(e) ellinikignomi

Ποια τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της Διεθνούς του Αυταρχισμού

Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου

——— . ———-

Η ακρίβεια είναι εδώ,ασχέτως αν σε παγκόσμιο επίπεδο και σε μεγάλο βαθμό είναι τεχνητή. Και είναι τεχνητή όχι μόνο από τα δίκτυα της κερδοσκοπίας που «παίζουν» στη παγκόσμια αγορά εμπορευμάτων, αλλά και από τα αυταρχικά κράτη, που ελέγχουν, ελέω του καπιταλισμού και της Δύσης, ζωτικούς τομείς αποθήκευσης, διακίνησης και διανομής αγαθών που συγκροτούν την εφοδιαστική αλυσσίδα. Και από την άποψη αυτή θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι ο δυτικός κόσμος έπεσε σε μια καλοστημένη παγίδα.

Για πολλά χρόνια, η Δύση είχε την εντύπωση ότι Κίνα και Ρωσία, υπό το φως της κατάρρευσης του κομμουνισμού παγκοσμίως, είχαν αντλήσει μαθήματα από την ιστορία και άρα θα πλησίαζαν την φιλελευθερη διεθνή τάξη , ώστε να δημιουργηθεί ένας κόσμος ανάπτυξης, προόδου και εν τέλει ευημερίας. Ιδιαίτερα δε στην Κίνα, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 επικρατούσε το δόγμα Ντενγκ, με βάση το οποίο «μια γάτα δεν εξαρτάται από το τι χρώμα έχει αλλά από το πόσα ποντίκια πιάνει».

Με αφετηρία το δόγμα αυτό, η μετά τον Μάο Τσι Τουνγκ Κίνα μπήκε σε μια εκπληκτική φάση ανάπτυξης, με ρυθμούς που σε κάποια φάση έφτασαν και το 16% ετησίως. Την ίδια περίοδο η καπιταλιστικού τύπου ανάπτυξη της Κίνας βοηθούσε  κάπου 1,5 δισεκατομμύριο άνθρωποι στον κόσμο να φύγουν από την απόλυτη φτώχεια, ενώ στην Κίνα περισσότεροι από 2 εκατομμύρια Κινέζοι γίνονταν εκατομμυριούχοι και 200 εκατομμύρια αποκτούσαν  κατά κεφαλή εισόδημα πάνω από 36.000 δολλάρια το χρόνο.

Υπό παρόμοιες συνθήκες, η κινεζική οικονομία διεκδικούσε την πρώτη θέση στον κόσμο, ενώ η κινεζική κομμουνιστική ηγεσία αναζητούσε τρόπους μονιμοποίησής της στην εξουσία.

Για το Κ.Κ. Κίνας το στοίχημα να αποδείξει ότι μπορούσε να υπάρξει καπιταλισμός χωρίς δημοκρατία, ελευθερία και άλλα ενοχλητικά παρόμοια ήταν κάτι που μπορούσε να επιτευχθεί και άρα να γίνει παγκόσμιο παράδειγμα. Στο πλαίσιο αυτής της λογικής και του «οράματος» που εκπορευόταν από αυτήν, όταν ο υποτιθέμενος Κινέζος μεταρρυθμιστής κομμουνιστής ηγέτης Χ.Σιαοπινγκ άρχισε να ανεβαίνει στην εξουσία, στόχος του δεν ήταν τόσο η περαιτέρω ανάπτυξη της Κίνας, όσο η μονιμοποίηση του ίδιου και των ανθρώπων του στην εξουσία και η εγκατάσταση ενός καθεστώτος που θα έκλεινε ερμητικά κάθε χαραμάδα δημοκρατίας και κράτους δικαίου.

Τα γεγονότα αμφισβήτησης προ πανδημίας Covid-19 στο Χονγκ-Κονγκ αλλά και σε πάμπλουτες κινεζικές πόλεις όπως η Σαγκάη, ήσαν πολύ σοβαρά και έπρεπε να καταπολεμηθούν αμέσως.

Τότε λοιπόν, για τον Κινέζο ηγέτη, στις Η.Π.Α., έκανε την εμφάνισή του από «μηχανής Θεός» ήτοι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τράμπ.

Η εκλογή του Ντόναλντ Τράμπ το 2016 στη προεδρία των ΗΠΑ, πυροδότησε μια μεγάλη συζήτηση για τη φύση και τη μοίρα της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης πραγμάτων και του ανερχόμενου συνεχώς αντιδημοκρατικού και αντιφιλελεύθερου παγκόσμιου περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ο τοτε Αμερικανός πρόεδρος ήθελε να κινείται η παγκόσμια οικονομία. Και για το σκοπό αυτόν υιοθέτησεαλλοπρόσαλλες πολιτικές,οι οποίες τελικά υπονόμευσαν την κινητήρια δυναμη της διεθνούς οικονομίας, τον νέο καταμερισμό της εργασίας.Βέβαια,πριν από τον Τράμπ,είχε προηγηθεί η κατάρρευση της οικονομίας των διαδοχικών φουσκών και της ανόδου του παγκόσμιου χρέους.

Στη σημερινή έτσι φάση της διεθνούς τάξης πραγμάτων, ο πόλεμος στην Ουκρανία και η διεθνής οικονομική κρίση που προκαλείται από αυτόν, αλλά και από γεγονότα που προκλήθηκαν, δεν είναι παροδικές κρίσεις. Πρόκειται για υπαρξιακές εξελίξεις, που αφορούν άμεσα και πολύ σοβαρά το μέλλον της φιλελεύθερης τάξης και του συναφούς με αυτήν κράτους δικαίου.

Για δεκαετίες μετά τον Δεύτερο παγκόσμιο Πόλεμο, οι κυρίαρχες πολιτικές τάσεις και ομάδες τόσο στο Δημοκρατικό όσο και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα στις ΗΠΑ, είχαν σαφώς δεσμευτεί να στηρίξουν και να δημιουργήσουν μια διεθνή φιλελεύθερη τάξη υπό αμερικανική ηγεσία.

Θεωρούσαν, μετά από δύο πολεμικές επεμβάσεις για τη δημοκρατία στην Ευρώπη, την Ουάσιγκτον ως κεντρική στην οικοδόμηση ενός κόσμου ορ­γανωμένου, τουλάχιστον εν μέρει, γύρω από την ανοικτή αγορά και την ατομική ιδιοκτησία, την προστασία των πολιτικών, αστικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων την κανονιστική υπεροχή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και τα επισήμως ισότιμα κυ­ρίαρχα κράτη που εργάζονται συχνά μέσω πολυμερών θεσμών. Όποια κι αν ήταν τα λάθη της, η τάξη που θα αναδυόταν στον απόηχο του Ψυχρού Πολέμου έβγαλε εκατομμύρια ανθρώπους από την φτώχεια και οδήγησε ένα ποσοστό ρεκόρ της ανθρωπότητας να ζει υπό δημοκρατικά κυβερνήσεις.

Οι βασικοί ετσι παίκτεςστις υφιστάμενες δημοκρατίες, ειδικά στην Ευρώπη και στην Βόρεια Αμερική, υπέθεσαν ότι η μείωση των δι­εθνών φραγμών θα διευκόλυνε την διάδοση των φιλελεύθερων κινημάτων και αξιών. Έτσι έγινε για κάποιο χρονικό διάστημα, αλλά η διεθνής τάξη που προέκυψε ευνοεί τώρα μια ποικιλία αντιφιλελεύθερων δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων αυταρχικών κρατών, όπως η Ρωσία και η Κίνα , που απορρίπτουν συλλήβδην την φιλε­λεύθερη δημοκρατία,υπονομεύοντας την επεκτασή της.Στο έργο τους όμως,έχουν και μια χαρά συμμάχουςκαθώς  αντιδραστικές λαϊκίστικες, συ­ντηρητικές και δήθεν προοσευτικές αυταρχικές πολιτικές δυνάμεις, τοποθετούνται ωςπροστάτες των απο­καλούμενων παραδοσιακών αξιών και της εθνικής κουλτούρας, ενώ σταδιακά ανατρέπουν τουςδημοκρατικούς θεσμούς και το κράτοςδικαίου. Στα μάτια πολλών δεξιών Αμερικανών και των «φίλων» τους στο εξωτερικό, ο Δυτικόςαντιφιλελευθερισμός φαίνεται απόλυτα δημοκρατικός,ενίοτε δε διεκδικεί και φιλελεύθερες περγαμηνές

Αμέσως μετά την ορκωμοσία του, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, άρχισε να μιλά για «μια μάχη μεταξύ τηςχρησιμότητας των δημοκρατιών του εικοστού πρώτου αιώνα και των απολυταρ­χιών». Κάνοντάς το, επανέλαβε μια ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι ο δημοκρατικός φιλελευθερισμός αντιμετωπίζει απειλές τόσο από τα μέσα όσο και από τα έξω. Οι αυταρχικές δυνάμεις και οι αντιφιλελεύθερεςχώρες επιδιώκουν να υπονομεύσουν βασικές πτυχέςτης φιλελεύθερης διεθνούς τάξης. Και οι υποτιθέμενοι πυλώνες αυτής τηςτάξης, κυρίως οι Ηνωμένες Πολιτείες, κινδυ­νεύουν να υποκύψουν στον αντιφιλελευθερισμό στο εσωτερικό τους.

Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση της εποχής μας και στη συντήρησή της έχουν ποντάρει Ρωσία και Κίνα,ρίχνοντας με τον τρόπο τους λάδι στη φωτιά.