Όταν η απώλεια μιας μητέρας γίνεται συνήθεια, τότε η ανθρωπότητα έχει ήδη παραιτηθεί από τον εαυτό της
Ράνια Γάτου
Γενική Γραμματέας Διεθνούς Ανθρωπιστικού Φορέα Coeurs Pour Tous /
Μελετήτρια Καρδιοχειρουργικής /
Ερευνήτρια Πολιτισμικού Λόγου /
Ποιήτρια – Εικαστικός
Το παιδικό δωμάτιο είναι τακτοποιημένο. Ίσως υπερβολικά τακτοποιημένο, σαν να έχει μείνει κάποιος στη μέση μιας κίνησης και να μην ολοκλήρωσε ποτέ την επιστροφή του. Ένα ζευγάρι παπούτσια δίπλα στην πόρτα, ένα σακίδιο στο πάτωμα, ένα ρούχο διπλωμένο πάνω σε μια καρέκλα. Η ζωή δείχνει παρούσα, αλλά κάτι θεμελιώδες έχει αποσυρθεί από τον χώρο.
Η μητέρα δεν θα ξαναμπεί από εκείνη την πόρτα.
Και το παιδί θα μάθει, πολύ πριν το καταλάβει, ότι η απουσία δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι συγκεκριμένο βάρος. Είναι χρόνος που δεν περνά όπως πριν. Είναι μια καθημερινότητα που συνεχίζεται χωρίς το πρόσωπο που την έκανε να μοιάζει ασφαλής.
Όταν χάνεται μια μητέρα, δεν χάνεται μόνο ένας άνθρωπος.
Χάνεται ο ρυθμός ενός σπιτιού.
Χάνεται η αίσθηση ότι ο κόσμος έχει ένα σταθερό κέντρο.
Χάνεται μια αόρατη αρχιτεκτονική φροντίδας που δεν φαίνεται όσο υπάρχει, αλλά γίνεται αισθητή μόνο όταν καταρρεύσει.
Και τότε, αυτό που μένει δεν είναι απλώς πένθος. Είναι ανασύνταξη της ζωής από την αρχή, χωρίς τον βασικό της άξονα.
Οι κοινωνίες, όμως, δεν ζουν μέσα σε αυτό το δωμάτιο. Ζουν μέσα σε ροή ειδήσεων. Μέσα σε διαδοχικές εικόνες που διαδέχονται η μία την άλλη με ταχύτητα που δεν επιτρέπει τη μνήμη να σταθεροποιηθεί. Η τραγωδία εμφανίζεται, συγκλονίζει, σχολιάζεται, και στη συνέχεια υποχωρεί.
Όχι γιατί παύει να έχει σημασία.
Αλλά γιατί ο κόσμος συνεχίζει.
Και εκεί ακριβώς γεννιέται το κρίσιμο ερώτημα της εποχής μας: τι σημαίνει να συνεχίζεις χωρίς να έχεις πραγματικά κατανοήσει;
Πόσες ακόμη μητέρες πρέπει να χαθούν για να αφυπνιστούμε;
Δεν πρόκειται για μια κραυγή στιγμιαίας αγανάκτησης. Δεν αφορά την ανάγκη εύκολων απαντήσεων ούτε την αναζήτηση ενόχων εκεί όπου ακόμη δεν έχουν θεμελιωθεί αποδείξεις. Είναι κάτι πιο βαθύ: ένα ερώτημα για το πώς μια κοινωνία αντιλαμβάνεται την ίδια της τη σχέση με την ανθρώπινη ζωή.
Η λέξη «αφύπνιση» δεν είναι απλή μεταφορά. Είναι διαδικασία. Και κάθε διαδικασία απαιτεί χρόνο, επιμονή και κυρίως ειλικρίνεια απέναντι στην πραγματικότητα.
Η ανθρώπινη ζωή, όταν χάνεται πρόωρα, δεν αφήνει πίσω της μόνο συναισθηματικό κενό. Αφήνει και ένα θεσμικό αποτύπωμα ερωτημάτων: τι λειτούργησε, τι όχι, τι θα μπορούσε να είχε αλλάξει, τι πρέπει να αλλάξει τώρα ώστε να μη γίνει η απώλεια επανάληψη.
Σε κάθε ώριμη κοινωνία, αυτά τα ερωτήματα δεν θεωρούνται απειλή. Θεωρούνται υποχρέωση.
Η υγεία δεν είναι απλώς σύστημα υπηρεσιών. Είναι ο καθρέφτης της συλλογικής μας ικανότητας να προστατεύουμε το πιο ευάλωτο στοιχείο της ύπαρξης: τη ζωή όταν δεν μπορεί να προστατεύσει τον εαυτό της. Οι άνθρωποι που εργάζονται μέσα σε αυτό το σύστημα το γνωρίζουν καλύτερα από όλους. Ζουν καθημερινά την πίεση της ευθύνης, τη σιωπηλή ένταση των αποφάσεων, το βάρος της ανθρώπινης προσδοκίας.
Και γι’ αυτό ακριβώς ο σεβασμός προς αυτούς δεν μπορεί να είναι αποσπασματικός.
Ο σεβασμός δεν σημαίνει αποφυγή ερωτημάτων. Σημαίνει δημιουργία συνθηκών όπου τα ερωτήματα μπορούν να απαντηθούν χωρίς φόβο, χωρίς καθυστέρηση, χωρίς θόρυβο που παραμορφώνει την αλήθεια.
Διότι εκεί όπου η διαφάνεια αποδυναμώνεται, η εμπιστοσύνη αρχίζει να διαβρώνεται σιωπηλά.
Και όταν η εμπιστοσύνη διαβρώνεται, η κοινωνία παύει να αισθάνεται ότι οι θεσμοί της την προστατεύουν με συνέπεια.
Η απώλεια, επομένως, δεν είναι μόνο προσωπικό γεγονός. Είναι και κοινωνικό σήμα. Υποδεικνύει τα όρια, τις αντοχές, τις ελλείψεις, αλλά και τις δυνατότητες βελτίωσης. Όμως για να λειτουργήσει ως σήμα, πρέπει να αναγνωριστεί. Όχι να απορροφηθεί σιωπηλά μέσα στη ροή της καθημερινότητας.
Υπάρχει πάντα ένας κίνδυνος: η μετατροπή του τραγικού σε συνηθισμένο.
Όταν η απώλεια παύει να σοκάρει, δεν σημαίνει ότι έγινε λιγότερο σημαντική. Σημαίνει ότι η κοινωνία έχει αρχίσει να αναπτύσσει ανοχή σε αυτό που θα έπρεπε να την κινητοποιεί.
Και αυτή η ανοχή είναι ίσως το πιο λεπτό σημείο μιας συλλογικής κρίσης.
Γιατί δεν εκδηλώνεται ως κατάρρευση.
Εκδηλώνεται ως κανονικότητα.
Κάθε μητέρα που φεύγει αφήνει πίσω της έναν κόσμο που δεν μπορεί να αποδοθεί σε στατιστικές. Αφήνει παιδιά που θα μεγαλώσουν με μια γνώση που δεν έπρεπε να αποκτηθεί τόσο νωρίς: ότι η ασφάλεια δεν είναι δεδομένη. Ότι η παρουσία μπορεί να μετατραπεί σε απουσία χωρίς προειδοποίηση. Ότι η ζωή έχει εύθραυστα όρια.
Αυτή η γνώση αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο μια γενιά αντιλαμβάνεται τον κόσμο.
Και γι’ αυτό το ερώτημα δεν αφορά μόνο το παρόν.
Αφορά το μέλλον.
Πόσες ακόμη μητέρες πρέπει να χαθούν για να αφυπνιστούμε;
Ίσως η απάντηση να μην είναι αριθμητική. Ίσως να μην μπορεί να μετρηθεί. Ίσως να μην εκφράζεται καν με λέξεις, αλλά με το είδος της κοινωνίας που επιλέγουμε να είμαστε μετά από κάθε απώλεια.
Αν η απώλεια γίνεται αφετηρία κατανόησης, τότε δεν είναι μάταιη.
Αν γίνεται επανάληψη χωρίς αλλαγή, τότε δεν είναι απλώς τραγωδία.
Είναι προειδοποίηση που δεν ακούστηκε.
Και μια κοινωνία που δεν ακούει τις προειδοποιήσεις της, κάποτε θα αναγκαστεί να τις ζήσει ξανά.
Όχι ως ερώτημα.
Αλλά ως πραγματικότητα.
Αν δεν αφυπνιστούμε τώρα, θα συνηθίσουμε την απώλεια — και τότε θα είναι ήδη αργά.
© Η εικόνα δεν εικονογραφεί απλώς το κείμενο· το συνομιλεί. Εικαστικό έργο: Ράνια Γάτου.





