Του Ηλία Ηλιόπουλου
Ιδιοκτήτη-Διευθυντή του Ομογενειακού Πρακτορείου Ειδήσεων Ελλάδος
iliop@otenet.gr

Όταν γεννιέται ένα παιδί, οι Μοίρες, μεταξύ των άλλων ευχών, δίνουν και αυτή: «Nα βρει όταν μεγαλώσει και ένα ταίρι, να γίνουν ένα ταιριασμένο ζευγάρι». Και από εδώ αρχίζει η πρώτη απάτη σε βάρος του ενός, δυό, τριών κιλών μωρού. Γιατί αφού θα βρει ένα ταίρι, ένα όμοιο πράμα δηλαδή, λες κι είναι παντόφλα αριστερή να βρει τη δεξιά, υποχρεωτικά θα ταιριάσει. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως και στη ζωή το ταίρι του, το έτερον ήμισυ, θα είναι και καλό. Μπορεί να είναι ένα στριμμένο άντερο, που λέει ο λαός. Εξ’ ού και ο Τζακ ο αντεροβγάλτης. Μωρό είναι, ανίκανο να μιλήσει, να αμυνθεί και να μη δεχθεί την ευχή, άρα ορθώς λέμε «μωραίνει Κύριος ον βούλεται απωλέσαι». (Βεβαίως ο υπολογιστής μου έχει απωλέσει την γλώσσαν την καθαρεύουσαν και μου γράφει ότι είμαι ανορθόγραφος). Έτσι περνάει στο ψυχολογικό DNA του αυτή η ευχή ως προορισμός της ζωής του. Να βρει ένα ταίρι. Και ανάλογα αν είναι αγόρι θα βρει για ταίρι ένα κορίτσι, αν είναι κορίτσι ένα αγόρι και θα ζευγαρώσει, θα ταιριάσει. Τέλος πάντων «ταιριάζουν» έστω και με εισαγωγικά και διάγουν τον βίον από κοινού, στην ιδανικότερη περίπτωση. Κάνουν παιδιά, είναι, έστω και καθ ’ υπόθεσιν, πιστοί εραστές, ο ένας «πεθαίνει» για τον άλλο. Και κάποια στιγμή πεθαίνουν και οι δύο και αφήνουν παιδιά κι εγγόνια και πάει από γενιά σε γενιά σόϊ το Βασίλειο (συνήθως χωρίς τίμια δημοψηφίσματα). Και οι ευχές από τις Μοίρες, ίδιες πάντα. Πάμε τώρα να ρίξουμε μια ματιά ( εδώ κι αν στήσεις αυτί χαμένο θα πάει) στο άπλετο (άπλυτο ή καλοπλυμένο και με ανθούς, μάρμαρα και επιγραφές, φωτογραφίες και ονόματα) απέραντο νεκροταφείο. Κοινό τόπο κατάληξης όλων, όπου του τάφου σιγή και μόνο βλέπεις, δεν ακούς. Αυτό που παρατηρείς είναι ότι είναι περισσότεροι οι τάφοι με αντρικά ονόματα από αυτούς με γυναικεία. Και σε πολύ μικρότερη ηλικία οι εγκαταλείψαντες τον Κόσμον τούτον, οι άντρες. Ψάχνεις οστεοφυλάκια και αρχεία και αιώνες πίσω, το ίδιο γεγονός. Φεύγεις σκυφτός και σκεπτικός και ακούς μια βοή από τη σιγή του τάφου, «για ψάξε και στη ζωή». Πηγαίνοντας στη ζωή, στο ανθρώπινο γένος και το ζωικό Βασίλειο, διαπιστώνεις ότι υπάρχει μια ατελείωτη και απέραντη δύναμη που λέγεται έλξη. Έρωτας. Τη βρίσκουμε στα ουράνια σώματα, στις σκουληκαντέρες, στο ηλεκτρικό ρεύμα, ακόμη και στον άντρα και στη γυναίκα. Αλλού λέγεται θετικό και αρνητικό, αλλού αρσενικό και θηλυκό. Και παντού μόλις ενωθούν τα αλλήλως ελκυόμενα, έχουμε μια λάμψη, μια παραγωγή μεγάλης και δημιουργικής ενέργειας και μετά μια καταστροφή. Αλλού η καταστροφή συντελείται ακαριαίως, δηλαδή σε χρόνο σχεδόν μηδέν, (είναι τόσο μικρή η τρίχα σε μήκος χρόνου που δεν μπορεί να κουρευτεί) όπως στη συνεύρεση μεταξύ αρσενικού και θηλυκού σε ορισμένα είδη εντόμων που εξοντώνεται άμεσα το αρσενικό ως περιττό πλέον, όπως κάποιες αράχνες. Αλλά και η ευγενής μέλισσα, που μόλις ο επιλεγείς κηφήνας δώσει το σπέρμα του στην βασίλισσα, αυτομάτως οι χιλιάδες εργάτριες τον σκοτώνουν. Η βασίλισσα των μελισσών υπάγεται στα μονογαμικά όντα, τα οποία «άπαξ του βιολογικού τους κύκλου έρχονται σε επαφή με το αρσενικό και όλη τους τη ζωή γεννοβολάνε». Ενώ τα πολυγαμικά πρέπει για να τεκνοποιήσουν, κάθε φορά να έρθουν σε επαφή με το αρσενικό. Και όταν λέμε πολυγαμικό και μονογαμικό αναφερόμαστε μόνο σε θηλυκό ον και ουδέποτε στο αρσενικό. Μύθος και ανοησία ότι οι άντρες είναι πολυγαμικοί. Οι γυναίκες είναι πολυγαμικές. Οι μέλισσες λοιπόν, απολύτως τίμιες, ωμές και ατιμώρητες κομματιάζουν τον κηφήνα όταν εκτελέσει τον προορισμό του. Οι γυναίκες, σύζυγοι δεν εκτελούν με την αμεσότητα και βαρβαρότητα των εντόμων τον άντρα όταν εκτελέσει τον προορισμό τού επιβήτορα, γιατί τους χρειάζεται και μετά. Να θρέψει την οικογένεια που συνδημιούργησε. Αλλά θα εξοντωθεί με το βαμβάκι, το γάντι, αργά και μεθοδικά, με χάδια, παρηγοριές, συμπαράσταση και αφοσίωση, όπως η φύση έχει προορίσει την γυναίκα θηλυκό να φέρεται. Ώστε όταν πλέον οριστικά δεν της χρειάζεται, χωρίς να το καταλαβαίνει, χωρίς να το υποπτεύεται, χωρίς να το παραδέχεται, τον οδηγεί προς το τέλος του, ως τον φυσικό του προορισμό. Το ξέρει από βαθιά της, ότι η μοίρα της είναι να μείνει χήρα. Το προαισθάνεται, το συνηθίζει, το περιμένει.

Στο βάθος-βάθος ίσως, απαράδεκτο αλλά αληθινό, κάτι της λέει πως θα ξαναγίνει κοπελούδα ελεύθερη, θα ξανανιώσει. Θα τον κλάψει ανακουφιστικά. Δεν γινόταν διαφορετικά, έκλεισε ο κύκλος, τού γι αυτήν σκοπού του. Και αρχίζει μια νέα, δεδομένη και δύσκολη θητεία προσαρμογής. Θα τον επισκέπτεται στο Κοιμητήριο. Η Βοή της σιγής του Τάφου, περιστρέφει αενάως σαν σιωπηλό ανεμοστρόβιλο αυτή την κωμικοτραγική αλήθεια, πάνω από τα επώνυμα μνήματα, σε σχέση με την κραυγαλέα ανώνυμη σιωπή της ζωής ενός ταιριασμένου ζευγαριού κατ’ επιταγήν της Μοίρας Φύσης.