Συνέντευξη του  Βασίλη Τζανακάρη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη.

Ο Βασίλης Ι. Τζανακάρης γεννήθηκε στην Πεντάπολη, αλλά μεγάλωσε και έζησε στην πόλη των Σερρών. Σπούδασε πολιτικές και οικονομικές επιστήμες στο Α.Π.Θ. και από τα δεκάξι του χρόνια ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Εξέδωσε τρεις εφημερίδες και δεκαεννέα βιβλία. Από το 1975 και για 34 χρόνια εξέδιδε το μηνιαίο σερραϊκό περιοδικό «Γιατί». Υπήρξε από τους πρωτοπόρους στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, με τα οποία ασχολήθηκε επί σειρά ετών. Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων, του Συνδέσμου Εκδοτών Βορείου Ελλάδος και αντεπιστέλλον μέλος της ΕΣΗΕΜΘ. Κείμενα, μελέτες, ποιήματα και συνεντεύξεις του υπάρχουν δημοσιευμένα σε πολλές εφημερίδες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Το βιβλίο του «Δακρυσμένη Μικρασία» τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 2008 στην κατηγορία «Χρονικό – Μαρτυρία». Έχει εκδώσει τα ιστορικά βιβλία «Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν» (2002, Καστανιώτης), «Τότε που ξημέρωνε σκοτάδι» (2005, Καστανιώτης) και «Δακρυσμένη Μικρασία 1919-1922» (2007, Μεταίχμιο).Ο Βασίλης Τζανακάρης ανήκει στην κατηγορία των συγγραφέων που δουλεύουν ασταμάτητα και παράγουν έργο που θα μείνει ως παρακαταθήκη στα γράμματά μας.

Ερ: Πώς ξεκίνησε η σκέψη να γράψετε το ιστορικό βιβλίο «Ο κόκκινος σουλτάνος»;

Απ: Μια πρώτη αφορμή για να γράψω τον «Κόκκινο σουλτάνο» υπήρξε η φράση «Καχρ ολσούν» (καταραμένη να είναι) που λένε ότι ο Αβδούλ Χαμίτ εκστόμισε για την πόλη των Σερρών κατά το πέρασμά του από τον σιδηροδρομικό σταθμό της τον Απρίλιο του 1909, όταν οι Νεότουρκοι τον μετέφεραν αιχμάλωτο στη Θεσσαλονίκη. Η πόλη είχε πρωταγωνιστήσει στο κίνημα και άνδρες της φρουράς της ήταν αυτοί που τον συνέλαβαν στο Γιλδίζ και τον συνόδευαν στον τόπο της αιχμαλωσίας του.

Μια δεύτερη και πλέον ουσιαστική ήταν το γεγονός ότι φέτος η Θεσσαλονίκη γιορτάζει τα 100 χρόνια από την απελευθέρωσή της. Η Θεσσαλονίκη υπήρξε για μένα μια δεύτερη και ιδιαίτερα αγαπημένη πατρίδα. Σ΄ αυτήν έζησα τα περισσότερα μαθητικά μου χρόνια, τα φοιτητικά και τα χρόνια του στρατού. Ένιωθα λοιπόν την ανάγκη ότι έπρεπε να την τιμήσω με ένα βιβλίο στο οποίο θα κατέγραφα μια άγνωστη χρονική περίοδό της. Και αυτή θέλησα να συμπέσει με το χρόνο φυλάκισης του Αβδούλ Χαμίτ.

Ερ: Ποιος ήταν στην πραγματικότητα ο Αβδούλ Χαμίτ;

Απ:  Οι μεγάλες ηγετικές προσωπικότητες κι όσοι κατέκτησαν ή βρέθηκαν σε ύπατα αξιώματα έχουν συνήθως δύο όψεις διακυβέρνησης. Η σουλτανεία του Αβδούλ Χαμίτ υπήρξε «σύμφωνη» με όλα όσα συνέβαιναν σε περιπτώσεις παρόμοιες με άλλους σουλτάνους αδίστακτους και αιμοσταγείς. Από την άλλη αρκετοί από αυτούς διακρίθηκαν για τη σύνεση και την φιλομάθειά τους. Ο Αβδούλ Χαμίτ, μέσα στο πλαίσιο της απολυταρχικότητας που διέκρινε τη διακυβέρνησή του, είχε και φωτεινές εξάρσεις, όπως ήταν τα μέτρα για την παιδεία, η εισαγωγή του τηλέγραφου στην αχανή οθωμανική αυτοκρατορία, η κατασκευή και συμπλήρωση των σιδηροδρομικών γραμών της κ. ά. Όλα αυτά βέβαια ειδωμένα κάτω από το πρίσμα της εποχής του…

Ερ: Γιατί του δόθηκε η προσωνυμία «Ο κόκκινος σουλτάνος»;

Απ:  Η προσωνυμία «Κόκκινος» του δόθηκε από τους ευρωπαίους δημοσιογράφους για τις σφαγές σε βάρος των Αρμενίων που πραγματοποιήθηκαν επί της σουλτανείας του αλλά και για την βιαιότητα με την οποία αντιμετώπιζε τους αντιπάλους του ή όσους τέλος πάντων νόμιζε ότι επιβουλευόταν τη ζωή του και το σουλτανικό θρόνο.

Ερ: Οι περιγραφές που κάνετε για την Κωνσταντινούπολη είναι εξαιρετικές. Από τις ιστορικές γνώσεις που έχετε η Κωνσταντινούπολη  τότε με ποια άλλη πόλη μπορούσε να συγκριθεί;

Απ:  Η Κωνσταντινούπολη, παρά το γεγονός ότι την περιγράφω σε μια εποχή φθίνουσα για την οθωμανική αυτοκρατορία, υπήρξε μοναδική και ασύγκρτη τόσο για το»κλίμα», το χρώμα, τις «μυρουδιές» της, όσο και για τα μνημεία και την καθημερινότητα των ανθρώπων της. Προσπάθησα να τη δω και να την περιγράψω όπως θα την έβλεπε και θα την περιέγραφε ένας ευρωπαίος ταξιδευτής εκείνης της εποχής: σαν μια πόλη βγαλμένη από μύθους,θρύλους και τα παραμύθια της Ανατολής. Κάτι σαν μια Βαγδάτη της εποχής του Χαρούν Ελ Ρασίδ και του «Χίλιες και μία νύχτες». Και χαίρομαι που τις περιγραφές μου τις θεωρείτε «εξαιρετικές».

Ερ:  Η οικογένεια των σουλτάνων χρησιμοποιούσε την βία για να επιβιώσει και δεν υπολόγιζε ούτε την συγγένεια αίματος μπροστά στην ανέλιξη στον θρόνο. Το ίδιο όμως δεν συνέβαινε και σε άλλα κράτη της Ευρώπης;

Απ: Συμφωνώ μαζί σας. Μόνο που στα άλλα κράτη της Ευρώπης η βία για την επιβίωση ενός βασιλικού οίκου θεωρούνταν παράνομη και κατακριτέα ενώ στην Οθωμανική αυτοκρατορία η δολοφονία συγγενών των σουλτάνων και διεκδικητών του θρόνου θεωρούνταν για αιώνες νόμιμη και επιβαλόμενη. Σε άλλες περιπτώσεις θα πρέπει να δούμε και να αναλύσουμε όσο περισσότερο μπορούμε αυτό που λέμε «εποχή».

Ερ: Ο Αβδούλ Χαμίτ εξορίστηκε στην Θεσσαλονίκη. Έμεινε στην βίλα Αλατίνη. Πώς τον αντιμετώπισαν οι τοπικές αρχές της Θεσσαλονίκης αλλά και οι κάτοικοι;

Απ: Στην αρχή σαν κάτι απίστευτο και στη συνέχεια οι μεν αρχές, θα έλεγα, με κάποιο θρησκευτικό σεβασμό και από τους κατοίκους οι Οθωμανοί με σκεπτικισμό ενώ οι άλλες εθνότητες και ιδίως οι Έλληνες ως αξιοπερίεργο. Στην πραγματικότητα από τη στιγμή που ο τούρκος σουλτάνος φυλακίστηκε στη βίλα Αλλατίνη ήταν σαν να μην υπήρξε ποτέ. Σχεδόν κανείς, παρά τις όποιες προσπάθειες ορισμένων, δεν κατάφερε να τον δει.

Ερ: Ο Χαμίτ αλλά και οι προηγούμενοι σουλτάνοι έκαναν ταξίδια στην Ευρώπη;

Απ: Ο Χαμίτ αλλά και όλοι σχεδόν οι σουλτάνοι, πλήν ελαχίστων εξαιρέσεων δεν ταξίδευαν ποτέ στην Ευρώπη. Το μόνο «της ζωής τους ταξίδιον», όπως θα λέγαμε, ήταν μία φορά το χρόνο με τόπο μετάβασής τους την ιερή πόλη της Μέκκας. Αλλά κι αυτό πολλές φορές έμενε στα… αζήτητα. Ο Αβδούλ Χαμίτ ταξίδεψε μόνο μία φορά στην Ευρώπη, όταν ακόμη ήταν ένας απλός πρίγκιπας, συνοδεύοντας τον θείο του Αβδούλ Αζίζ. Όσο για τα πλούτη τους ήταν τόσα όσα μπορούσαν να ξοδεύουν ή να δανείζονται…

Ερ:  Οι περιγραφές που κάνετε για την Θεσσαλονίκη μας δείχνουν την τοιχογραφία μιας άλλης πόλης. Σε τι μοιάζει η σημερινή Θεσσαλονίκη με εκείνη την πόλη;

Απ:  Η σημερινή Θεσσαλονίκη δεν μοιάζει ούτε μ΄εκείνη που έζησα ως μαθητής γυμνασίου στα χρόνια της δεκαετίας του ΄50. Πολύ περισσότερο δεν θα μπορούσε να μοιάζει μ΄εκείνη των αρχών του περασμένου αιώνα. Αλλά όπως εκείνη ήταν όμορφη και μαγευτική κάτι τέτοιο εξακολουθεί να είναι και τώρα παρά τις όποιες… αδυναμίες της.

Ερ: Που συναντήσατε ιδιαίτερες δυσκολίες για να συλλέξετε το υλικό και τις πηγές για να γράψετε το βιβλίο;

Απ: Οι δυσκολίες ήταν αφάνταστες λόγω του ότι η σχετική βιβλιογραφία είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Ακόμη και οι Τούρκοι τα σουλτανικά αρχεία τους τα θεωρούν κάτι σαν επτασφράγιστο μυστικό. Οι δυσκολίες μου ήταν όταν προσπαθούσα να ξεχωρίσω το μύθο από την πραγματικότητα.

Ερ:  Πέρα από τον «Κόκκινο σουλτάνο» έχετε εκδώσει και άλλα ιστορικά βιβλία . Έχουν απήχηση αυτά τα βιβλία στο αναγνωστικό κοινό;

Απ: Αν κρίνω από το γεγονός ότι το πρώτο βιβλίο μου «Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν» ετοιμάζεται για ένατη εκδοση και τη «Δακρυσμένη Μικρασία» που βρίσκεται στην 11η χιλιάδα, νομίζω ότι τα ιστορικά βιβλία θέλγουν ιδιαίτερα τον αναγνώστη. Αρκεί να είναι τεκμηριωμένα και γραμμένα με συναρπαστικό και γοητευτικό τρόπο. Πάνω σ΄ αυτό θα ήθελα να πω ότι οι καλοί ιστορικοί πρέπει να είναι και καλοί αφηγητές. Αν δούμε τους μεγάλους μυθιστοριογράφους, οι περισσότεροι από αυτούς, ακόμη και παρά τη θέλησή τους είναι μεγάλοι ιστορικοί, ενώ οι μεγάλοι ιστορικοί πολλές φορές δίχως να το επιδιώκουν γίνονται και καλοί πεζογράφοι. Στον «Κόκκινο σουλτάνο» αφήνω πολλά περιθώρια στη φαντασία του αναγνώστη. Γιατί κάπως έτσι πρέπει να κυλάνε τα πράγματα. Δηλαδή ο καλός ιστορικός (χωρίς να διεκδικώ έναν τέτοιο τίτλο), πρέπει να αφήνει περιθώρια στην ασάφεια, στο μύθο, στο μυστήριο και στο ανεξήγητο.