Του Ηλία Ηλιόπουλου
Ιδρυτή – Ιδιοκτήτη – Διευθυντή του Ομογενειακού Πρακτορείου Ειδήσεων Ελλάδος
iliop@otenet.gr

Η σκηνή, σε ταχύτητα στιγμιότυπου, διαδραματίστηκε και διακωμωδήθηκε επισήμως ενώπιον επισήμων και ανεπισήμων στις 3 Σεπτεμβρίου, ώρα οκτώ το βραδάκι, στα επίσημα εγκαίνια της Έκθεσης «Προϊόντων της Γης των Μεγάρων» στα Μέγαρα, που οργάνωσε η αρμοδία Δημοτική Επιχείρηση. Ωραία περίπτερα, κόσμος αρκετός, εκθέματα προϊόντα του Τόπου. Μόλις τελείωσαν οι Αγιασμοί και οι Ευλογίες των αντιπροσώπων της Εκκλησίας, οι περιγραφές και οι θαυμασμοί των εκπροσώπων της Πολιτείας, δήμαρχοι βουλευτές και υπουργοί, βιαστικά τα χειροκροτήματα του εναγωνίως αναμένοντος ευγενούς πλήθους των επισκεπτών κι ενώ «δονούσε» την οσφρητική ατμόσφαιρα προκλητικά για τις μύτες και γαργαλιστικά για τα λαρύγγια μια «ξελιγωτική» τσικνωτικής αποκλίσεως οσμή ελκυστικής γεύσης, χωρίς να ακουστεί το παλιό εκείνο «τους ζυγούς λύσατε» το πλήθος με όγκον θωρηκτού, μετεκινήθη απροσδοκήτως, απροβλέπτως και ατάκτως, μετατρεπόμενο ακαριαίως εις όχλον. Όρμησε σε μια «ομάδα» απλωμένων τραπεζιών, που πάνω τους εκείνη τη στιγμή απλωνόντουσαν σερβιριζόμενα από καλύγαμπες κυρίες γεμάτα πιάτα αχνιστά, από όπου και οι ξελιγωτικές «αναθυμιάσεις». Μια αστραπιαία πράξη εξόχως επιθετική, απολύτως και εντίμως δηλωτική του παραδοσιακού αυθορμητισμού μας σε τέτοιες περιπτώσεις. Δεν ήσαν μόνο κάποιοι τσιγγάνοι ή κάποιοι μετανάστες, εργάτες ή «ξελιγωμένοι» οι τον όχλον αποτελούντες. Αλλά και κοστουμάτοι καλοκαιρινοί και γραβατωμένοι με κόμπον μονόν και άλλοι ελαφράν ενδυμασίαν φέροντες, με φιρμάτες ενδείξεις, εκείνοι που και με τα δύο χέρια επιχειρούντες και αδιαφορώντας αν το περιεχόμενο του πιάτου του ενός μεταπηδούσε σαν βάτραχος στο πιάτο του κολλητού του, από την ταχύτητα της επίθεσης και του αήθους συνωστισμού. Επιχείρηση αρπαγής πιάτων τύπου « γυναίκα εγώ πήρα δύο και για το σπίτι». Και παρακολουθούσα κι εγώ, προσκεκλημένος ως … Τύπος, με αιφνιδιασμό, ανησυχία και παράπονο – και θα το κατανοήσετε το παράπονό μου – για τον κίνδυνο να τελειώσουν τα πιάτα και να μείνω με τη γεύση στη μύτη, όπερ και έπαθα. Και όταν όλα τελείωσαν και η επίθεση δεν είχε αντικείμενο να συνεχισθεί και ο όχλος εξαφανίστηκε, επλησίασα απογοητευμένος, ήρεμος και ευγενικός, με βλέμμα αναζητητικό τα τραπέζια. Αλλά ήταν πλέον πολύ αργά. Με ρώτησε μια ασπροφορούσα σαν άγγελος: «Ιησούν ζητείτε τον …»; «Όχι … κανένα πιάτο με κουνέλι γιουβέτσι».

«Ανελήφθησαν κύριε, δεν επιτεθήκατε εγκαίρως. Για περιμένετε όμως μήπως έχουν μείνει τίποτα άκρες σε καμμιά κατσαρόλα. Να βρούμε την κ. Τρομπέτα». Τότε μια άλλη κυρία πληροφορεί: «Η κ. Τρομπέτα πάει να αγοράσει σουβλάκια για το προσωπικό. Δεν μας αφήσανε κύριε ούτε κοκαλάκι οι πεινασμένοι. Εκατό κουνέλια θρεφτάρια σφάξαμε από τη φάρμα του Τρομπέτα, στο Αλεποχώρι, σαράντα συνταγές κάναμε, πέσανε και τα παίρνανε από τρία πιάτα στο κάθε χέρι». Έζησα από «πρώτο χέρι» αυτή τη σκηνή και για να πληρωθεί η ανικανοποίητη επιθυμία μου, την άλλη μέρα το πρωί, τηλεφώνησα στη φάρμα και μου έστειλε η κ. Ράνια Τρομπέτα στο e-mail δέκα συνταγές. Και δυο κουνέλια δωρεάν από το σφαγείο τους, κοντά δυόμισυ κιλά το καθένα.Tα μαγείρεψα με αδημονία, τα έφαγα με αδηφαγία μόνος μου, σε δυο μέρες, απλωμένα σε δώδεκα μεγάλα πιάτα … καθότι Έλλην κι εγώ άπληστος στη ματζαρία.