου και τελικά στο κίνημα στο Γουδί το 1909. Κάνοντας έναν σύντομο απολογισμό, μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως τελικά το κίνημα στο Γουδί εκτόνωσε την αυξημένη δυσαρέσκεια του σώματος των αξιωματικών απέναντι στις ενέργειες της πολιτικής ηγεσίας. Μάλιστα, τόσο οι εξελίξεις στην Μακεδονία όσο και οι αντίστοιχες στην Κρήτη συνέβαλαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση των ισορροπιών που οδήγησαν σε επικράτηση των επαναστατών. Μετά το καλοκαίρι του 1909 η διαχείριση όλων των ανοικτών εθνικών θεμάτων σταδιακά ριζοσπαστικοποιήθηκε. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι του 1912-1913 οδήγησαν αφενός στην αποχώρηση των Οθωμανών από τη Βαλκανική Χερσόνησο και αφετέρου στη διανομή της μείζονος γεωγραφικής Μακεδονίας ανάμεσα στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Σερβία και την Αλβανία».

 

 

Το Ημερολόγιο διατίθεται προς 15 ευρώ για την οικονομική ενίσχυση της Μικρασιατικής Εστίας Ν. Πέλλας . Όποιος επιθυμεί να το προμηθευτεί μπορεί να τηλεφωνήσει στο 6977036141 ή να στείλει μήνυμα στο elmav83697@gmail.com

Στο τέλος ακολούθησε μπουφές παραδοσιακών γεύσεων και τοπικών προιόντων του Δήμου Πέλλας συνοδεία σχήματος του «Αλεξάνδρειου Ωδείου Γιαννιτσών».