Ράνια Γάτου – Γενική Γραμματέας Διεθνούς Ανθρωπιστικού Φορέα Coeurs Pour Tous | Μελετήτρια Καρδιοχειρουργικής, Ερευνήτρια Πολιτισμικού Λόγου, Ποιήτρια και Εικαστικός
Τα παιδιά δεν μεγαλώνουν μόνο από όσα τους διδάσκουμε συνειδητά. Δεν διαμορφώνονται κυρίως από τα λόγια που τους λέμε, τις συμβουλές που τους δίνουμε ή τις αρχές που προσπαθούμε να τους περάσουμε. Διαμορφώνονται, πιο βαθιά και πιο αθόρυβα, από όσα συμβαίνουν όταν νομίζουμε ότι “δεν συμβαίνει τίποτα”. Από τις στιγμές που δεν τα κοιτάμε πραγματικά. Από τις απουσίες που δεν καταγράφονται ως γεγονότα, αλλά αποτυπώνονται ως εσωτερική εμπειρία.
Γιατί το παιδί δεν αντιλαμβάνεται τον κόσμο όπως ο ενήλικας. Δεν τον χωρίζει σε σημαντικό και ασήμαντο. Δεν φιλτράρει τις πράξεις. Τις απορροφά. Και αυτό που εμείς ονομάζουμε αδιαφορία της στιγμής, για εκείνο μπορεί να γίνει τρόπος να ερμηνεύει τη ζωή ολόκληρη.
Όταν δεν κοιτάμε τα παιδιά, δεν δημιουργείται κενό. Δημιουργείται νόημα. Ένα νόημα που το παιδί κατασκευάζει μόνο του, συχνά εναντίον του ίδιου του του εαυτού. Μαθαίνει ότι η προσοχή δεν είναι δεδομένη. Ότι πρέπει να την κερδίσει. Ότι η ύπαρξή του δεν αρκεί για να το δει κανείς.
Και αυτό είναι το πρώτο, σιωπηλό μάθημα: ότι η αγάπη δεν είναι παρουσία, αλλά διαπραγμάτευση.
Όταν δεν τα κοιτάμε, τα παιδιά μαθαίνουν να μικραίνουν. Να προσαρμόζονται σε χώρους συναισθηματικά άδειους. Να κάνουν λιγότερο θόρυβο, λιγότερες ερωτήσεις, λιγότερες ανάγκες. Όχι επειδή αυτό είναι η φύση τους, αλλά επειδή αυτό τους επιστρέφεται ως ασφάλεια. Ένα παιδί που δεν το κοιτούν, συχνά γίνεται παιδί που δεν διεκδικεί.
Κι έτσι αρχίζει να διαμορφώνεται μια αόρατη εκπαίδευση: η εκπαίδευση της σιωπής.
Η σιωπή δεν είναι ουδέτερη. Δεν είναι απλώς απουσία ήχου. Είναι μήνυμα. Και τα παιδιά είναι εξαιρετικοί αποκωδικοποιητές μηνυμάτων που οι ενήλικες δεν παραδέχονται ότι στέλνουν. Όταν ένας γονιός, ένας δάσκαλος ή ένας ενήλικας γενικότερα δεν κοιτάζει πραγματικά ένα παιδί, το παιδί δεν συμπεραίνει ότι “είναι απασχολημένος”. Συμπεραίνει ότι εκείνο δεν έχει αρκετή σημασία για να σταματήσει ο κόσμος έστω για λίγο.
Αυτό το συμπέρασμα δεν λέγεται ποτέ δυνατά. Αλλά γίνεται εσωτερική αλήθεια.
Και αυτή η εσωτερική αλήθεια μπορεί να ακολουθεί έναν άνθρωπο για χρόνια: να αμφισβητεί την αξία του, να δυσκολεύεται να εμπιστευτεί, να αναζητά διαρκώς εξωτερική επιβεβαίωση, ή αντίθετα να αποσύρεται από κάθε σχέση για να προστατευτεί από την επανάληψη της αδιαφορίας.
Όταν δεν κοιτάμε τα παιδιά, τους μαθαίνουμε επίσης κάτι ακόμη πιο λεπτό: να παρατηρούν τον εαυτό τους μέσα από την απουσία των άλλων. Αν δεν με κοιτάζουν, ίσως δεν αξίζω να κοιταχτώ. Αν δεν με προσέχουν, ίσως δεν υπάρχει κάτι άξιο προσοχής μέσα μου. Έτσι, το βλέμμα του άλλου γίνεται καθρέφτης ύπαρξης.
Και όταν αυτό το βλέμμα λείπει, ο καθρέφτης σπάει.
Στη σύγχρονη κοινωνία, αυτή η αόρατη απουσία συχνά δεν είναι κραυγαλέα. Δεν έχει πάντα τη μορφή εγκατάλειψης ή βίας. Είναι πιο ύπουλη. Είναι η μισή παρουσία: το κινητό στο χέρι ενώ το παιδί μιλάει. Η βιασύνη να τελειώσει μια συζήτηση. Η σωματική παρουσία χωρίς συναισθηματική συμμετοχή. Το “σε ακούω” χωρίς πραγματική ακρόαση.
Και όμως, τα παιδιά δεν ξεγελιούνται από τη μορφή. Αντιλαμβάνονται την ουσία. Αν είσαι εκεί χωρίς να είσαι πραγματικά εκεί, το καταλαβαίνουν. Και αυτό που μαθαίνουν δεν είναι απλώς αδιαφορία. Είναι ότι η σχέση μπορεί να υπάρχει χωρίς σύνδεση.
Αυτό το μάθημα είναι από τα πιο επικίνδυνα, γιατί γίνεται πρότυπο. Το παιδί που μεγαλώνει έτσι μπορεί αργότερα να αναπαράγει το ίδιο μοτίβο: να είναι σε σχέσεις χωρίς παρουσία, να αγαπά χωρίς να βλέπει, να υπάρχει χωρίς να συναντά τον άλλον πραγματικά.
Και τότε η αλυσίδα συνεχίζεται.
Όμως υπάρχει και η άλλη πλευρά. Όταν ένα παιδί κοιτιέται πραγματικά, όταν κάποιος σταματά, το βλέπει, το αναγνωρίζει, τότε συμβαίνει κάτι βαθιά θεραπευτικό. Το παιδί δεν μαθαίνει απλώς ότι υπάρχει. Μαθαίνει ότι έχει αξία χωρίς όρους. Ότι δεν χρειάζεται να μειώσει τον εαυτό του για να χωρέσει στην προσοχή του άλλου. Ότι μπορεί να είναι ολόκληρο και να παραμένει αποδεκτό.
Αυτό το είδος βλέμματος δεν είναι απλώς φροντίδα. Είναι θεμέλιο ταυτότητας.
Γι’ αυτό και η ευθύνη των ενηλίκων δεν είναι μόνο η καθοδήγηση ή η προστασία. Είναι η παρουσία. Η πραγματική παρουσία. Εκείνη που δεν διακόπτεται εύκολα, που δεν είναι μισή, που δεν λειτουργεί στο περιθώριο της ζωής.
Γιατί τα παιδιά δεν θυμούνται πάντα τι τους είπαμε. Αλλά θυμούνται με απόλυτη ακρίβεια αν τα κοιτάξαμε.
Και μέσα σε αυτό το βλέμμα χτίζουν, αθόρυβα, την εικόνα του εαυτού τους.





