Όσο οι δυτικοί πληθυσμοί θα γηράσκουν, τα συνταξιοδοτικά προβλήματα θα δημιουργούν νέες καταστάσεις και στο λιανεμπόριο.
Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου.
«Η γήρανση των δυτικών πληθυσμών θα επηρεάζει όλο και περισσότερο το λιανικό εμπόριο, σε όλα τα επίπεδα –τόσο στις αγοραστικές τάσεις και συνήθειες όσο, βέβαια, και στις μετακινήσεις. Το όλο θέμα είναι πολύ σοβαρό και η αναδυόμενη οικονομία των ασπρομάλληδων θα καταλάβει εξέχουσα θέση στην συνολική οικονομική δραστηριότητα».
Αυτά μάς έλεγε πρόσφατα η συνάδελφος Μπάρμπαρα Μπεκ, υπεύθυνη του εμπορικού ρεπορτάζ στο βρεταννικό περιοδικό Εκόνομιστ, η οποία έχει ασχοληθεί ειδικά με τα εκρηκτικά δημογραφικά προβλήματα. Τα τελευταία δε δεν αφορούν μόνον το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά το σύνολο του δυτικού κόσμου, άρα και την Ελλάδα.
Εκτιμάται ότι τα παιδιά που γεννήθηκαν στην Ελλάδα και γενικότερα στην Ευρώπη το 2010, έχουν προσδόκιμο ζωής όχι μακρυά από τα 90 χρόνια. Κατά συνέπεια, θα κλείσουν τον 21ο αιώνα –κάτι που έχει τεράστια σημασία. Διότι, με βάση τα σημερινά δεδομένα, θα χρειαστεί να εργασθούν 35 χρόνια και στην διάρκεια αυτή να εξασφαλίσουν τα προς το ζην για 25 χρόνια παραπάνω.
Όπως λέει και ο γεροντολόγος-οικονομολόγος καθηγητής Βενσάν Καραντέκ, «ο αναπτυγμένος κόσμος βρίσκεται μπροστά σε ένα νέο φαινόμενο, αυτό της κοινωνιολογίας του γήρατος και της γηράνσεως, το οποίο οδηγεί και στην οικονομία των ασπρομάλληδων…».
Στο πλαίσιο αυτό, ο ηλικιωμένος πληθυσμός αλλάζει πρόσωπο. Οι γέροντες του παρελθόντος έγιναν «συνταξιούχοι». Πολλοί από αυτούς διατηρούν αστείρευτη ζωτικότητα, αλλά έχουν αποκλεισθεί από την απασχόληση, και άλλοι βρίσκονται σε προχωρημένη ηλικία και άρα εξαρτώνται από τις κοινωνικές πολιτικές που ισχύουν στις χώρες τους. Υπό το φως λοιπόν των εξελίξεων αυτών, το πολύ σοβαρό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι αναπτυγμένες χώρες είναι αυτό των συντάξεων, καθώς βέβαια και του κόστους της παροχής υπηρεσιών υγείας σε πληθυσμούς που γηράσκουν.
Είναι προφανές ότι παρόμοιας φύσεως προβλήματα δεν αντιμετωπίζονται από κυβερνήσεις τετραετίας. αλλά απαιτούν μακροπρόθεσμες μελέτες και ευρείες πολιτικές συναινέσεις. Απαιτούν, επίσης, την μεγαλύτερη δυνατή κοινωνική συνοχή, αλληλεγγύη και συνεργασία. Διαφορετικά, οι δημογραφικές εξελίξεις θα είναι μεγάλη πηγή ανισοτήτων, αλλά νέας μορφής σε σχέση με τις αντίστοιχες του παρελθόντος. Το «μέλλον της συνταξιοδότησης» είναι έτσι ένα από τα ζωτικά θέματα που απασχολούν τις οργανωμένες κοινωνίες, σε μία εποχή όπου παρατηρείται και ισχυρή ανακατανομή του παγκόσμιου πλούτου.
Εντυπωσιακή, από την άποψη αυτή, είναι μία έρευνα της τράπεζας HSBC, η οποία θεωρεί ότι το μέλλον της συνταξιοδότησης είναι «κινούμενη άμμος». Εξ ου και ο τίτλος της έρευνας, η οποία πραγματοποιήθηκε σε 16 χώρες με την συμμετοχή 18.000 και πλέον ατόμων. Ένα πρώτο αλλά εύγλωττο εύρημα είναι ότι το 61% των ατόμων που πήραν μέρος πιστεύει ότι, μετά την χρηματοοικονομική κρίση του 2008, η συνολική μείωση της αποταμίευσης κάνει εξόχως προβληματική την αυριανή συνταξιοδότηση. Συνεπώς μόνον ένα άτομο στα τρία πιστεύει ότι θα έχει άνετη συνταξιοδότηση με βάση την σημερινή οικονομική κατάσταση. Επιπλέον, εξαφανίζεται η έννοια της σύνταξης ως μίας περιόδου κατά την οποία ο δικαιούχος δεν εργάζεται, με το 58% των ατόμων παραγωγικής ηλικίας να ισχυρίζονται ότι θα συνεχίσουν σε κάποιον βαθμό να δουλεύουν ενώ έχουν συνταξιοδοτηθεί.
Το γεγονός ότι τα επιτόκια έχουν παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα επηρεάζει, επίσης, άμεσα τα σχέδια για την σύνταξη. Το 50% των ατόμων παραγωγικής ηλικίας θεωρούν ότι τα χαμηλά επιτόκια έχουν ως αποτέλεσμα ότι θα πρέπει να δουλέψουν για περισσότερο καιρό, ενώ σχεδόν οι μισοί (48%) χρειάζονται αύξηση επιτοκίων προκειμένου οι αποταμιεύσεις τους να τούς εξασφαλίσουν μία άνετη συνταξιοδότηση. Είναι γεγονός, επίσης, ότι στις περισσότερες από τις 16 χώρες που πήραν μέρος στην έρευνα, το 40% των ατόμων παραγωγικής ηλικίας θεωρούν ότι τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια δημιουργούν την ανάγκη για υψηλότερη αποταμίευση, πράγμα δύσκολο σε εποχές χαμηλής οικονομικής ανάπτυξης.
Σύμφωνα με την έρευνα υπάρχει επίσης ανησυχία για τα συνταξιοδοτικά προγράμματα που παρέχονται από τους εργοδότες, για τα οποία ένα στα δύο άτομα παραγωγικής ηλικίας αναμένουν να τούς χρηματοδοτήσουν την σύνταξη. Το 62% των ατόμων ανησυχούν ότι τα ποσά από το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα που παρέχεται από τον εργοδότη τους δεν θα μπορούν να καταβληθούν στο ακέραιο, όταν θα έρθει η στιγμή να συνταξιοδοτηθούν.
Από αυτά που προηγούνται, το ερώτημά μας είναι κατά πόσον παρόμοια προβλήματα με βαθύ κοινωνικό και οικονομικό περιεχόμενο απασχολούν και την ελληνική πολιτική τάξη, η οποία συνεχώς ξορκίζει την λιτότητα χωρίς ποτέ να μάς λέει πώς θα παραχθεί πλούτος. Στο μέτρο δε που, κατά τον καθηγητή Νίκο Φίλιππα, στην χώρα μας διογκώνεται ο οικονομικός αναλφαβητισμός, πολύ φοβούμεθα ότι μπήκαμε για καλά στην εποχή του τέλους των συντάξεων –με τον λαό να έχει ξεχάσει την παραβολή με τις μωρές παρθένες.





