Φρανκφούρτη: Βιβλιοπαρουσίαση από την Γκέλλυ Ανδρονίκου-Γκάσμαν.

«Τις σπάνιες εκείνες φορές που αδυνατούσε να ελέγξει τον κόσμο γύρω της, η μητέρα μου έριχνε εξ ολοκλήρου το φταίξιμο στην Αμερική, τη χώρα στην οποία είχε μεταναστεύσει με μισή καρδιά το 1959 από την Ελλάδα. Ο πατέρας μου της απαντούσε ότι και η Ελλάδα είχε τα στραβά της μα εκείνη δεν του έδινε σημασία επειδή ήταν Αμερικανός. … Μόλις παντρεύτηκαν και ήρθε η ώρα να διαλέξουν χώρα, επικράτησε τελικά η γνώμη του πατέρα μου, ο οποίος έφυγε αεροπορικώς για την Αμερική -αφήνοντας πίσω τη μητέρα μου-, για να αγοράσει αυτό που έμελλε να είναι το μοναδικό τους σπίτι. Όταν πήγε κι εκείνη κοντά του, στα κακόγουστα και επαρχιώτικα περίχωρα της Βοστώνης, χωρίς να γνωρίζει κανέναν και χωρίς να έχει ιδέα για τον αμερικανικό τρόπο ζωής, η αντίδρασή της ήταν άμεση και απόλυτη. … Κι εγώ μεγάλωσα πασχίζοντας να εισχωρήσω στην Ελλάδα της φαντασίας και της μνήμης της». gkelly

Με τα αποστομωτικά αυτά λόγια ξεκινά το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου «Το σπίτι με τα μυστικά» της Ελληνοαμερικανίδας συγγραφέως Άνριετ Λαζαρίδη-Πάουερ, από τις εκδόσεις Πατάκη. Πρόκειται για μια νέα έκδοση που έρχεται να καλύψει ένα κενό στον τομέα του μυθιστορήματος, με μια ιστορία που μπορεί να ιδωθεί από δύο διαφορετικές πλευρές εθνικότητας. Η μία πλευρά, η μία πραγματικότητα, είναι αυτή που διαδραματίζεται στην Αμερική, χώρα γέννησης και μόνιμης εγκατάστασης της ηρωίδας του βιβλίου. Η άλλη πλευρά, η άλλη πραγματικότητα, είναι η ελληνική, όταν η ηρωίδα καλείται να επιστρέψει στην Ελλάδα, σε μια Ελλάδα όμως που δεν νιώθει δική της αφού εκεί δεν έχει βιώματα, και την οποία γνωρίζει μονάχα από διηγήσεις. Και μέσα από το ταξίδι αυτό η μία ταυτότητα, εκείνη του μετανάστη, συγκρούεται βίαια με τη θαμμένη, ξεχασμένη και απωθημένη εντέλει ελληνική ταυτότητα η οποία ανέκαθεν υπάρχει και ανέρχεται καταλυτικά κάποια στιγμή, μέσα από ένα απλό ερέθισμα ή συμβάν, στην επιφάνεια. Και τότε γεννιέται η αμφιβολία τού πού ανήκει κάποιος, εδώ ή εκεί, στη μία πατρίδα ή στην άλλη; Αλήθεια, πού ανήκει ένας ξενιτεμένος, αφού και στις δύο χώρες θεωρείται ξένος; Ποια λογίζεται ως πατρίδα όταν ακόμη και οι συμπατριώτες δεν αναγνωρίζουν ως δικό τους πια τον ξενιτεμένο; Ποιο τελικά είναι το σπίτι μας: αυτό που με πόνο καρδιάς αφήσαμε πίσω μας φεύγοντας από τη γενέτειρα πατρίδα ή εκείνο που φτιάξαμε εκ νέου στην ξένη γη; Η ηρωίδα αρχικά διχάζεται όταν καλείται να ταξιδέψει πίσω στην Ελλάδα: «Tο βραχύ ελληνικό όμικρον με ξαναφέρνει πίσω σε μια εποχή της ζωής μου απ’ την οποία δε φαίνεται τώρα να με χωρίζει παρά ένας λεπτότατος τοίχος. Το κανονικό μου όνομα είναι Καλλιόπη Νοτάρη Μπράουν. Είμαι η τρίτη και τελευταία Μούσα στην οικογένεια της μητέρας μου, η οποία λεγόταν Κλειώ – και η δική της μητέρα Ουρανία. Κάλλι Μπράουν όμως είναι το αμερικανικό καμουφλάζ μου. Διευκολύνει όποτε θέλω να με πείσω ότι το ελληνικό κομμάτι του εαυτού μου δεν υπάρχει – ότι δε συνδέομαι με κανέναν εκτός από τους ανθρώπους και τα μέρη που επιλέγω εγώ. Και τώρα ένα μικροσκοπικό φωνήεν τα επαναφέρει όλα βίαια». Η σύγχυση εθνικής ταυτότητας είναι ακόμη πιο έντονη: «Βιάζομαι, αρνούμαι να ενταχθώ στο χαρούμενο χάος του πλήθους. Ανήκω, αλλά και δεν ανήκω. Είμαι σαν τον φοιτητή που δουλεύει σερβιτόρος για το χαρτζιλίκι του – όσο κι αν τρέξει, ποτέ δε θα γίνει ισότιμος με τ’ άλλα γκαρσόνια». Ή παρακάτω: «Στην πτήση από Μιλάνο για Αθήνα, πάνω από τις ακτές της Αδριατικής, φαντάζομαι τη στιγμή της άφιξής μου στην Αθήνα, αλλά μου λείπουν εικόνες», και «όταν προσγειωθούμε πρέπει να ζορίσω τη γλώσσα μου στις παλιές της συνήθειες. Φοβάμαι ότι δεν ξέρω πώς να το κάνω – πώς να είμαι Ελληνίδα». … Όμως, «με έκπληξη συνειδητοποιώ ότι εδώ ανήκω. Κι ας έχω πασχίσει τόσο να σβήσω την Ελλάδα, μαζί με τη μητέρα μου, από τη ζωή μου. Η ελληνικότητα δεν έχει σβήσει».

Όπως έχουν ήδη γράψει διάφορες κριτικές, «Το σπίτι με τα μυστικά» είναι μια τρυφερή, συναρπαστική ιστορία που εκτυλίσσεται σε δύο ηπείρους καλύπτοντας το χρονικό φάσμα τριών γενεών. Αναδιφά στο παρελθόν και στα μυστικά μιας ελληνοαμερικανικής οικογένειας, η οποία ζει στη σκιά μιας τρομερής τραγωδίας από τα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο αναγνώστης θα απολαύσει τη σφιχτοδεμένη αφήγηση, δοσμένη με γλαφυρότητα και ήρεμη δύναμη». «Θα νιώσει στο πετσί του το δραματικό δίλημμα της ολοζώντανης και βασανισμένης ηρωίδας, μιας γυναίκας με το ένα πόδι στην Ελλάδα και το άλλο στην Αμερική. Μιας γυναίκας που αγωνίζεται να εγκλιματιστεί σε δύο πατρίδες».

Σε μια εποχή που έχει ξαναζωντανέψει, δυστυχώς, η αναγκαία φυγή από την Ελλάδα προς κάθε πιθανή χώρα του εξωτερικού για την πολυπόθητη εύρεση εργασίας, σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς που οι Έλληνες, και μάλιστα οι αξιόλογοι, ξενιτεύονται για καθαρά βιοποριστικούς λόγους, ας αναρωτηθούμε με το χέρι στην καρδιά τι σημαίνει για τον καθένα από εμάς η πατρίδα μας. Ο τόπος όπου γεννηθήκαμε, ζήσαμε τα παιδικά μας χρόνια και ενηλικιωθήκαμε, γαλουχηθήκαμε με ιδέες και ιδανικά και ο οποίος έχει διαμορφώσει το είναι μας μας συντροφεύει πάντα, όπου κι αν βρισκόμαστε. Γιατί μάνα-πατρίδα είναι μόνο μία…

Η Άνριετ Λαζαρίδη-Πάουερ είναι Ελληνοαμερικανίδα πρώτης γενιάς. Σπούδασε αγγλική λογοτεχνία στο Middleburry College, στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης ως υπότροφος Rhodes και στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια. Δίδαξε στο Χάρβαρντ για δέκα χρόνια, τα τέσσερα εκ των οποίων διετέλεσε κοσμήτορας. Έχει ιδρύσει το λογοτεχνικό περιοδικό «The Drum», που εκδίδεται σε ηχητική μορφή. Ασχολείται συστηματικά με την αγωνιστική κωπηλασία και προπονείται στον ποταμό Τσαρλς της Βοστώνης.