Οι συστάσεις, που τέθηκαν στο πλαίσιο ευρωπαϊκών αξιολογήσεων από το 2021, αφορούσαν μεταξύ άλλων τους συνοριακούς ελέγχους, την πολιτική θεωρήσεων εισόδου, τη διασύνδεση με ευρωπαϊκές βάσεις δεδομένων ασφαλείας και την αστυνομική συνεργασία.
Για την εφαρμογή τους απαιτήθηκαν τεχνολογικές αναβαθμίσεις και νομοθετικές και διοικητικές αλλαγές. Την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιβεβαίωσε την 1η Οκτωβρίου ο Υφυπουργός Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Νικόλας Ιωαννίδης, δηλώνοντας ότι «όλες οι συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θεωρούνται πλέον υλοποιημένες». Σύμφωνα με τον ίδιο, η Κύπρος είναι τεχνικά έτοιμη και το επόμενο βήμα είναι η εξασφάλιση της αναγκαίας πολιτικής συμφωνίας.
Επιφυλάξεις από Αυστρία και Ολλανδία
Όμως, για την πλήρη ένταξη της Κύπρου στην «Ζώνη Σένγκεν» δεν αρκεί η θετική τεχνική αξιολόγηση. Απαιτείται απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με ομοφωνία και κατόπιν διαβούλευσης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Σύμφωνα με πληροφορίες της DW, έχουν ήδη εκφραστεί ατύπως επιφυλάξεις από την Αυστρία και την Ολλανδία, οι οποίες αφορούν ζητήματα ασφάλειας που συνδέονται με την Πράσινη Γραμμή και το ιδιαίτερο καθεστώς των Βρετανικών Βάσεων. Παρότι δεν έχει επιβεβαιωθεί επίσημη απειλή βέτο, οι επιφυλάξεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι δύο χώρες είχαν στο παρελθόν προβάλει αντιρρήσεις στη διεύρυνση της Ζώνης Σένγκεν προς τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία.
Το πρόβλημα της Πράσινης Γραμμής
Το σημαντικότερο ίσως ζήτημα αφορά την Πράσινη Γραμμή, τη γραμμή κατάπαυσης του πυρός μήκους περίπου 180 χιλιομέτρων, που από το 1974, μετά την τουρκική εισβολή, χωρίζει τις ελεύθερες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας από το κατεχόμενο βόρειο τμήμα του νησιού. Η περιοχή επιτηρείται από την ειρηνευτική δύναμη των Ηνωμένων Εθνών (UNFICYP), ενώ η Πράσινη Γραμμή δεν αποτελεί διεθνώς αναγνωρισμένο κρατικό σύνορο.
Η διέλευση από τη μία πλευρά στην άλλη γίνεται μέσω εννέα οδοφραγμάτων και ρυθμίζεται από ειδικό ευρωπαϊκό κανονισμό. Το ιδιαίτερο αυτό καθεστώς δημιουργεί πρόβλημα για την ένταξη στη Σένγκεν, καθώς η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο στο σύνολο της γραμμής. Την ίδια στιγμή, η Λευκωσία απορρίπτει οποιαδήποτε ρύθμιση θα μπορούσε να τη μετατρέψει, νομικά ή ακόμη και συμβολικά, σε εξωτερικό σύνορο.
Η Δρ. Νάσια Χατζηγεωργίου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Μεταβατικής Δικαιοσύνης και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου UCLan Cyprus, εξηγεί: «Το ζήτημα που εγείρεται από κάποια κράτη του Σένγκεν είναι ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ελέγχει το σύνολο της Πράσινης Γραμμής. Μπορεί να ελέγχει τα σημεία διέλευσης, ωστόσο υπάρχουν και ανοιχτές εκτάσεις. Για να θεωρηθεί ότι ασκεί πλήρη έλεγχο, κάτι θα πρέπει να αλλάξει. Είτε θα πρέπει να επιλυθεί το Κυπριακό, είτε να δημιουργηθεί ένα αυστηρά ελεγχόμενο φυσικό σύνορο. Δεν υπάρχει άλλη οδός».
Το πρόβλημα των Βρετανικών Βάσεων
Αγκάθι στην πορεία ένταξης της Κύπρου στη Ζώνη Σένγκεν αποτελούν και οι Βρετανικές Βάσεις στο Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια, τις οποίες το Ηνωμένο Βασίλειο διατήρησε υπό την κυριαρχία του μετά την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960. Οι δύο περιοχές καλύπτουν συνολικά 254 τετραγωνικά χιλιόμετρα, σχεδόν το 3% του νησιού και αποτελούν βρετανικό έδαφος.
Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στην βάση της Δεκέλειας, που συνορεύει τόσο με τις περιοχές που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία, όσο και με την μη αναγνωρισμένη ΤΔΒΚ στον Βορρά. Εκεί βρίσκονται δύο σημεία διέλευσης, στο Πέργαμο και στα Στροβίλια, όπου τους ελέγχους πραγματοποιούν οι βρετανικές αρχές.
Η Δρ. Νάσια Χατζηγεωργίου εξηγεί τη δυσκολία που δημιουργεί αυτό το ιδιαίτερο καθεστώς: «Αυτό αποτελεί πρόβλημα, καθώς η συγκεκριμένη περιοχή ελέγχεται από τη μία πλευρά από τις αρχές στα Κατεχόμενα και από την άλλη από τις βρετανικές βάσεις. Επομένως, το Ηνωμένο Βασίλειο θα ελέγχει ποιος εισέρχεται και ποιος εξέρχεται από τη Ζώνη Σένγκεν. Πρόκειται για μια ανορθόδοξη κατάσταση, καθώς συνήθως είναι τα ίδια τα κράτη της ζώνης Σένγκεν που αποφασίζουν ποιος εισέρχεται και ποιος εξέρχεται από αυτήν».
Σύμφωνα με πληροφορίες της DW, η Λευκωσία και οι Βρετανικές Βάσεις έχουν ήδη αρχίσει την συζήτηση για επιχειρησιακή αναβάθμιση των ελέγχων στο Πέργαμο και στα Στροβίλια, ώστε να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η πολιτική διαπραγμάτευση
Ενόψει των πολιτικών αποφάσεων για την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Ζώνη Σένγκεν, η Λευκωσία έχει εντείνει τις διπλωματικές της προσπάθειες για εξασφάλιση της αναγκαίας συναίνεσης. Στο πλαίσιο αυτό, ο Υφυπουργός Μετανάστευσης Νικόλας Ιωαννίδης είχε την 1η Οκτωβρίου, στο περιθώριο του Συμβουλίου Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ στο Λουξεμβούργο, διμερείς συναντήσεις με ομολόγους του από την Αυστρία, την Ολλανδία και τη Φινλανδία, με την ένταξη της Κύπρου στο Σένγκεν να βρίσκεται μεταξύ των θεμάτων που συζητήθηκαν.
Εξάλλου, σημαντική πολιτική στήριξη εξασφάλισε η Κύπρος και στις 7 Οκτωβρίου, κατά τη Σύνοδο των εννέα μεσογειακών κρατών-μελών της ΕΕ (MED9) στην Κροατία. Στην κοινή τους διακήρυξη, οι ηγέτες χαιρέτισαν τη θετική αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ζήτησαν την έγκαιρη ολοκλήρωση των διαδικασιών ένταξης.
Πάντως, διπλωματικές πηγές που μίλησαν στην DW επισημαίνουν ότι, παρά τις θετικές ενδείξεις, η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Zώνη Σένγκεν δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Οι ίδιες πηγές εκτιμούν ότι είναι εξαιρετικά πιθανό η ΕΕ να επιλέξει να αναμείνει την έκβαση της εν εξελίξει προσπάθειας για επίλυση του Κυπριακού, προτού προχωρήσει σε μια απόφαση που θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετες πολιτικές και πρακτικές περιπλοκές.






