Η Οδηγία της ΕΕ για τη Μισθολογική Διαφάνεια έχει ως στόχο να διασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι θα αμείβονται ισότιμα. Όμως η Γερμανία – η μεγαλύτερη, ισχυρότερη και πολυπληθέστερη οικονομία της ΕΕ – έχασε την προθεσμία της 7ης Ιουνίου για την εφαρμογή της οδηγίας.
Η γερμανική νομοθεσία δεν επαρκεί
Το μισθολογικό χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών παραμένει σημαντικό ζήτημα στη Γερμανία – κάτι που αναγνωρίζει και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Στις 6 Μαΐου εγκρίθηκε νομοσχέδιο για την τροποποίηση του Γενικού Νόμου περί Ίσης Μεταχείρισης (AGG), ύστερα από εισήγηση της Γερμανίδας υπουργού Παιδείας Κάριν Πριν, στο χαρτοφυλάκιο της οποίας περιλαμβάνονται τα θέματα γυναικών -όπως και στο χαρτοφυλάκιο της υπουργού Δικαιοσύνης Στέφανι Χούμπιγκ. Στόχος ήταν να ενσωματωθούν οι απαιτήσεις της ΕΕ στο γερμανικό δίκαιο.
«Αυτό αποτελεί σημαντικό βήμα προς την υλοποίηση της δέσμευσής μας για μεγαλύτερη ισότητα και αποτελεσματική δράση κατά των διακρίσεων», δήλωσε η Πριν. Ωστόσο δέχθηκε έντονη κριτική με την κατηγορία πως υπέκυψε στο επιχειρηματικό λόμπι, καθώς η ίδια προειδοποίησε πως δεν θα πρέπει «να επιβληθεί περιττό βάρος στις κρατικές υπηρεσίες και στις επιχειρήσεις και να διατηρηθούν οι διαδικασίες όσο το δυνατόν απλούστερες».
«Η σημαντικότερη αλλαγή είναι ότι όποιος πλήττεται από διακρίσεις θα έχει πλέον τέσσερις μήνες, αντί για δύο, προκειμένου να αποφασίσει αν θέλει να προβάλει αξίωση σύμφωνα με τον AGG», δήλωσε η Χούμπιγκ. Αυτό όμως προφανώς δεν έπεισε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Η Οδηγία της ΕΕ για τη Μισθολογική Διαφάνεια απαιτεί διαφάνεια ήδη από τη διαδικασία υποβολής αίτησης για εργασία, υποχρεώνει τους εργοδότες να λαμβάνουν διορθωτικά μέτρα σε περιπτώσεις σημαντικών μισθολογικών διαφορών και μεταφέρει το βάρος της απόδειξης από τον εργαζόμενο στον εργοδότη. Γι' αυτό και στο μέλλον οι εργοδότες θα πρέπει να παρέχουν αποδείξεις ότι ενεργούν σύμφωνα με τον νόμο.
Θα λάβει η Γερμανία προειδοποίηση από τις Βρυξέλλες;
«Μόλις διαπιστωθεί ότι ένα κράτος-μέλος δεν έχει εφαρμόσει μια οδηγία, η Επιτροπή μπορεί να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει», δήλωσε στην DW μέσω email ο Ματίας Ρούφερτ, δικηγόρος και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου. Αυτό όμως «δεν υποχρεούται να το κάνει η Επιτροπή». Ο ίδιος προσέθεσε ότι, σε περίπτωση που προχωρήσει μια διαδικασία, ένα κράτος-μέλος θα λάβει επιστολή επίσημης προειδοποίησης, την οποία θα μπορούσε να ακολουθήσει μία αιτιολογημένη γνώμη.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με την Ελί Καβινιό του Γερμανικού Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων και Ασφάλειας (SWP), η υπόθεση θα μπορούσε να κλιμακωθεί. «Εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξακολουθήσει να μην καταθέτει προσφυγή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να προσφύγει κατά της Επιτροπής για παράλειψη δράσης».
Θεωρητικά λοιπόν η Γερμανία θα μπορούσε να λάβει προειδοποιητική επιστολή από τις Βρυξέλλες – και δεν θα ήταν η πρώτη φορά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει παρέμβει και στο παρελθόν σε περιπτώσεις που η Γερμανία δεν ενσωμάτωσε εγκαίρως οδηγίες της ΕΕ στο εθνικό δίκαιο ή το έκανε λανθασμένα.
Η σοβαρότερη περίπτωση μέχρι σήμερα αφορούσε το ζήτημα της προστασίας των πληροφοριοδοτών δημοσίου συμφέροντος. Το 2025 επιβλήθηκε στη Γερμανία πρόστιμο 34 εκατομμυρίων ευρώ, διότι δεν εφάρμοσε οδηγία της ΕΕ του 2019 για την προστασία των πληροφοριοδοτών, η οποία έπρεπε να είχε ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο έως το 2021. Ο γερμανικός Νόμος για την Προστασία των Πληροφοριοδοτών τέθηκε σε ισχύ μόλις το 2023.
Πιθανότερη η προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας
«Από τη Συνθήκη της Λισαβόνας η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει την επιβολή χρηματικής ποινής για μη μεταφορά οδηγιών στο εθνικό δίκαιο ταυτόχρονα με την άσκηση προσφυγής επί παραβάσει», δήλωσε η Καβινιό. «Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθορίζει στην απόφασή του την ακριβή ημερομηνία έναρξης των πληρωμών και προσδιορίζει το ύψος της ποινής».
«Ωστόσο πριν από την κατάθεση προσφυγής η Επιτροπή επιχειρεί τακτικά να καταλήξει σε συμφωνία με το εν λόγω κράτος-μέλος, ώστε η οδηγία να εφαρμοστεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα», εξήγησε η ίδια. «Ουσιαστικά η μη έγκαιρη εφαρμογή μιας οδηγίας δεν θα οδηγήσει δηλαδή αυτόματα ή άμεσα σε απόφαση κατά της ομοσπονδιακής κυβέρνησης».
Επιμέλεια: Γιώργος Πασσάς






