Είναι φορές που το βιβλίο ενός νέου συγγραφέα   ξαφνιάζει ευχάριστα τον απλό αναγνώστη που μοναδικό κίνητρο έχει την αγάπη για τη λογοτεχνία γι αυτό και, κυριολεκτικά, απολαμβάνει την αναγνωστική εμπειρία. Το ίδιο ευχάριστα, όμως, ξαφνιάζει και τον επαρκή αναγνώστη. Αυτόν που πέρα από την μυθοπλασία, την υπόθεση, αναζητεί και αναγνωρίζει στα βιβλία την παρουσία ή την απουσία χαρακτηριστικών λογοτεχνικών ιδιοτήτων, και αναλόγως εκφράζει τις αξιολογικές του κρίσεις. Γιατί και εδώ συμβαίνει ό,τι και στις άλλες τέχνες ή και τις επιστήμες: Η πολύχρονη ενασχόληση με ένα αντικείμενο έρευνας ή εργασίας, δημιουργεί εκείνες τις προϋποθέσεις, ώστε να ξεχωρίζει κανείς τα ποιοτικά χαρακτηριστικά μιας νέας εμπειρίας που εμπίπτει στον γνωσιολογικό του τομέα.

  Η πρώτη επαφή με τη γραφή της Κωνσταντίας Αντωνίου, προέκυψε πολύ νωρίτερα για μένα, όταν η συγγραφέας μού απέστειλε το υλικό του μυθιστορήματός της, πριν ακόμη αυτό πάρει τη μορφή βιβλίου. Τότε προέκυψαν και οι δικές μου, πρώτες εκτιμήσεις. Μετά την άρτια επιμέλεια από την Αγγέλα Γαβριήλ, την υπεύθυνη του εκδοτικού οίκου Μομέντουμ, όπου βρήκαν φιλόξενη στέγη και δύο δικά μου βιβλία, το «Χαμένο δαχτυλίδι» ακολουθεί ήδη τον δικό του δρόμο.

Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα διαρθρώνεται σε 28 κεφάλαια, τα οποία πλαισιώνονται από ένα προλογικό και ένα επιλογικό μέρος. Το έργο, δικαιωματικά κατατάσσεται στην κατηγορία του μυθιστορήματος, όχι μόνο για την έκτασή των 320 σελίδων που φιλοξενούν την μυθοπλασία, αλλά γιατί ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει και άλλες ιδιότητες. Μια τέτοια ιδιότητα είναι η πλοκή, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο ένας συγγραφέας, οργανώνει και αποδίδει τα γεγονότα ώστε να προκύψει ένα συγκεκριμένο λογοτεχνικό και συγκινησιακό αποτέλεσμα. Ακόμη, είναι οι χαρακτήρες του έργου και κυρίως ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας  αφήνει να ξεδιπλωθούν οι πτυχές της προσωπικότητας του καθενός. 

Τον ρόλο στην εξέλιξη αφηγηματικής ροής, η συγγραφέας τον αναθέτει σε έναν τριτοπρόσωπο αφηγητή. Πρόκειται για έναν ανώνυμο αλλά παντογνώστη αφηγητή, όπως λέγεται στη γλώσσα της λογοτεχνίας, ένα πρόσωπο που γνωρίζει ακόμη και τις πιο βαθιές σκέψεις των προσώπων. Βέβαια, ρυθμιστής των πάντων είναι η συγγραφέας, η οποία μέσα από αυτό το πρώτο της έργο, είμαι σίγουρος ότι θα βεβαιωθεί για τις δυνατότητές της.

Στο «Χαμένο δαχτυλίδι» ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει τη φροντίδα με την οποία η Κωνσταντία Αντωνίου, προβάλλει και φωτίζει τις σχέσεις αγάπης και στοργής που χαρακτηρίζουν τα μέλη μιας οικογένειας, η οποία κατέχει δεσπόζουσα θέση στο έργο. Η έγνοια και η αγάπη του ενός για τον άλλο, προεκτείνονται και εστιάζουν στην οικογενειακή επιχείρηση ενός οινοποιείου στην Λεμεσό, γεγονός που εξασφαλίζει σε όλους αξιοπρεπείς όρους ζωής. Μάλιστα, καθώς εξελίσσεται η υπόθεση, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι το οινοποιείο αυτό δεν αποστάζει μόνο  το νάμα των αμπελώνων και το μετατρέπει οίνο, αλλ’ ότι, ως χώρος, μεταβάλλεται σε πυρήνα και κεντρικό σημείο αναφοράς συναισθημάτων, σχεδιασμών,  ονείρων ακόμη και παθών που χαρακτηρίζουν τα συγγενικά πρόσωπα, καθώς και τα άλλα, των οποίων ο ρόλος αποδεικνύεται πολύπλευρος και καθοριστικός στην όλη εξέλιξη του έργου. 

Ιδιαιτέρως χαρακτηριστική είναι η σχέση της οικογένειας με την Μικρά Ασία, την μητέρα γη πολλών μικρασιατών που κατέφυγαν στην Κύπρο σε δίσεκτους καιρούς. Την εξιστόρηση αυτών των δεσμών της οικογένειας, η συγγραφέας την αναθέτει σε μια χαρακτηριστική περσόνα του έργου, τη γιαγιά Ελέγκω. Ο ρόλος που διαδραματίζει αυτή η ηλικιωμένη γυναίκα είναι καίριος, αφού κατορθώνει, με την προσωπικότητά της, να στηρίζει τα πρόσωπα και να συντηρεί τους δεσμούς, ακόμη και όταν αυτοί κινδυνεύουν να διαρραγούν από άστοχες,  εσφαλμένες ή και εσκεμμένες επιλογές από την πλευρά ορισμένων μελών της οικογένειας. Η Ελέγκω, φορέας της οικογενειακής παράδοσης, κουβαλά μαζί της το πατροπαράδοτο δαχτυλίδι που της το εμπιστεύτηκε η δική της μητέρα, για να το παραδώσει η ίδια, όταν αποφασίσει, στο πρόσωπο που αυτή θα επιλέξει. Όταν όμως φτάνει εκείνη η στιγμή, ακολουθούν αλλεπάλληλες εξελίξεις και ανατροπές που φέρνουν στο φως απρόσμενες καταστάσεις, με συνέπεια την ανάγνωση του βιβλίου, να  μεταβάλλεται σε συναρπαστική εμπειρία.

Κεντρική μορφή στο έργο αναδεικνύεται η Νεφέλη. Μια νέα γυναίκα, τον χαρακτήρα της οποίας, η συγγραφέας σκιαγραφεί με ιδιαίτερη φροντίδα. Η  εξέλιξη της προσωπικής της ζωής, όπως άλλωστε και των υπόλοιπων συγγενικών προσώπων, είναι συνδεδεμένη με τον χώρο και τα πρόσωπα  της οικογενειακής επιχείρησης του οινοποιείου. Για την Νεφέλη, όμως, ο χώρος αυτός αποδεικνύεται καθοριστικός για την εξέλιξη της  προσωπικής της ζωής. Δύο καίριες επιλογές έρχονται να της προσφέρουν δύο άκρως αντίθετα μεταξύ τους συναισθήματα: η μία την εμπειρία της εγκατάλειψης και τη γεύση της απόλυτης δυστυχίας, ενώ η άλλη, την εμπειρία μιας πρωτόγνωρης χαράς και ευτυχίας, που διαγράφει τον πόνο και την αδυσώπητη μοναξιά. 

Η συγγραφέας επιμένει στην περιγραφή αυτών των αντιθετικών βιωμάτων με έναν ξεχωριστό τρόπο. Από τη μια, η καταβαράθρωση στα ερέβη μιας ατέλειωτης νύχτας,  και, από την άλλη, η άνοδος στο χώρο του ηδονικά ανέλπιστου, συνιστούν, δύο ακραίους πόλους Η διαχείριση αυτών των  δύο μερών είναι συγγραφικά πειθαρχημένη, γεγονός που αποτρέπει από χαώδεις περιγραφές, οι οποίες προκαλούν αναγνωστική εμπλοκή, με συνέπεια ο αναγνώστης να παγιδεύεται σ’ αυτήν και να χάνει το νήμα της αφήγησης. 

Με ξεχωριστό ενδιαφέρον παρακολουθεί κανείς  τις προσωπικές επιλογές και τις αντιδράσεις της Νεφέλης, καθώς, μέσα από την εξέλιξη της προσωπικής της ζωής, αφήνει να ξεδιπλωθούν οι πτυχές της προσωπικότητά της. 

Η συγγραφέας, δεν κρύβει την ιδιαίτερη συμπάθειά της προς την Νεφέλη, ένα πλάσμα που το χαρακτηρίζει ο αυθορμητισμός, η δοτικότητα, η ειλικρίνεια, η θέρμη των συναισθημάτων και η ανωτερότητα του ήθους. Ένα πλάσμα, δηλαδή, που, χωρίς πολλές αντιστάσεις, μπορεί να πιαστεί στα ξόβεργα του έρωτα, να βιώσει τις χαρές του ερωτισμού, αλλά και να γευτεί την πίκρα της εγκατάλειψης και της μοναξιάς. Κι εκεί που όλα δείχνουν πως όλα τα ξώθυρα της καρδιάς της κλείνουν ερμητικά, τότε, εντελώς απρόσμενα, νιώθει την ψυχή της να ριγά. 

Η κορύφωση των συναισθημάτων της Νεφέλης συμπίπτει με το τραγικό συμβάν της καταστροφής του οινοποιείου από κακόβουλη ενέργεια. Ο Φίλιππος, ο Ισπανός συνεργάτης της οικογενειακής επιχείρησης, μοιάζει θεόσταλτος. Η ευγένεια και το ήθος του αναμετρώνται με την μοναξιά και το βαρύ πέπλο που για πολύν καιρό σκεπάζει τη Νεφέλη. Τελικά, ο έρωτας αυτός θα αποδειχθεί και για τους δυο, σαν μια σωτήρια λέμβος που εμφανίζεται μεσοπέλαγα την ώρα του ναυαγίου. Υπογραμμίζω πάλι το σχήμα της αντίθεσης. Η πυρκαγιά από τη μια και ο έρωτας από την άλλη, συναιρούνται σε ένα εξαιρετικά ελκυστικό όλον, που, μαζί με όλες τις άλλες αρετές του βιβλίου, καθιστούν τον αναγνώστη σε έναν δημιουργικά συμμέτοχο στα όσα διαδραματίζονται στο πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα της Κωνσταντίας  Αντωνίου.