Μιλάει στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ και για την προσωπικότητα του Γεωργίου Καραϊσκάκη η Κατερίνα Μπρέγιαννη, Διευθύντρια Ερευνών στο Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού, της Ακαδημία Αθηνών

Συνέντευξη – παρουσίαση: Αποστόλης Ζώης

Η Δρ. Κατερίνα Μπρέγιαννη είναι Διευθύντρια Ερευνών στο Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών. Τη συνάντησα στο πρόσφατο τριήμερο συνέδριο για τον Γεώργιο Καραϊσκάκη και την εποχή του που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα της Βουλής των Ελλήνων στο Μουζάκι Καρδίτσας, με μεγάλη επιτυχία. Μετά χαράς μετά το τέλος παρουσίασης της εισήγησης, δέχθηκε να μιλήσει στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ.

Η συνέντευξη

-Στο πρόσφατο τριήμερο συνέδριο για τον Γεώργιο Καραϊσκάκη και την εποχή του παρουσιάσατε σε μελέτη την αρχετυπική λειτουργία του ήρωα όσον αφορά τη συλλογική μνήμη. Μπορείτε να αναφερθείτε πιο αναλυτικά;

«Σύμφωνα με τον θεμελιωτή της αναλυτικής ψυχολογίας και φιλόσοφο Carl Jung, oήρωας αντιπροσωπεύει την δημιουργική ενέργεια, τη δράση, αλλά και το ξεπέρασμα αντιξοοτήτων που συχνά δημιουργεί το ίδιο το ασυνείδητό του, τη μετάβαση δηλαδή σε μια συνειδητή κατάσταση των ποιοτήτων του είναι. Οι ιδιότητες αυτές έχουν μια συλλογική λειτουργία, δεν αφορούν μόνο τον ίδιο τον ήρωα ως μονάδα αλλά εμπεριέχονται στην ενσυναίσθηση του κοινωνικού συνόλου, το οποίο ανάλογα με τις ετοιμότητες και τις ανάγκες του αναδεικνύει ή αποσιωπά το ρόλο των ηρωϊκών προτύπων του παρελθόντος. Η αμφίσημη αυτή λειτουργία του «ήρωα» σχετίζεται λοιπόν με τις συλλογικές ανάγκες μιας κοινωνίας, εάν αυτή δηλαδή χρειάζεται τους ήρωες ή όχι. Και στις δυο περιπτώσεις, την άρνηση και την κατάφαση, ο ήρωας λειτουργεί αρχετυπικά, αντιπροσωπεύει ποιότητες που ανταποκρίνονται στην ατομικότητα αλλά είναι ευρύτερες από αυτήν.

Η συλλογική μνήμη, ως μνήμη των κοινωνικών ομάδων, εμπεριέχει την έννοια της εθνικής ταυτότητας, για τη διαμόρφωση της  οποίας το αρχέτυπο του ήρωα είναι καθοριστικό: η αναφορά στη μνήμη των κοινωνικών ομάδων υπονοεί ότι η έννοια της εθνικής ταυτότητας δεν είναι ενιαία για το σύνολο της κοινωνίας, ότι και σε αυτό το σημείο υπάρχουν ενδογενείς ρήξεις και αντιθέσεις αλλά και ετεροκαθορισμοί.

Για να επανέλθω συνοπτικά στον Jung, ο αρχετυπικός ήρωας χαρακτηρίζεται  από περίεργες συνθήκες γέννησης, απομάκρυνση από το οικογενειακό του περιβάλλον, δυσκολίες και περιπέτειες στα πρώτα χρόνια της νεότητάς του που εν πολλοίς πηγάζουν από τη σύγκρουση με το ασυνείδητο, εν τέλει μεταμόρφωση και αναγωγή του σε ανώτερο επίπεδο συνειδητότητας. Παρατηρούμε ότι οι εθνικοί ήρωες, ο τρόπος δηλαδή που λειτουργούν στη συλλογική μνήμη, σε πολλές περιπτώσεις προσλαμβάνονται ή/και περιγράφονται με βάση αυτά τα αρχετυπικά χαρακτηριστικά, πράγμα που ισχύει και για την πρόσληψη του Γ. Καραϊσκάκη».

– Ποιος ήταν ο Γεώργιος Καραϊσκάκης σύμφωνα με τα δικά σας επιστημονικά στοιχεία;

«Νομίζω ότι ορθά ο Βλαχογιάννης έχει -κατά πολύ διαισθητικά- επισημάνει όχι την μεταστροφή αλλά την εξέλιξη του Γεωργίου Καραϊσκάκη, υπό το πρίσμα της διαμόρφωσης της ταυτότητας του σε συνάρτηση με την επαναστατική διαδικασία, όπως θα λέγαμε σήμερα. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ανήκε στον προνεωτερικό κόσμο της οθωμανικής κατάκτησης, των αρματολών και των κλεφτών, το ετοιμοπόλεμο των οποίων στάθηκε καθοριστικό για το ξέσπασμα της Επανάστασης. Σε αυτόν τον κόσμο των αρματολών που είναι συνυφασμένος με τις οθωμανικές δομές της υπαίθρου, η ανάπτυξη προσωπικών στρατηγικών ήταν κοινός τόπος.

Η περίπτωση του Γεωργίου Καραϊσκάκη αποτελεί και μια επιβεβαίωση της υπόθεσης εργασίας  ότι το έθνος ως ιστορική κατηγορία διαμορφώθηκε κατά την οθωμανική κατάκτηση, για να συγκροτηθεί σταδιακά σε έθνος-κράτος μέσα από τις νεωτερικές διοικητικές και θεσμικές δομές που δημιουργούνται κατά την Επανάσταση. Ο ίδιος αφομοιώνεται σε αυτό το σχήμα όταν αντιλαμβάνεται ότι η εθνική απελευθέρωση είναι αλληλένδετη με τη διαδικασία συγκρότησης του έθνους-κράτους, διαδικασία κατά την οποία η κεντρική κυβέρνηση συνιστά ουσιαστικό και αναπόδραστο παράγοντα».

– Μπορείτε να αναφερθείτε στο έργο που παράγετε στο Κέντρον Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού;

«Το ερευνητικό μου έργο στο ΚΕΙΝΕ είναι η διεύθυνση του Ερευνητικού Προγράμματος «Διακρατικές νομισματικές και οικονομικές εναλλαγές στην πολιτική του Μεσοπολεμου: Η ελληνική κρίση της δεκαετίας του 1930 δε διεθνές πλαίσιο» που έχει Φορέα Υλοποίησης την Ακαδημία Αθηνών και χρηματοδοτείται από το ΕΛΙΔΕΚ. [ResearchProject: TransnationalMonetaryandEconomicAlternativesintheInterwarPolitics. The 1930sGreekCrisisintheEuropeanContext], με κύριο αντικείμενο την ανάλυση της Μεγάλης ‘Υφεσης με διεπιστημονικά εργαλεία και την εναλλαγή της εστίασης κατά την έρευνα από το τοπικό στο διεθνές.

– Ποιοι είναι οι στόχοι του ;

«Το συγκεκριμένο υπό τη διεύθυνσή μου ερευνητικό έργο, αποσκοπεί:

α) στην ανάλυση της νομισματικής πολιτικής, όπως διαμορφωνόταν στο επίπεδο των  διεθνών θεσμών του 1920, και είχε ως βάση τη διευρωπαϊκή νομισματική σταθερότητα, με φιλελεύθερη αφετηρία,

β) στην ανάλυση των επιπτώσεων της διεθνούς οικονομικής κρίσης, όσον αφορά την νομισματική ανισορροπία που προξένησε και την επελθούσα στροφή προς υποδείγματα οικονομικού εθνικισμού κατά τη δεκαετία του 1930. Η στροφή αυτή αφορά κυρίως τον γεωγραφικό χώρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, αλλά εκφράστηκε ευκρινώς και στα διεθνή οικονομικά fora,

γ) στην ένταξη της ελληνικής περίπτωσης στο διεθνές περιβάλλον της εποχής, φωτίζοντας με βάση την ποιοτική έρευνα και την αποτίμηση των στατιστικών στοιχείων τα σημαντικότερα φαινόμενα που πρισματικά συνδέονται σε εθνικό επίπεδο με τη διεθνή κρίση (στάση πληρωμών το 1932, επιπτώσεις στο δημοσιονομικό και το νομισματικό πεδίο, με ποιοτικές παραμετροποιήσεις). Χαρακτηριστική ιστορική στιγμή κατά την οποία η διεθνής διάσταση εμπλέκεται με την καθαρά ελληνική είναι η προσφυγική εγκατάσταση, μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης. Ειδικά η αγροτική εγκατάσταση των προσφύγων, πρωτίστως στην Βόρεια Ελλάδα, πραγματοποιείται από τη διεθνή Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων με την επιτελική συνδρομή της Δημοσιονομικής Επιτροπής της Κοινωνίας των Εθνών και χρηματοδοτείται κυρίως από διεθνή αλλά και από εθνικά κεφάλαια. Στο Πρόγραμμα μελετάμε τόσο την εμπλοκή των διεθνών θεσμών στο ζήτημα της αποκαταστάσεως των προσφύγων, όσο και τη διάδραση μεταξύ διεθνών (ΚτΕ), εθνικών (πχ. τράπεζες) και τοπικών συντελεστών (πχ. συνεταιρισμοί) στον ίδιο τον ελληνικό χώρο πλέον.

δ) σε μια εναλλακτική αφήγηση της μεσοπολεμικής κρίσης, όσον αφορά την ελληνική κυρίως περίπτωση, μέσω των εικονιστικών και κειμενικών αναπαραστάσεών της, που συμπληρώνει την παραπάνω αναφερθείσα «τεχνική» απεικόνιση της ύφεσης.

Συνεπώς, στο Ερευνητικό Πρόγραμμα συνδυάζονται βασική έρευνα, σύνθεση και επεξεργασία ποσοτικών δεδομένων. Στις εργασίες διάχυσης εντάσσονται η χρήση ψηφιακών μέσων για τη διάδοση των ερευνητικών αποτελεσμάτων, η οργάνωση συνεδρίου και ετήσιων θεματικών κύκλων σεμιναριακών συναντήσεων στην Ακαδημία Αθηνών αλλά και η συμμετοχή των μελών της επιστημονικής ομάδας σε διεθνή συνέδρια. Οργανώθηκε επίσης συνέδριο στο Πανεπιστήμιο ParisIPanthéon-Sorbonne, από κοινού με το LaboratoireDevelpmentetSociétés που είναι και συνεργαζόμενος φορέας του προγράμματος.

Το Πρόγραμμα αποσκοπεί να συνδιαλλαγεί με τα κρίσιμα ερωτήματα που προκάλεσε σε κοινωνικό επίπεδο η πρόσφατη -διεθνής και εγχώρια- χρηματοπιστωτική και δημοσιονομική κρίση, αξιοποιώντας ιστορικές εμπειρίες οικονομικής αστάθειας του παρελθόντος. Επομένως, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διάχυση του ερευνητικού έργου, ενώ αξιοποιείται η σχετική εμπειρία των συνεργαζόμενων φορέων και των συνεργαζόμενων μελών της κύριας ερευνητικής ομάδας.Εκτός από την γράφουσα ως Επιστημονική Υπεύθυνο, κύρια μέλη της Ερευνητικής Ομάδας είναι οι Δρ. Αντώνης Αντωνίου, Δρ. Μανόλης Αρκολάκης, Δρ. Μιχάλης Σάρρας.

Μεθοδολογικά, η συνθετική έρευνα βασίζεται σε μακροϊστορικά εργαλεία, σε συνδυασμό με τη μελέτη παραδειγμάτων. Παρ’ όλο που συμπεριλαμβάνεται η από τα κάτω ανάλυση, μελετώνται  διεθνείς και εθνικοί οικονομικοί θεσμοί ως συντελεστές διαμόρφωσης της συγκυρίας: διερευνάται δηλαδή η επίδρασή τους όχι μόνο στο εθνικό αλλά και στο τοπικό επίπεδο.

Να σημειωθεί ότι η έρευνα επί των μεσοπολεμικών οικονομικών και κοινωνικών δομών [και τομών]της περιόδου στο πλαίσιο του συγκεκριμένου Προγράμματος, οδήγησε στο εν εξελίξει ερευνητικό αντικείμενο των ιδεολογικών μετασχηματισμών της περιόδου: στην οπτική αυτή εντάσσεται και η πρόσληψη της Ελληνικής Επανάστασης κατά τον Μεσοπόλεμο από τις διάφορες κοινωνικές ομάδες».

– Πόσο σημαντικές είναι σήμερα οι δράσεις στήριξης του Ελληνισμού παγκοσμίως;

«Κατά τη γνώμη μου ως μέλους του ερευνητικού προσωπικού της χώρας, είναι σημαντικό να στηριχθεί ο Ελληνισμός σε διεθνές επίπεδο καθώς αποτελεί και ένα από τα ερείσματα της χώρας. Σε αυτό το πλαίσιο πιστεύω ότι θα πρέπει να στηριχθούν οι έδρες Ελληνικών Σπουδών, εντάσσοντας τις τελευταίες στην Συνολική Ιστορία [GlobalHistory] προκειμένου να ενσωματωθεί η ελληνική ιστορία στη διεθνή βιβλιογραφία αλλά και να διατηρηθεί το ενδιαφέρον και μη Ελλήνων φοιτητών. Άλλωστε, ο ελληνικός πολιτισμός εκφράζει διαχρονικά συνολικότερες ταυτότητες αλλά και οι σημαντικότερες φάσεις της Νεοελληνικής  Ιστορίας εντάσσονται σε ευρύτερες γεωπολιτικές διευθετήσεις».

Ποια είναι

Η Κατερίνα Μπρέγιαννη από το 2017 είναι Διευθύντρια Ερευνών στο Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημία Αθηνών, όπου υπηρετεί από το 2003.

Υπήρξε Επισκέπτρια Kαθηγήτρια στο Paris I-Sorbonne (2017) και Επισκέπτρια Ερευνήτρια στο MSH/ Paris κατά τη διάρκεια ερευνητικής άδειας (2012). Ήταν προσκεκλημένη ομιλήτρια σε μεταπτυχιακά σεμινάρια του Πανεπιστημίου Paris VIII (2012) και σε προπτυχιακά στο Πανεπιστήμιο του Giessen και στο FinancialUniversity of Moscow. Ήταν ομιλήτρια στον μορφωτικό κύκλο διαλέξεων της ελληνικής κοινότητας του Σίδνεϋ και της Μελβούρνης (2018).

Έχει οργανώσει και συν-διοργανώσει επιστημονικά συνέδρια στην Ελλάδα (2010, 2020) και τη Γαλλία (2016, 2017, 2020), όπως και θεματικέςσυνεδριακές ενότητες στα Διεθνή Συνέδρια της Economic History Association και της European BusinessHistory Association, από το 2012 έως σήμερα (όπως στο EHWC Kyoto 2015, Boston 2017, Paris 2022), με αντικείμενο κυρίως την ιστορία των οικονομικών διεθνών θεσμών στον 20ο αιώνα, τη διαμόρφωση των διεθνών νομισματικών συστημάτων, τη χρηματοδότηση της προσφυγικής εγκατάστασης στην Ελλάδα και τη διερεύνηση θεσμών της κοινωνικής οικονομίας.

Από το 2020 διευθύνει στην Ακαδημία Αθηνών το ερευνητικόΠρόγραμμα «Διακρατικές νομισματικές και πολιτικές εναλλαγές στην πολιτική του Μεσοπολέμου. Η Ελλάδα και η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1930 σε ευρωπαϊκό πλαίσιο». Μονογραφίες της έχουν εκδοθεί από την Ακαδημία Αθηνών: Νεοελληνικό νόμισμα. Κράτος, πολιτική και ιδεολογία από την Επανάσταση έως το Μεσοπόλεμο. Αθήνα, KέντροΕρεύνης Ιστορίας Νεώτερου Ελληνισμού. Ακαδημία Αθηνών, 2011&Ιὀνιο Κράτος. Θεσμοί και κοινωνική διάρθρωση, 1814-1864. Αθήνα, ΚΕΙΝΕ. Ακαδημία Αθηνών, 2017. Υπό έκδοση είναι το βιβλίο της Τoπια μνήμης του 1821 στον Μεσοπόλεμο: Ο εξορθολογισμός του Ελληνικού Κράτους και η κριτική του.  Αναπαραστάσεις της Επανάστασης (τελετές, σύμβολά, εμβλήματα), που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αλφειός τον Σεπτέμβριο του 2021.