Μιλάει στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ η Αρετή Τάχου η οποία σε παγκόσμιο διαγωνισμό με αφορμή τα 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση, κέρδισε  το Γ΄ Βραβείο

Συνέντευξη στη Βασιλική Β. Παππά για την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ

Vas_nikpap@yahoo.gr

Η Αρετή Τάχου σπούδασε  Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Από πολύ νωρίς ξεκινά σπουδές στον κλασικό χορό και την χορωδία ενώ αυτή την χρονική περίοδο σπουδάζει Υποκριτική. Ασχολείται με το τραγούδι επαγγελματικά συμμετέχοντας σε χορωδίες, μουσικά σχήματα και θεατρικά αναλόγια, ιδιαίτερα στα αναλόγια που γράφει ο Δρ. Αρχαιολόγος Νικόλαος Παππάς.

Πρόσφατα πήρε μέρος σ’ ένα παγκόσμιο διαγωνισμό ποίησης με θέμα «Ελλάς προσκλητήριο κοιτίδα του πνεύματος και του πολιτισμού» με αφορμή τα 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση, κερδίζοντας το Γ΄ Βραβείο με το ποίημα «Ανέσπερο φως της οικουμένης».

 Κυρία Τάχου, αν γυρνούσατε πίσω το χρόνο στην παιδική σας ηλικία και επιστρέφατε εδώ, τι θα φέρνατε σίγουρα μαζί σας;
Τις μυρωδιές από το χωριό της γιαγιάς μου στο Πήλιο, που όμοιες της δεν βρήκα πουθενά. Το έντονο άρωμα της συκιάς και της ρίγανης, οι πεταλίδες πάνω στο βράχο και οι αχινοί που τα τρώγαμε ωμά, χωρίς να φοβόμαστε τίποτα και η νοστιμιά τους ξεπερνούσε και το πιο γκουρμέ γεύμα. Το χτυπητό αυγό που μας έφτιαχνε η γιαγιά από την κότα, που μόλις το γεννούσε. Οι κατσίκες, τα μουλάρια και τα γαϊδούρια που περνούσαν μπροστά από το σπίτι, που ακόμα κι εκείνη η χαρακτηριστική οσμή της κοπριάς τους, μας ήταν τόσο ευχάριστη. Το χώμα μετά τη βροχή, που ξέρουμε ότι δεν θα μυρίσει ποτέ ξανά έτσι. Η μυρωδιά του βουνού με τη θάλασσα, το πηγάδι της κυρίας Ευανθίας δίπλα από το σπίτι της γιαγιάς, πόσες φορές καθόμασταν πάνω και μας κυνηγούσε  γιαγιά να μην πέσουμε μέσα, κι εκείνο το μικροσκοπικό, λιλιπούτειο κουζινάκι της γιαγιάς, με το ραδιόφωνο αντίκα, που έμοιαζε περισσότερο με στρουμφόσπιτο παρά με κουζίνα κανονική. Εκεί μέσα μαζευόμασταν όλα τα ξαδέρφια και μας ετοίμαζε η γιαγιά το πρωινό με τη συνοδεία των πρωινών ραδιοφωνικών εκπομπών. Εκεί σε κείνο το μικρόκοσμο ήταν μαζεμένη όλη η αγάπη του κόσμου..θα μπορούσα να γράφω με τις ώρες αν είχα το περιθώριο..
Πρόσφατα εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη μια ανθολογία ποίησηςπου φέρει τον τίτλο “Coronavirus: Το νέο όνομα τουεγκλεισμού» και στην οποία συμμετέχετε. Θα θέλατε να μας πείτε περισσότερα γι’ αυτή;

Είναι τιμή για μένα η συμμετοχή με δυο ποιήματα στην ανθολογία. Ιδέα πρωτοποριακή για κάτι πρωτόγνωρο που έζησε η γενιά μας και λέω η γενιά μας, διότι εμείς δεν ζήσαμε τους δυο παγκοσμίους πολέμους, ούτε τον εμφύλιο στην Ελλάδα. Όλο αυτό που ζήσαμε μας παρέπεμψε εκεί, σε εμπόλεμη δηλαδή κατάσταση. Πιστεύω ότι  αυτή η ανθολογία, είναι γεμάτη από καταθέσεις ψυχής διαφορετικών ανθρώπων, ποιητών που βίωσαν αυτή την πρωτόγνωρη και σκληρή πραγματικότητα. Αποτυπώσαμε με λέξεις τα βαθιά συναισθήματα που βγήκαν μέσα από τον εγκλεισμό και κυρίως το συναίσθημα του φόβου, περισσότερο από αυτό της αγανάκτησης.

Ποιες προσλαμβάνουσες επηρεάζουν την έμπνευσή σας;

Είναι διαφορετικές για την κάθε περίσταση και ξεχωριστές. Δεν μπορώ ακριβώς να δώσω μια ακριβή απάντηση. Είναι αυτό το κάτι, που μπορεί να πυροδοτήσει το φυτίλι της έμπνευσης και να δώσει φτερά στην πένα. Μπορεί να έρθει σε στιγμή απρόσμενη, κι εκείνο που χρειάζεται φυσικά είναι ένα χαρτί και ένας κονδυλοφόρος για να μη χαθεί το δώρο της έμπνευσης και δεν αποτυπωθεί. Συνήθως η θάλασσα είναι αυτή, που μου γεννά απίστευτες ιδέες με τον ήλιο και τα χρώματα του ουρανού σε όλες τις εκφάνσεις του, αυτό το τρελό παιχνίδι των χρωμάτων και ειδικά καθισμένη στην άκρη της αποβάθρας να χάνεται το βλέμμα μου στο βαθύ και απέραντο γαλάζιο.

Πώς αισθάνεσθε όταν τα ποιήματά σας κάνουν κάποιους ανθρώπους να ταξιδεύουν;

Αισθάνομαι απίστευτη χαρά, που μπορώ εγώ η ταπεινή, να κάνω κάποιους ανθρώπους να ταξιδεύουν. Με τιμά η αξία που μου δίνουν. Ο κάθε δημιουργός καταθέτει την ψυχή του και είναι πάρα πολύ όμορφο όταν αναγνωρίζεται αυτή η προσπάθεια από τους συνανθρώπους μας.

Εάν είχατε να επιλέξετε ανάμεσα σε μια πολύ καλή κριτική ήτην αγάπη του αναγνωστικού σας κοινού, τι θα προτιμούσατε;

Αν πίστευα σε μια ζωή με ισορροπία θα απαντούσα ναι και στα δυο, θα ήταν το ιδανικό. Όμως επειδή με διακατέχει ένα πνεύμα ρομαντισμού και ευαισθησίας θα έλεγα την αγάπη του αναγνωστικού κοινού. Δεν είμαι πρακτικός άνθρωπος, άλλωστε δεν νομίζω ότι υπάρχουν ποιητές με πρακτικό πνεύμα, παρά μόνο επαναστάτες. Αυτοί άλλωστε δίνουν και τις ανατροπές στη ζωή. Η αγάπη του κόσμου δίνει τεράστια δύναμη στα πάντα. Είναι η κινητήριος δύναμη για κάθε τι που υπάρχει στη ζωή. Μια καλή κριτική θα ήταν εντελώς άψυχη, χωρίς την αγάπη του κόσμου και ένας ποιητής δεν μπορεί να συνεχίσει να ονειρεύεται και να εμπνέεται μόνο με μια καλή κριτική, γιατί πολύ απλά θα λείπει το βασικότερο,  το συναίσθημα και χωρίς συναίσθημα ποίηση δεν υπάρχει.

Η τέχνη γενικότερα αποσκοπεί στη ρεαλιστική καταγραφή της πραγματικότητας ή στην υπέρβασή της;

Πάντα σε οποιαδήποτε μορφής τέχνη υπάρχει το υπερβατικό στοιχείο. Η τέχνη δεν έχει σχέση με το μέτρο και αυτό γιατί πολύ απλά ξεφεύγει από αυτό. Σίγουρα πιστεύω ότι αποτυπώνεται η ρεαλιστική καταγραφή της πραγματικότητας, αλλά με τρόπο συμβολικό, μέσα από αλληγορικές μορφές και αυτό είναι που δίνει και το υπερβατικό στοιχείο.

Πόσο εύκολο είναι στις μέρες μας ένας καλλιτέχνης και δηποιητής που ζει τους ρυθμούς και την πίεση της σύγχρονηςπραγματικότητας, να απογειωθεί και να εμπνευστεί;

Οι ποιητές πιστεύω ότι πάντα θα εμπνέονται. Δεν θα σταματήσει αυτό. Ένας ποιητής μπορεί να γράψει και στις πιο δύσκολες συνθήκες. Ακόμα και μέσα σ’ ένα κελί σκοτεινό. Είναι αυτό το κάτι που δεν προσδιορίζεται χρονικά και τοπικά και έρχεται ξαφνικά. Η ποίηση δεν γράφεται κατά παραγγελία και μάλιστα τα προβλήματα της σύγχρονης ζωής με τα αδιέξοδα και τους απίστευτους ρυθμούς πίεσης. Θεωρώ ότι είναι το εφαλτήριο για να γραφούν ποιήματα που αντικατοπτρίζουν αυτό το χαοτικό κλίμα.

Ποιους Έλληνες ποιητές-συγγραφείς διαβάζετε;

Λατρεύω την Κική Δημουλά, της άξιζε το Νόμπελ λογοτεχνίας, αλλά δυστυχώς η ζωή είναι άδικη, όπως και σε πολλά άλλα πράγματα. Φυσικά αγαπώ πολύ τον Σεφέρη και τον ξεχωρίζω από τον Ελύτη, ως δυσκολότερο στα νοήματά του. Όμως με τον Ελύτη ήταν η πρώτη μου επαφή με την ποίηση και ειδικά με το ποίημά του «Μαρία Νεφέλη» και όχι με το «Άξιον Εστί» όπως θα έπρεπε. Ξεκίνησα λίγο ανορθόδοξα.. Επίσης, αγαπώ πολύ τον Καβάφη, τον Τάσο Λειβαδίτη, τον Γιάννη Ρίτσο και φυσικά αν και έπρεπε να τον αναφέρω πρώτο, τον Διονύσιο Σολωμό. Είναι απίστευτη η γραφή και η λυρικότητά του. Ειδικά στους «Ελεύθερους πολιορκημένους» κάνω εικόνα την κάθε στιγμή των ανθρώπων αυτών στο ηρωικό Μεσολόγγι.

Από συγγραφείς, τον Παπαδιαμάντη, τον Καζαντζάκη, τον Λουντέμη, την Διδώ Σωτηρίου και την αγαπημένη της καρδιάς μου σύγχρονη Αλκυόνη Παπαδάκη.

Ποια είναι η γνώμη σας για το θέμα της Πάτρας που τοτελευταίο χρονικό διάστημα έχει προκαλέσει τόσες αντιδράσεις;

Ανθρωποκτονίες γίνονταν από καταβολής κόσμου. Μητροκτονίες, Πατροκτονίες, αιμομιξίες. Δεν είχαμε όμως την άμεση πληροφόρηση, που έχουμε σήμερα. Σήμερα τα νέα ταξιδεύουν με την ταχύτητα του φωτός και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης κατευθύνουν το μυαλό του ανθρώπου, κατά το δοκούν, με τον τρόπο που παρουσιάζουν τα θλιβερά γεγονότα. Τα συμφέροντα αμέτρητα, καθώς το χρήμα έχει διαβρώσει  την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, οπότε ο πόνος και η δυστυχία των ανθρώπων βγαίνουν στο σφυρί. Το θλιβερότερο της ιστορίας αυτής είμαστε εμείς, που δεν κριτικάρουμε σε βάθος, και γινόμαστε έρμαια στα χέρια ενός απάνθρωπου συστήματος, που μας κάνει αυτόματα κριτές και δήμιους, ενώ θα έπρεπε πρωτίστως να ασχολούμαστε, με τη βελτίωση του εαυτού μας και να κριτικάρουμε μόνο αυτόν. Άλλωστε πάντα θα ηχεί η φράση του Ιησού «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω».

Κλείνοντας, θα ήθελα να μας πείτε, ποια είναι η φιλοσοφίασας και ποια διαχρονική ρήση σάς αντιπροσωπεύει ωςάνθρωπο;

Έχουν αποτυπωθεί στην καρδιά μου, τα λόγια από το ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη. «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος»,να παραμείνουμε άνθρωποι λοιπόν ή τουλάχιστον να το προσπαθούμε καθημερινά, γιατί μόνο μ αυτόν τον τρόπο θα σωθεί ο κόσμος μας, ο πλανήτης μας, με όλα όσα περικλείει. Άνθρωποι, έχοντας αγάπη στην καρδιά, όχι με την έννοια που την βλέπουμε σήμερα, αλλά αγάπη καθαρή στην ουσία της, την ανιδιοτελή, αυτή που τόσο λαμπρά αποτύπωσε ο Απόστολος Παύλος στην προς «Κορινθίους Επιστολή» η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει.