Η Ευαγγελία Μπαλτά με έναν ακροατή της

Γράφει η Θωμαϊς Παριανού.

Αθήνα, 16.03.2011. Την περασμένη εβδομάδα, στην Αίθουσα Κωνσταντινοπολιτών (Δημητρίου Σούτσου 46, πλησίον της στάσης του Μετρό ‘ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ’), δόθηκε διάλεξη με θέμα «Ορθόδοξες Κοινότητες στην Καππαδοκία του 15ου και 16ου αιώνα». Ομιλήτρια ήταν η κ. Ευαγγελία Μπαλτά, Διευθύντρια του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, η οποία παρουσίασε τα αποτέλεσμα μιας μεγάλης δικής της έρευνας.

Συγκεκριμένα η Ε. Μπαλτά είπε τα εξής (αποσπάσματα)

Το θέμα της ομιλίας συνδέεται άμεσα με την συζήτηση περί καταβολής των πληθυσμών των Τουρκόφωνων Ορθοδόξων Πληθυσμών της Καππαδοκίας. H συζήτηση γίνεται για την καταβολή των Καραμαλήδων [1. Καραμαλήδες, οι: Toυρκόφωνοι Ορθόδοξοι πληθυσμοί της Καππαδοκίας], η οποία συντηρείται ως σήμερα και επαναλαμβάνει ως αδιαμφισβήτητες αλήθειες, ιδεολογήματα που έστησε ο εθνικιστικός λόγος στο τέλος του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου. Ως τότε, η παρουσία των Τουρκόφωνων Ορθοδόξων στην κεντρική Μικρά Ασία δεν σηματοδοτούσε καμία ιδιαιτερότητα στο εθνικό πλαίσιο μίας πολύγλωσσης πολυεθνικής και πολυπολιτισμικής Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Η κυρία Ευαγγελία Μπαλτά

Στα χρόνια όμως της ανάδυσης του εθνικισμού, έθετε ένα ζήτημα που συνδεόταν με την αντιφατικότητα δύο δομικών στοιχείων, του Ελληνισμού: την γλώσσα και την θρησκεία. Οι Τουρκόφωνοι Ορθόδοξοι πληθυσμοί της Μικράς Ασίας, ενσωματώνονται σχεδόν αυτόματα στον Ελληνικό εθνικό κορμό. Τεράστιο διαμεσολαβητικό ρόλο για την ένταξή τους έπαιξε η θρησκεία και ο θεσμός του μιλέτ [2. μιλλέτ, το: Ο διαχωρισμός των υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανάλογα με το θρήσκευμα διαμόρφωσε τη βάση του συστήματος των μιλλέτ. Κάθε μιλλέτ αποτελούσε κεντρική κοινοτική οργάνωση για τα μέλη κάθε θρησκευτικής ομάδας, κυρίως των μη μουσουλμάνων, με τους δικούς του θεσμούς και λειτουργίες ως προς τη θρησκεία, την εκπαίδευση, την απονομή δικαιοσύνης και την κοινωνική συνοχή. Παρότι η διάκριση των υπηκόων ανάλογα με το θρήσκευμα ήταν ανέκαθεν θεμελιώδης αρχή, τα μιλλέτ στην οργανωμένη θεσμικά μορφή τους ανάγονται κυρίως στα τέλη του 18ου αιώνα. Κατά το 19ο αιώνα, και κυρίως την εποχή των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ, έγιναν οι κεντρικοί θεσμοί ενσωμάτωσης των μη μουσουλμάνων υπηκόων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.]. Η απώλεια της Ελληνικής γλώσσας αποδόθηκε στις ατυχείς ιστορικές συνθήκες. Για τον εξελληνισμό των Τουρκόφωνων Ορθοδόξων επιστρατεύεται, όπως και στην περίπτωση των αλλόγλωσσων Ορθοδόξων της Μακεδονίας, η Ελληνική παιδεία, προκειμένου με την θρησκεία να συστοιχιθεί και το άλλο το κριτήριο της κοινότητας, η γλώσσα.

Οι Ελληνικές θέσεις για την αδιαμφισβήτητη Ελληνική καταγωγή των Καραμαλήδων βασίζονταν σε αντιλήψεις για αδιαμεσολάβητες συνέχειες και συνέπλεαν με το κορμό της Ελληνικής εθνικής ιστοριογραφίας, όπου οι Έλληνες αυτοπροσδιορίζονταν με βάση την κατασκευή της απόλυτης συνέχειας από την αρχαιότητα. Η αλλογλωσσία επομένως, αυτής της μερίδας του Ρωμαίικου πληθυσμού δεν μπορούσε παρά να αποδοθεί a priori στην εφαρμογή βίας. Τέτοιου είδους απόλυτες θέσεις απαντούν όλο και λιγότερο τα τελευταία χρόνια, αν εξαιρέσει κανείς ορισμένες ιστοσελίδες. Οι Τουρκικές θεωρήσεις για την καταγωγή των Καραμαλήδων εμφανίστηκαν πολύ αργότερα από τις Ελληνικές, ουσιαστικά μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε, στην συζήτηση ενεπλάκησαν, πέρα από τους διανοούμενους, διπλωμάτες και πολιτικοί, καθώς ο πόλεμος είχε επιφέρει δραματικές πολιτικές αλλαγές στο status quo της παλαιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι τα ίδια χρόνια ο Sir William Μitchel Ramsey [3. Sir William Μitchel Ramsey, ο : Περίφημος αρχαιολόγος του περασμένου αιώνος.] που εργάστηκε και ταξίδεψε πολύ στην Μικρά Ασία, θα διαβάσει το 1917 στην Central Asian Society την εργασία, την οποίαν τιτλοφορούσε «Η Ανάμειξη των Φυλών στην Μικρά Ασία», η οποία έπρεπε να διαβαστεί προσεκτικά από πολιτικούς, που χειρίζονταν θέματα αυτού του είδους, όπως και από όσους επιθυμούσαν να διερευνήσουν κοινωνίες με εθνολογικά προβλήματα, τα οποία οφείλονταν στις πολλαπλές κατακτήσεις. Στο κείμενό του, ο Sir W.M.R. αναφερόταν σε απομεινάρια κατακτημένων, σε απομεινάρια εισβολέων, τα οποία, στο σύνολό τους, με κάποιες πολύ μικρές εξαιρέσεις, δεν ήταν δυνατόν να αποκτήσουν πολιτική ανεξαρτησία και για τα οποία η μόνη ελπίδα που απέμενε, όπως τόνιζε, ήταν να βρεθεί μία ισχυρή κεντρική κυβέρνηση ικανή να τα διοικήσει με πολιτισμένες μεθόδους. Είχαν προηγηθεί, ως γνωστόν, οι Αρμενικές σφαγές και ο πολιτικός ορίζοντας προμήνυε τις ζοφερές ημέρες που θα ακολουθούσαν.

Το ακροατήριο της διάλεξης

Στα τέλη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η πρώην κραταιά Οθωμανική Αυτοκρατορία, έχοντας περιορισθεί εδαφικά στην Μικρά Ασία και απομονωθεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις, παρουσίαζε έναν, όλο και περισσότερο ενισχυμένο Τουρκικό εθνικισμό, βασισμένο στην Ανατολή. Διατυπώθηκε τότε η έννοια του Ανατολίτη, του κατοίκου της Ανατολίας, ως του κύριου πληθυσμιακού υποστρώματος του Τουρκικού έθνους. Σε αυτό συνέτεινε και η κατάργηση των μιλλέτ μετά το 1914, η οποία από-οθωμανοποιούσε αναγκαστικά την κοινωνία και των χώρων της πρώην αυτοκρατορίας, αποσκοπώντας στην τουρκοποίησή της. Έτσι, ο τουρκικός εθνικισμός ανέλαβε, με βάση ορισμένα κριτήρια, να ενοποιήσει τους πληθυσμούς που διατηρούσε. Η χρήση της Τουρκικής γλώσσας αποτελούσε το βασικό ενοποιητικό στοιχείο του Τουρκικού έθνους. Μέσω αυτής της διαδικασίας, λοιπόν, προσγράφθηκαν τότε οι Τουρκόφωνοι Ορθόδοξοι στον τουρκικό εθνικό κορμό. Θεωρήθηκαν ad loc [4. ad loc = ad locum (Λατινικό) = εκ του τόπου, δηλ. επειδή κατοικούσαν σε αυτά τα μέρη] εκχριστιανισμένα τουρκικά φύλα, εξ ου και οι χαρακτηρισμοί που τους δόθηκαν. ‘Κριστιάν Τουρκλέρ’, ‘Τουρκ Ορτοντοξσλαβ’, «Καραμάνλ Ορτοντόξ Τουρκλέρ’ κλπ, κλπ.

Στην Τουρκική καταγωγή των λεγόμενων Ορθοδόξων Ανατολιτών θα βασίσει τα επιχειρήματά του και ο παπα – Ευθύμ [5. παπά Ευθύμ : (1884 – 1968), κατά κόσμον ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΡΑΧΙΣΑΡΙΔΗΣ, ευνοούμενος και συνεργάτης του Κεμάλ. Ο τελευταίος συνέλαβε την ιδέα τού Τουρκορθόδοξου Πατριαρχείου, με σκοπό την κατάργηση του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως και ο παπά Ευθύμ αφιέρωσε όλη του την ζωή, ως πειθήνιο όργανο, για να υλοποιηθεί, χωρίς ευτυχώς επιτυχία.], για την ίδρυση του Τουρκικού Πατριαρχείου, στα κρίσιμα χρόνια 1912 – 1922. Κάτω από τις δεδομένες ιστορικές συνθήκες, οι τουρκικές θεωρίες διαμορφώθηκαν για να ερμηνευθεί ο συνδυασμός της Τουρκικής γλώσσας και της Χριστιανικής Ορθόδοξης πίστης. Πρόκειται για απογόνους Τούρκων που μετανάστευσαν και εγκαταστάθηκαν στην επικράτεια του Βυζαντίου, μετά την κατάκτηση, ή υπηρετούσαν ως μισθοφόροι στον Βυζαντινό Στρατό. Αυτοί ενστερνίστηκαν την θρησκεία, όχι όμως και την γλώσσα των νέων κυρίων τους. Ορισμένοι Ακαδημαϊκοί μάλιστα, καταλαμβανόμενοι από δικανικό εθνικιστικό οίστρο, υποστηρίζουν ανιστόρητες αφέλειες για το 3000 χρόνων της παρουσίας στην Ανατολή.

Aν παρέμεινε αδρανής και βραχυκυκλωμένη η ιστορική προσέγγιση της καταγωγής των Τουρκοφώνων Ορθοδόξων της Ανατολής, τούτο οφείλεται στις δυσκολίες που παρουσιάζει, επί της προ – Οθωμανικής περιόδου της Μικράς Ασίας. Η σπανιότητα των πηγών για τις επιδρομές και την εγκατάσταση των αλλοφύλων και των Τουρκμενικών ομάδων στα Ελληνικά εδάφη, μίας πλούσιας βυζαντινής αυτοκρατορίας τον 12ο και 13ο αιώνα και η ιδιαιτερότητα των Οθωμανικών Χρονικών ως πηγών, δυσχεραίνει την μελέτη της Οθωμανικής προϊστορίας των Μικρασιατικών Λαών. Όπως σημειώνει η Ρέμπελ Τιτσιάνο, τα Οθωμανικά Χρονικά αναφέρονται σε πολεμικά γεγονότα στην Ιστορία Δυναστικών Οικογενειών. Δεν κάνουν καμία αναφορά στον πληθυσμό και στον τόπο, όπου συμβαίνουν όσα περιγράφουν στα περιεχόμενά τους. Συνεπώς, εξακολουθούν να παραμένουν αδιευκρίνιστες πολλές πλευρές στην διαδικασία της τουρκοποίησης της κεντρικής Ανατολίας. Ένα θέμα που έχει να κάνει με σπουδαία ιστοριογραφικά προβλήματα, αναφορικά με την κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και την ανάδυση τελικώς στα τέλη του 15ου αιώνα της Οθωμανικής κυριαρχίας στην περιοχή.

Αν όμως λείπουν πηγές για την προ-Οθωμανική περίοδο, οι οποίες θα μπορούσαν να παρέχουν πληροφορίες για την σύνθεση του πληθυσμού και το δίκτυο των οικισμών της κεντρικής Μικράς Ασίας, φωτίζοντας συγχρόνως και την ιστορία των Ρωμιών Ορθοδόξων στις εποχές αυτές, υπάρχουν τα Οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα του 15ου και 16ου αιώνα. Είναι οι πηγές στις οποίες γράφονται ονομαστικά οι αρχηγοί των φορολογούμενων νοικοκυριών και οι πλουτοπαραγωγικές πηγές των οικισμών, προκειμένου οι φόροι τους να επιμεριστούν στους τιμαριώτες. Τέσσερις φορολογικές απογραφές από τις πρώτες που πραγματοποιήθηκαν έγιναν στα χρόνια του Μεχμέτ (Μωάμεθ) του Πορθητή, ο οποίος είναι αυτός που κατέλυσε το κράτος των Καραμάν Ογουλάρ, εκμεταλλευόμενος τις διαμάχες των επιγόνων του Ιμπραήμ φέρνοντας την Οθωμανική κυριαρχία στην περιοχή, ως τον Σελίμ τον Α’, δηλ. ως τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αι., γύρω δηλαδή στο 1920.

Πως όμως κατάστιχα, τα οποία καταρτίζονται τέλη του 15ου αι., μπορούν να παρέχουν πληροφορίες για προγενέστερες εποχές? Είναι απλό: Στο κατάστιχο αναγράφεται το όνομα του πληθυσμού, ακολουθούν τα ονόματα των φορολογουμένων και οι φόροι. Παρουσιάζεται ένα διπλό κείμενο είναι το κείμενο που αφορά παλιά προνόμια του χωριού. Ο απογραφέας, καταγράφοντας τα περιουσιακά στοιχεία που θα περιέρχονταν μετά την κατάκτηση εις την επικαρπία των Οθωμανών, στην προσπάθειά του να περιφρουρήσει τα δικαιώματα του Οθωμανικού δημοσιονομικού συστήματος, δίνει ένα μικρό ιστορικό κοινωνικού καθεστώτος τους στην προηγούμενη κατάσταση πραγμάτων, καταγράφοντας προνόμια, φοροαπαλλαγές που ίσχυαν τότε. Στα Οθωμανικά κατάστιχα διασαφηνίζεται εν μέρει και το τοπίο σε πρωιμότερες εποχές.

Η Ευαγγελία Μπαλτά με έναν ακροατή της

Όπως προκύπτει από την έρευνα, ο αριθμός των χριστιανικών οικισμών διατηρήθηκε σταθερός κατά τον 15ο-16ο αιώνα. Με βεβαιότητα, πλέον, μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι τόσο η αδιάλειπτη παρουσία των χριστιανικών οικισμών, όσο και η συνεχής ποσοστιαία αύξηση των πληθυσμών τους, αποκλείει, για τους αιώνες που μελετώ, υποθέσεις για εξισλαμισμούς που δρομολογήθηκαν από τους Οθωμανούς ή για μαζικές εθελούσιες προσχωρήσεις στο Ισλάμ. Είναι φανερό ότι αυτοί οι πληθυσμοί υφίσταντο και στα χρόνια των Σελτζούκων, άρα επιβίωσαν και τον 12ο και 13ο αιώνα, αφού εμφανίζονται και στις μεταγενέστερες απογραφές.

Ειδικότερα, στην Καππαδοκία, το 1500 υπήρχαν 33 κοινότητες με χριστιανικό πληθυσμό, εκ των οποίων οι 17 ήταν αμιγώς χριστιανικές, το 1570, καταγράφηκαν 39, εκ των οποίων οι 24 αμιγώς χριστιανικές, και το 1587, υπήρχαν 35 κοινότητες, εκ των οποίων αμιγώς χριστιανικές ήταν οι 16.

Έννοιά μου δεν ήταν να αναζητήσω καταγωγές, αλλά τα ίχνη τουρκόφωνων ορθόδοξων πληθυσμών, που γνωρίζουμε ότι υπήρχαν ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα, όσο οι πηγές μου το επιτρέπουν. Μεταξύ των στόχων του ερευνητικού προγράμματος ήταν να αποτυπωθούν το δίκτυο των τουρκόφωνων, αμιγώς χριστιανικών ή μικτών οικισμών στον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα και όσων αντιστοίχως καταγράφονται στα οθωμανικά κατάστιχα τον 15ο και 16ο αιώνα, οι αλλαγές της πληθυσμιακής σύνθεσης αυτών των οικισμών και η μελέτη των ονομάτων των φορολογούμενων χριστιανών κατανέμοντάς τα σε κατηγορίες.

Το όνομα Αγκόμπ, παραπέμπει σε αρμενικό πληθυσμό, τα ονόματα Νικόλας, Αλέξης, μαρτυρούν ρωμαίικο πληθυσμό. Η ονοματοθεσία των χριστιανών κατοίκων των καππαδοκικών οικισμών τον 15ο αιώνα, δεν φαίνεται να διαφέρει από εκείνη που διαπιστώθηκε σε κατάστιχα κεφαλικού φόρου των αρχών του 19ου αιώνα. Υπήρξε όμως και η ηθελημένη παραμόρφωση των Ελληνικών ονομάτων ή τοπωνυμιών, ώστε να μοιάζουν με τούρκικα, που μόνο ένας εξασκημένος ερευνητής θα μπορούσε να υποψιαστεί. Μία άλλη πηγή είναι και τα εκκλησιαστικά κατάστιχα, όπου κατέγραφαν βαπτίσεις, γάμους, θανάτους. Είναι επιτακτική η μελέτη του τοπωνυμίου της Καππαδοκικής γιατί είναι σε συσχετισμό με την εθνική και θρησκευτική ταυτότητα των κατοίκων στους διάφορους οικισμούς. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα τουρκικό τοπωνύμιο, που δεν ήταν από την αρχή τουρκικό.

Μερικές διαπιστώσεις από τις Καταγραφές

Ο Ελληνο – Χριστιανικός πληθυσμός της Καισάρειας διατήρησε την ομοιογένειά του καθ’ όλη την διάρκεια του 18ου αιώνος και ορισμένες και κατά τον 19 αιώνα.

  • Ωστόσο, υπάρχουν και νομαδικοί πληθυσμοί που καταγράφονται ως χριστιανοί, επειδή εγκαταστάθηκαν στα εδάφη της Καππαδοκίας και πρέπει να πληρώσουν φόρο.
  • Υπήρχαν και παλαιοί χριστιανικοί πληθυσμοί σε αυτά τα μέρη, οι οποίοι δεν ‘εξαερώθηκαν’ ούτε εκδιώχθηκαν, αλλά παρέμειναν εκεί πριν από πάρα πολλούς αιώνες και τα ονόματά τους είναι Ελληνικά.

Με τη διάλεξή μου αυτή, θέλησα να καταδείξω ορισμένους τρόπους για την ιστορική προσέγγιση των τουρκόφωνων κοινοτήτων της Μικράς Ασίας, ένα θέμα που είναι καιρός πια να αντιμετωπιστεί με ιστορικούς επιστημονικούς όρους και όχι με Αίολα επιχειρήματα.