Στέλλα Τραγγανίδα*.
“Η μεγάλη γιορτή των Χριστουγέννων ήταν στο χωριό συνδεδεμένη με το σφάξιμο των γουρουνιών. Αντηχούσε όλο το χωριό από τις τσιρίδες τους την παραμονή των Χριστουγέννων. Από το πρωί οι άνδρες, που ήξεραν να γδέρνουν, πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι κι έσφαζαν τα γουρούνια. Η νοικοκυρά ετοίμαζε καυτό νερό για να το πλύνει και έβαζε σε μια κεραμίδα θυμιάμα για να θυμιατίσει το σφάγειο. Όταν τελείωνε το σφάξιμο του γουρουνιού και το κρεμούσαν στο τσιγκέλι να στραγγίσει, η παρέα περνούσε μέσα στο σπίτι για ένα κρασί και μεζέ. Τα παιδιά έτρεχαν από αυλή σε αυλή να παρακολουθήσουν το θέαμα. Τα αγόρια περίμεναν να πάρουν τη φούσκα, την ουροδόχο κύστη του γουρουνιού, τη φούσκωναν με ένα καλάμι κι εξασφάλιζαν έτσι μπάλλα για ποδόσφαιρο.
Για τη νοικοκυρά υπήρχε πολύ δουλειά με όλο αυτό το κρέας από το γουρούνι. Πρώτα έκοβαν μπριζόλες και κρέας για μαγείρεμα, όσο μπορούσε να συντηρηθεί, για να περάσουν τις μέρες των Χριστουγέννων. Μετά έφτιαχναν τσιγαρίδες που τις φύλαγαν μέσα σε φτήνες, καλυμένες μέχρι πάνω με λίπος κι έτσι είχαν να τρώνε μέχρι το Πάσχα. Με τον ίδιο τρόπο διατηρούσαν και το κρέας, αφού το έβραζαν λίγο, εφόσον τότε δεν υπήρχαν ψυγεία και καταψύκτες. Επίσης έφτιαχναν πατσά, μπουμπάρι και λουκάνικα. Έτσι σε κάθε αυλή κρεμόταν το καλάμι με τα λουκάνικα να στεγνώνουν στον ήλιο. Για να τα διατηρήσουν πολύ καιρό τα έψηναν ελαφρά σε ταψί στο φούρνο, τα τρυπούσαν και τα έβαζαν σε φτήνες με λίπος.
Την παραμονή των Χριστουγέννων, τα Κόλιαντρα, τα παιδιά ξυπνούσαν πρωί κι έπαιρναν σβάρνα τις γειτονιές ψάλλοντας τα κάλαντα από σπίτι σε σπίτι. Η νοικοκυρά απασχολημένη στην κουζίνα με τις χριστουγεννιάτικες προετοιμασίες, τους έδινε στραγάλια, σταφίδες, μύγδαλα, ξερά δαμάσκηνα, σύκα, χαρούπια, αργότερα δε χρήματα. Την παραμονή το βράδυ έπρεπε σε κάθε σπίτι να διατηρήσουν αναμμένη τη φωτιά στη σόμπα ή στο τζάκι για να βρεί ο Ιωσήφ να πάρει κάρβουνα στην κάπα του, που όμως δεν καιγόταν σύμφωνα με την παράδοση.
Τα Χριστούγεννα ήταν μια ευκαιρία να εκκλησιάζεται όλη η οικογένεια μαζί και να μεταλαβαίνει μετά από πολυήμερη νηστεία. Οι γέροι και τα μικρά παιδιά μεταλάβαιναν τα Κόλιαντρα. Οι νεότεροι φιλούσαν τα χέρια των μεγαλύτερων και ζητούσαν συγχώρεση λέγοντας «συγχωρεμένα». Στα παιδάκια που έκλαιγαν και δεν ήθελαν να κοινωνήσουν, έλεγαν ότι θα πάρουν «χρυσό δοντάκι» ή «πασχαλίτσα».
Το πρωί των Χριστουγέννων, πριν ξημερώσει, χτυπούσαν χαρμόσυνα οι καμπάνες κι όλη η οικογένεια πήγαιναν ντυμένοι με τα καλά τους στην εκκλησία περπατώντας μέσα στην πρωινή πάχνη. Όταν γύριζαν σπίτι τα παιδιά έτρεχαν να δοκιμάσουν τους κουραμπιέδες και τα κουλούρια, ενώ πάνω στη σόμπα μοσχομύριζε η κοτόσουπα. Η μητέρα έστρωνε το γιορτινό τραπέζι και όλοι χαρούμενοι έτρωγαν πρώτα την αχνιστή σούπα και μετά χοιρινή τηγανιά. Ύστερα απολάμβαναν την ζεστή θαλπωρή του σπιτιού, τα παιδιά μαζεύονταν γύρω από τη σόμπα, ενώ οι μεγαλύτεροι ξαπλωμένοι στους καναπέδες ξέκλεβαν κανέναν υπνάκο.
Για τα παιδιά του σχολείου η χριστουγεννιάτικη αυτή ανάπαυλα ήταν μια ιδιαίτερη περίοδος χαράς, αφού τα σχολικά βιβλία έμπαιναν στο ράφι της αναμονής. Το βράδυ αντάλασσαν επισκέψεις με συγγενείς και φίλους. Τα σπίτια αυτή τη μέρα ήταν ανοιχτά και γεμάτα και ήταν μια μέρα χαράς και διασκέδασης για μικρούς και μεγάλους. Όλοι χαίρονταν τη ζεστασιά των ευτυχισμένων αυτών οικογενειακών στιγμών κι αυτές ήταν που συνέβαλλαν να διατηρείται ζωντανή η συνοχή της οικογένειας και να σφυρηλατείται η αγάπη ανάμεσα στα μέλη της. Στα μικρά παιδιά έδιναν συνήθως λίγα χρήματα, ελάχιστα αλλά που για εκείνα ήταν ένας μικρός θησαυρός. Την δεύτερη και τρίτη μέρα των Χριστουγέννων πήγαιναν πάλι στην εκκλησία και επισκέπτονταν τους εορτάζοντες”.
*Από το βιβλίο “Μνήμες μιας αλλοτινής ζωής, Αμπελώνας Λάρισας”, εκδόσεις Ίων.




