Γράφει ο δημοσιογράφος Ευθύμιος Χατζηϊωάννου.
Είναι σε όλους μας γνωστό, ότι εβδομήντα σχεδόν χρόνια μετά την απελευθέρωση της πατρίδας μας από τους Γερμανούς, Ιταλούς και Βουλγάρους κατακτητές της, εξακολουθεί να γίνεται μεγάλη συζήτηση για τις εκατοντάδες χιλιάδες των Ελλήνων, που έχασαν τότε την ζωή τους, όπως και για τις γερμανικές αποζημιώσεις και την επιστροφή του αναγκαστικού δανείου, που πήραν οι Γερμανοί κατακτητές κατά την διάρκεια της Κατοχής στην Ελλάδα. Ενδεικτικά μόνο αναφέρουμε, ότι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και η Κατοχή προκάλεσαν στην χώρα μας τεράστιες καταστροφές, όχι μόνον στον υλικό πλούτο της Ελλάδος, αλλά και στον πληθυσμό της πατρίδας μας. Ο αριθμός των Ελλήνων, που έχασαν με διαφόρους τρόπους την ζωή τους την περίοδο εκείνη, υπολογίζεται τουλάχιστον σε 500.000, ενώ υπάρχουν και καταμετρήσεις, που ανεβάζουν τον αριθμό αυτόν σε 1.107.000, στοιχείο που δηλώνει, ότι η Ελλάδα έχασε τότε το 13,5% του συνολικού πληθυσμού της, πληρώνοντας αναλογικά τον βαρύτερο φόρο αίματος από τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης. Και δεν ήσαν θύματα μόνον οι πεσόντες Έλληνες στα διάφορα πολεμικά μέτωπα, αλλά και οι εκατοντάδες χιλιάδες άμαχοι, που εκτελέστηκαν, βασανίστηκαν μέχρι θανάτου, πέθαναν από την πείνα, ή έχασαν την ζωή τους από βομβαρδισμούς, κακουχίες, εκτοπίσεις αλλά και μαζικά στα ολοκαυτώματα κωμοπόλεων και χωριών (φθάνουν συνολικά τα 88) σε διάφορες περιοχές της χώρας μας. Αναφορικά δε με τις υλικές καταστροφές και τις κάθε είδους αρπαγές και λεηλασίες του ιδιωτικού και δημόσιου οικονομικού πλούτου των Ελλήνων, που προκάλεσαν εκείνη την περίοδο τα στρατεύματα Κατοχής, είναι δύσκολο να υπάρξει ακριβής προσδιορισμός του συνολικού ύψους της ζημιάς, που ενδέχεται να υπερβαίνει -με βάση τα σημερινά δεδομένα- ακόμη και τα 1,2 τρισεκατομμύρια ευρώ!
Οι άγνωστες καταστροφές και λεηλασίες των αρχαιολογικών μας θησαυρών
Ενώ, λοιπόν, υπάρχει μεγάλη συζήτηση για τα θέματα αυτά, δεν γίνεται, όπως θα έπρεπε, ιδιαίτερος λόγος για την αρχαιοκαπηλία, τις λεηλασίες των ελληνικών μουσείων και τις τεράστιες καταστροφές αρχαιολογικών και ιστορικών μνημείων από Γερμανούς, Ιταλούς και Βουλγάρους στην περίοδο 1941-1944, με αποτέλεσμα να γνωρίζουμε σήμερα ελάχιστα πράγματα για τις ανεπανόρθωτες ζημιές, που υπέστη τότε ο ιστορικός και αρχαιολογικός πλούτος της χώρας μας, που αποτελεί μια παγκόσμια και πανανθρώπινη πολιτιστική κληρονομιά. Το αντικείμενο των κλεμμένων αρχαιολογικών θησαυρών αποτελεί μεγάλο κεφάλαιο με πολλές ιδιαιτερότητες. Τα σχετικά στοιχεία που έχουν παρουσιασθεί μέχρι σήμερα περιλαμβάνονται αφ’ ενός μεν σε έναν ειδικό τόμο του ελληνικού Υπουργείου Παιδείας για τις ζημιές των αρχαιοτήτων από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και αφ’ ετέρου στην σχετική έκδοση του ελληνικού Υπουργείου Ανοικοδομήσεως του 1947 αλλά και στην ειδική Έκθεση του Βρετανικού Υπουργείου Πολέμου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των «καλλιτεχνικών» αισθημάτων των κατακτητών, στρατιωτών και αξιωματικών των στρατευμάτων κατοχής, και της ληστρικής συμπεριφοράς και του βανδαλισμού τους απέναντι στους μοναδικούς αρχαιολογικούς θησαυρούς της χώρας μας, είναι το παρακάτω απόσπασμα από αυτόν τον ειδικό λεπτομερή τόμο, που εξέδωσε το 1946 το ελληνικό Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων για τις ζημιές που υπέστησαν κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της Κατοχής οι ελληνικοί αρχαιολογικοί θησαυροί Οι Έλληνες αρχαιολόγοι ανέλαβαν μετά την λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου την καταγραφή των λεηλασιών από τα στρατεύματα κατοχής και με βάση τις καταγραφές αυτές, το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων εξέδωσε αυτόν τον ειδικό τόμο με τίτλο «Ζημίαι αρχαιοτήτων». Ιδού το χαρακτηριστικό αυτό απόσπασμα: «Τον Αύγουστο του 1944 πέντε Γερμανοί αξιωματικοί και στρατιώται μετά κοπίδος καὶ σφυρίου εισελθόντες εις τον θησαυρό του Ατρέως στις Μυκήνες κατέστρεψαν πέντε των λίθων του τάφου δια να αφαιρέσουν πέντε χαλκούς ήλους. Άλλοι πάλιν επυροβόλουν τους λέοντας της πύλης των λεόντων δια των περιστρόφων τους…».
Μετέτρεψαν σε ουρητήρια και αποχωρητήρια τα μνημεία της Ακρόπολης…!
Σύμφωνα με άλλες περιγραφές των Ελλήνων αρχαιολόγων, που συμπεριλαμβάνονται στον τόμο αυτόν, οι Γερμανοί είχαν μετατρέψει σε ουρητήρια και αποχωρητήρια όλα τα μνημεία της Ακρόπολης, κατά προτίμηση, δε, τον Παρθενώνα. Επίσης οι Γερμανοί έκαναν άσκηση πυροβολικού, ρίχνοντας βόμβες στο φρούριο της Ιθώμης (Μεσσηνία), με αποτέλεσμα να καταστραφεί «τμήμα του νοτίου φρουρίου, το οποίο εβλήθη υπό τεσσάρων οβίδων». Αναφέρεται ακόμη, ότι «εκλάπησαν από τον Κεραμεικό αρχαιότητες» και «επυροβόλησαν κατὰ του ανάγλυφου του Χάρωνος στον Κεραμεικό».
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στον άλλο σχετικό τόμο, αυτόν του ελληνικού Υπουργείου Ανοικοδομήσεως, «οι Γερμανοί προκάλεσαν καταστροφές σε ογδόντα επτά (87) αρχαιολογικούς και ιστορικούς χώρους, οι Ιταλοί σε τριάντα εννέα (39) και οι Βούλγαροι σε τρεις (3). Σήμερα, μερικοί σημαντικοί αρχαιολογικοί τόποι, όπως της Βάρης, της Δημητριάδος ή του Παλαιοκάστρου Κρήτης, δεν υπάρχουν».
Στη Γόρτυνα το 1941 οι Γερμανοί για να βρουν θησαυρούς, ανατίναξαν το δάπεδο του Ισείου, έκαναν ανατινάξεις κοντά στον ναό του Ποσειδώνα, κομματιάζοντας ένα περιστύλιο της ανατολικής πλευράς και με τις ξιφολόγχες αποσπούσαν κατεργασμένα μάρμαρα σπουδαίων μνημείων χωρίς να ξεφύγει από την βαρβαρότητα τους ούτε καν ο Παρθενώνας. Λόγω των αυθαίρετων ανασκαφών προκλήθηκαν καταστροφές από Γερμανούς σε είκοσι τέσσερις (24) τόπους και από Ιταλούς σε δύο (2). Επίσης έγιναν κλοπές αρχαιοτήτων από τους Γερμανούς σε σαράντα δύο (42) ελληνικά μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, όπως αρχαιολογικές συλλογές, αγάλματα κ.λπ., από τους Ιταλούς σε τριάντα τρία (33) και από τους Βούλγαρους σε εννέα (9). Επίσης, λεηλατήθηκαν, καταστράφηκαν και υπέστησαν τεράστιες ζημιές πολλές βυζαντινές αρχαιότητες, εκκλησίες με έργα μεγάλης πολιτιστικής αξίας καθώς και πληθώρα μοναστηριών, μεταξύ των οποίων της Αγίας Λαύρας και του Μεγάλου Σπηλαίου.
Πέρα από την δυσκολία της επακριβούς αποτίμησης των αρχαιολογικών θησαυρών, οι οποίοι φυσικά είναι ανεκτίμητης αξίας, οι Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού αντιμετωπίζουν και την έλλειψη καταλόγου, που να περιλαμβάνει τους αρχαιολογικούς θησαυρούς της χώρας πριν την Κατοχή, ώστε να μπορούν ευκολότερα και με ασφάλεια να καταδείξουν τις καταστροφές και τις κλοπές που έκαναν οι κατακτητές στη διάρκεια της Κατοχής.
Εκτός από τις κλοπές μουσείων και αρχαιολογικών χώρων είχαμε και λαθρανασκαφές, οι οποίες γίνονταν, είτε με άνωθεν εντολή, απευθείας από το Βερολίνο, για να μεταφερθούν στα εκεί μουσεία, είτε για προσωπικό πλουτισμό κάποιων αξιωματικών. Άλλα τρία χαρακτηριστικά περιστατικά δείχνουν την συμπεριφορά των κατακτητών. Στο πρώτο η Ελληνική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων διαμαρτυρήθηκε εγγράφως στην Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή στις 13-9-1941 για ένα γεγονός, που συνέβη στις 9-9-1941: «Το πρωί έφτασε στη νήσο Δήλο ο Ιταλός στρατιωτικός διοικητής των Κυκλάδων, συνταγματάρχης Τζιοβάνι Δούκα, μαζί με άλλους Ιταλούς αξιωματικούς. Αυτοί, αφού επισκέφτηκαν τους αρχαιολογικούς χώρους και πήραν φωτογραφίες, κατευθύνθηκαν προς το μουσείο και, αφού εξέτασαν τα αρχαία, ερώτησαν τους φύλακες αντί πόσων χιλιάδων δραχμών θα μπορούσαν να τους τα πουλήσουν. Οι φύλακες, όπως ήταν φυσικό, ηρνήθησαν. Έτσι οι αξιωματικοί, αφού παρέλαβον μέρος του πληρώματος, επεδόθησαν σε πρόχειρες ανασκαφές και ταυτοχρόνως οι στρατιώτες μετέφεραν στο πλοίο μαρμάρινες αρχαιότητες και τεμάχιο ψηφιδωτών. Μετά από αυτό, δύο εκ των αξιωματικών, συνοδευόμενοι υπό του διοικητού, μπήκαν στο μουσείο, όπου από τις προθήκες άρχισαν να παίρνουν αρχαία…». Το δεύτερο περιστατικό συνέβη τον Μάρτιο του 1942 στο μουσείο Αγίου Γεωργίου της Θεσσαλονίκης: «Δι’ ενόπλων δυνάμεων αφήρεσαν άγαλμα γυναικός. Εις τας διαμαρτυρίας του Εφόρου, απήντησαν ψευδόμενοι, ότι το μετέφεραν εις καταφύγιον προς ασφάλειαν, ενώ αυτό απεστάλη εις Βιέννη».
Αρπαγές και βανδαλισμοί σε αρχαιολογικά μνημεία και εκκλησίες
Στην Βεργίνα «ο Γερμανός υπαξιωματικός και αρχαιολόγος Dr Exner έκανε ανασκαφές πλησίον των ανασκαφών του καθηγητού κ. Ρωμαίου, μεταξύ Παλατίτσας και Βεργίνας. Ανεσκάφησαν περὶ τους 4-6 τάφους, τα ευρήματα των οποίων δεν παρεδόθησαν στην Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία». Ενδεικτικά κάποια ακόμη από τα στοιχεία, που κατέγραψαν οι Έλληνες αρχαιολόγοι: Στην Σαλαμίνα οι Γερμανοί «χρησιμοποίησαν το υλικό των ανασκαφών του Αγίου Δημητρίου για τα οχυρωματικά έργα τους, ισοπεδώνοντας τμήμα αυτών». Στο Πύθιο Ελασσόνας το 1943 οι Γερμανοί «παρασκεύασαν το φαγητό των, χρησιμοποιώντας εικόνες της εκκλησίας ως καύσιμον ύλη»! Στο Παλαιόκαστρο Κρήτης «ο Ιταλός λοχαγός του πεζικού της μεραρχίας «Σιέννα», Τζιουζέπε Μπορσάρι, τον Αύγουστο του 1942 κατέστρεψε ριζικώς εκ μανίας καταστροφής και μόνον ολόκληρο αρχαιολογικό χώρο. Η καταστροφή αυτή ήτο η βαρυτέρα όλων των καταστροφών στην Κρήτη». Στην Καλαμπάκα οι Γερμανοί μετέτρεψαν το Ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου του 11ου αιώνα σε στάβλο ζώων. Στην Κνωσό το 1941 οι Γερμανοί κατέστρεψαν βασιλικό τάφο για να τοποθετήσουν πυροβόλα. Στο Σούνιο της Αττικής από το 1942 έως το 1944 οι Γερμανοί επανειλημμένα χρησιμοποίησαν αρχαιότητες για να κατασκευάσουν οχυρωματικά έργα. Στην Βέροια μετέτρεψαν την εκεί μητρόπολη επίσης σε στάβλο για τα υποζύγιά τους, ενώ κατέστρεψαν τα τείχη της αρχαίας Δημητριάδος για να κατασκευάσουν στρατώνα. Στην Κέρκυρα με τους γερμανικούς βομβαρδισμούς καταστράφηκε ο Ναός του Ευαγγελισμού, ένας από τους παλαιότερους του νησιού, στον οποίο βρίσκονταν οι τάφοι των ηρώων της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου. Επίσης καταστράφηκε τότε και η Βιβλιοθήκη της Κέρκυρας με 70.000 τόμους.
Από όλα αυτά που αναφέραμε ανωτέρω αλλά και από εκατοντάδες άλλα παρόμοια περιστατικά, που δεν αναφέρονται στο παρόν άρθρο μας, αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι καθίσταται πλέον επιτακτική η χάραξη μιας ενιαίας εθνικής στρατηγικής για την συστηματική διεκδίκηση όλων των γερμανικών οφειλών προς την πατρίδα μας, οι οποίες δεν περιλαμβάνουν μόνο τις πολεμικές επανορθώσεις (που επιδίκασε η Διεθνής Διάσκεψη των Παρισιών το 1946), το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο και τις αποζημιώσεις των θυμάτων των θηριωδιών των στρατευμάτων Κατοχής, αλλά και την επιστροφή όλων των κλεμμένων αρχαιολογικών θησαυρών μας, είτε αυτοί βρίσκονται σε ξένα μουσεία, είτε σε διάφορες ανά τον κόσμο ιδιωτικές αρχαιολογικές συλλογές.





Χαίρομαι, αγαπητέ, που θίγετε το τόσο ευαίσθητο αυτό κεφάλαιο, τόσο εκτενώς. Πρέπει, ωστόσο, να σας επισημάνω ότι ήδη εδώ και δύο χρόνια έχει εκδοθεί το βιβλίο του Γ. Λεκάκη, “αρχαιοκαπηλίες των Γερμανών στην Ελλάδα επί κατοχής” που ενσωματώνει και τον από 1946 επίσημο κατάλογο του Υπ.Παιδείας για τις κλοπές και παράνομες ανασκαφές κατά την κατοχή. Ο συγγραφεύς έχει κατά κυριολεξίαν αλωνίσει την χώρα για να καταστήσει γνωστό στους Έλληνες το τόσο σημαντικό αυτό ζήτημα που άπτεται της μνήμης και της ταυτότητός μας, ενώ το υπ.πολιτισμού με τα αργά αντανακλαστικά του καταγράφει. Καλή συνέχεια!
Σας ευχαριστώ πολύ για το σχόλιό σας. Το παρόν άρθρο μου αποτελεί απλώς μία πολύ συνοπτική δημοσιογραφική προσέγγιση του θέματος αυτού. Γνωρίζω το πολύ αξιόλογο, περιεκτικότατο και χρήσιμο έργο του κ. Γ. Λεκάκη, που αναφέρετε στο σχόλιό σας και συστήνω ανεπιφύλακτα σε όλους όσοι ενδιαφέρονται να πληροφορηθούν λεπτομερέστερα για το ζήτημα αυτό να το μελετήσουν και να το χρησιμοποιήσουν ως βασική πηγή γνώσεων. Το βιβλίο αυτό μπορεί να αποτελέσει και σημαντικό εργαλείο για τις προσπάθειες που έχουν ξεκινήσει τελευταία στην χώρα μας για την διεκδίκηση της επιστροφής των λεηλατημένων κατά την Κατοχή αρχαιολογικών μας θησαυρών και την αποκατάσταση των κατεστραμένων τότε ιστορικών μας μνημείων.
Ο αρθρογράφος