Και 11 Γερμανοί μεταξύ των νεκρών
Ο «πρώτος πολιτής» της Γερμανίας πασχίζει να βρει τα κατάλληλα λόγια: «Δεν γνωρίζουμε ποιες πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις θα έχει αυτό που συνέβη σήμερα και το οποίο παρακολουθούμε στις οθόνες των τηλεοράσεών μας καθηλωμένοι, έντρομοι, σχεδόν ανίκανοι να σκεφτούμε». Σύντομα ο κόσμος θα μάθει ότι τα θύματα προέρχονται από 92 διαφορετικές χώρες. Μεταξύ των νεκρών είναι και 11 Γερμανοί.
Την επόμενη μέρα επιβεβαιώνεται μια φήμη που άρχισε να κυκλοφορεί πολύ γρήγορα: οι τρεις από τους τέσσερις φερόμενους ως τρομοκράτες πιλότους ζούσαν μέχρι πρότινος στο Αμβούργο. Αρχηγός της ισλαμιστικής τρομοκρατικής ομάδας φέρεται να ήταν ο Μοχάμεντ Άτα, με καταγωγή από την Αίγυπτο. Είχε έρθει στις αρχές της δεκαετίας του 1990 για σπουδές στη μητρόπολη της βόρειας Γερμανίας.
Ο Άτα ριζοσπαστικοποιείται σε τζαμί
Κάποια στιγμή ο νεαρός άνδρας ριζοσπαστικοποιείται, κυρίως στο τζαμί Αλ Κουντς κοντά στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό, το οποίο αργότερα έκλεισαν οι αρχές ασφαλείας. Τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του τα πέρασε συγκατοικώντας με δύο από τους φερόμενους ως δράστες, στο προάστειο Χάρμπουργκ.
Φαίνεται ότι ο αποκαλούμενος «τρομοκρατικός πυρήνας» του Αμβούργου αποτελούνταν από έξι άνδρες, μεταξύ αυτών και ο Μαροκινός Μουνίρ αλ Μοτασάντεκ. Κατηγορείται ως συνεργός στην πρώτη δίκη για τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, που έγινε το 2003. Το αρμόδιο Εφετείο τον καταδικάζει στην ανώτατη προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης των 15 ετών για συνέργεια σε δολοφονία χιλιάδων ανθρώπων, καθώς και για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση.
Από τη Βρέμη στο Γκουαντάναμο
Μόλις εκτίσει την ποινή του, ο αλ Μοτασάντεκ θα απελαθεί στη χώρα καταγωγής του, το Μαρόκο. Ένας άλλος φερόμενος ως δράστης από το περιβάλλον του Άτα είναι ο Ράμζι Μπιναλσίμπ, γεννημένος στην Υεμένη. Από το 2006 κρατείται στο αμερικανικό στρατόπεδο του Γκουαντάναμο, χωρίς να γίνεται η δίκη του.
Σε αυτή τη φυλακή, η λειτουργία της οποίας παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, οι ΗΠΑ κρατούν εκατοντάδες υπόπτους. Σε αυτούς περιλαμβάνεται και ο Μουράτ Κουρνάζ, ο οποίος γεννήθηκε στη Βρέμη και τελικά θα αφεθεί ελεύθερος τον Αύγουστο του 2006, χωρίς να μπορεί να αποδειχθεί η συμμετοχή του στις τρομοκρατικές επιθέσεις. Ο Κουρνάζ περιγράφει τα όσα έγιναν σε βιβλίο, το οποίο θα μεταφερθεί στον κινηματογράφο το 2013.
Δηλώσεις Στάινμαϊερ και Σρέντερ
Στο γερμανικό Κοινοβούλιο εξεταστικές επιτροπές διερευνούν γιατί ο Κουρνάζ και άλλοι ύποπτοι βρέθηκαν αδίκως στο στόχαστρο των αμερικανικών και γερμανικών μυστικών υπηρεσιών. Ως μάρτυρας καλείται, μεταξύ άλλων, ο τότε υπουργός Εξωτερικών και σημερινός Ομοσπονδιακός Πρόεδρος, Φρανκ-Βάλτερ Στάινμαϊερ.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το ερώτημα γιατί το 2002 οι γερμανικές αρχές ασφαλείας είχαν απορρίψει την επιστροφή του γερμανικής καταγωγής κρατουμένου με τουρκικό διαβατήριο. Η αιτιολόγηση του Στάινμαϊερ: «Κανείς δεν αμφιβάλλει – ούτε κι εγώ – ότι ο κ. Κουρνάζ υπέφερε τρομερά στο Γκουαντάναμο. Προσπαθήσαμε να διασφαλίσουμε μια μεταχείριση σύμφωνη με το κράτος δικαίου. Αλλά ταυτόχρονα, παρακαλώ κατανοήστε το, ήμασταν υποχρεωμένοι να μεριμνήσουμε για την ασφάλεια της χώρας μας».
Ο Γκέρχαρντ Σρέντερ υπόσχεται «ανεπιφύλακτη αλληλεγγύη»
Η περίπτωση Κουρνάζ δείχνει με χαρακτηριστικό τρόπο την πίεση προς τη γερμανική πολιτική μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις ΗΠΑ. Την επόμενη μέρα των επιθέσεων ο καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ δηλώνει στο Κοινοβούλιο: «Η χθεσινή 11η Σεπτεμβρίου 2001 θα μείνει στην ιστορία ως μια μαύρη μέρα για όλους μας».
Ο σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος αναφέρει ότι εξέφρασε στον Αμερικανό πρόεδρο τα βαθιά συλλυπητήρια ολόκληρου του γερμανικού λαού. «Του διαβεβαίωσα επίσης για την ανεπιφύλακτη – και τονίζω: ανεπιφύλακτη – αλληλεγγύη της Γερμανίας», υπογραμμίζει ο Σρέντερ, για να προσθέσει ότι θα προσφέρει κάθε επιθυμητή βοήθεια στους πολίτες και τις αρχές των ΗΠΑ, «φυσικά και για τη διαλεύκανση και δίωξη των υπαιτίων και των εγκεφάλων αυτών των ποταπών επιθέσεων».
Νέοι αντιτρομοκρατικοί νόμοι
Με αυτόν τον τρόπο, ο Σρέντερ δίνει το σύνθημα για μια σειρά αυστηροποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας. Λίγες εβδομάδες μετά τις επιθέσεις, ο κυβερνητικός συνασπισμός Σοσιαλδημοκρατών (SPD) και Πρασίνων παρουσιάζει το αποκαλούμενο «πρώτο νομοθετικό πακέτο για την ασφάλεια», το οποίο προβλέπει περισσότερα χρήματα, περισσότερο προσωπικό και ενισχυμένες αρμοδιότητες για την αστυνομία και τις μυστικές υπηρεσίες.
Θρησκευτικές ενώσεις που μέχρι πρότινος είχαν προνομιακή μεταχείριση, θα μπορούν πλέον να απαγορεύονται, όπως και οποιοσδήποτε άλλος σύλλογος, σε περίπτωση που οι δραστηριότητές τους στρέφονται κατά του Συντάγματος και της Ελεύθερης Δημοκρατικής Συνταγματικής Τάξης ή εάν επιδιώκουν άλλους, αξιόποινους σκοπούς. Σε λιγότερο από τέσσερις μήνες μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις ΗΠΑ, ο νόμος για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας τίθεται σε ισχύ.
Αυτόματη διασταύρωση στοιχείων;
Οι μυστικές υπηρεσίες αποκτούν πρόσβαση σε προσωποποιημένα δεδομένα που συγκεντρώνουν οι τράπεζες, οι αεροπορικές εταιρείες και οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών. Η νομοθεσία περί αλλοδαπών αυστηροποιείται.
Με τη βοήθεια της αυτόματης ηλεκτρονικής διασταύρωσης στοιχείων (Rasterfahndung), κατά την οποία ελέγχονται μαζικά δεδομένα χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένη υποψία για τέλεση αδικήματος, καταβάλλεται προσπάθεια να εντοπιστούν οι λεγόμενοι «κοιμώμενοι» πυρήνες, δηλαδή άνθρωποι όπως ο Μοχάμεντ Άτα, τους οποίους οι αρχές ασφαλείας δεν είχαν εντοπίσει εγκαίρως. Ωστόσο, το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο έβαλε τέλος σε αυτή τη νομικά διαμφισβητούμενη μέθοδο.
Η Γερμανία συμμετέχει στον πόλεμο του Αφγανιστάν
Οι ισλαμιστικές τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 έχουν σημαντικές και μακροχρόνιες συνέπειες και σε στρατιωτικό επίπεδο. Οι ΗΠΑ επιτίθενται ήδη από τον Οκτώβριο στους Ταλιμπάν, στο Αφγανιστάν, επειδή αρνούνται να εκδώσουν τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, αρχηγό του τρομοκρατικού δικτύου Αλ Κάιντα, ο οποίος φέρεται ως εγκέφαλος των επιθέσεων.
Υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, η Γερμανία συμμετέχει από τον Δεκέμβριο στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, ο οποίος διαρκεί 20 χρόνια και ολοκληρώνεται τον Αύγουστο του 2021 με την επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία. Από τη διεθνή στρατιωτική δύναμη έχουν χάσει τη ζωή του περίπου 3.600 στρατιώτες, μεταξύ αυτών 59 Γερμανοί. Μεταξύ των θυμάτων είναι και τρεις Γερμανοί αστυνομικοί.
Επιμέλεια: Γιάννης Παπαδημητρίου






