Θεοφάνης Μαλκίδης
Ομιλία στην εκδήλωση για τη Γενοκτονία, εκδήλωση την οποία οργάνωσαν τα Ελληνικά Εκπαιδευτήρια «Αθηνά», σε συνεργασία με την Ομοσπονδία Ελληνοαμερικανικών Οργανώσεων Ιλινόις « Η ΕΝΩΣΗ», των τμημάτων των Μεσοδυτικών Πολιτειών της Παναρκαδικής Ομοσπονδίας Αμερικής, του Ποντιακού Συλλόγου Σικάγο «Ο ΞΕΝΙΤΕΑΣ», του Ελληνικού Πολιτιστικού Συλλόγου Σικάγο και του Συλλόγου Ελλήνων Εκπαιδευτικών Ιλλινόις .
Σικάγο 17 Μαΐου 2026.
Έχουν περάσει πάνω από εκατό χρόνια από την πρώτη Γενοκτονία του 20ου αιώνα και όμως ακόμη και σήμερα κράτη, θεσμοί, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, ακαδημαϊκοί σιωπούν και αρνούνται το έγκλημα. Η Γενοκτονία εναντίον του Ελληνισμού που ζούσε στο οθωμανικό κράτος, το προσχεδιασμένο, οργανωμένο και συστηματικό έγκλημα εναντίον του Ελληνικού έθνους έχει πολλές όψεις και αφορά τη μνήμη των θυμάτων, τους διασωθέντες και τους απογόνους δολοφονημένων, τη Ελληνική Δημοκρατία, την Τουρκία και τη διεθνή κοινότητα. Το Ελληνικό έθνος, από το 1908 έως 1924, υπέστη τη βαρβαρότητα των κρατικών και παρακρατικών μηχανισμών των Νεότουρκων και εν τέλει του Μουσταφά Κεμάλ, οι οποίοι αφαίρεσαν τη ζωή πάνω από ένα εκατομμύριο Ελλήνων και προσφυγοποίησαν πάνω από ενάμιση.
Η πρώτη φάση της Γενοκτονίας ξεκινά το 1908 και κρατά μέχρι την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ η δεύτερη ξεκίνησε το 1914 και κρατά μέχρι το 1918, όταν η παγκόσμια σύρραξη κάλυψε τα εγκλήματα των Νεότουρκων και των συμμάχων τους, όπως αναφέρει ο καθηγητής Κ. Φωτιάδης.
Η περίοδος 1919-1924 αποτελεί την τρίτη, τελευταία και πιο έντονη φάση της Γενοκτονίας, όταν την εξόντωση των Ελλήνων αναλαμβάνει ο Μουσταφά Κεμάλ, όταν την 19η Μαΐου του 1919 αποβιβάζεται στη Σαμψούντα. Από αυτή την ημέρα θανάτου, ο αείμνηστος Μ. Χαραλαμπίδης ξεκίνησε τον αγώνα του για την ανάδειξη της Γενοκτονίας και της 19ης Μαίου ως ημέρας μνήμης.
Τον επίλογο του εγκλήματος αποτελεί ο ξεριζωμός των επιζώντων και έτσι έρχονται στην Ελλάδα και τα τελευταία υπολείμματα της «εν ροή Γενοκτονίας» όπως ονομάστηκε, από τον καθηγητή Π. Ενεπεκίδη.
Η εκρίζωση αυτή των Ελλήνων είναι από τα πρωτοφανή εγκλήματα στην ανθρώπινη ιστορία, η πρώτη Γενοκτονία του 20ου αιώνα συνιστά τη βάση, το πρότυπο, το παράδειγμα και για άλλες Γενοκτονίες είναι η πρώτη απόπειρα ολοκληρωτικής εξαφάνισης ενός λαού, είναι μία ακόμη απόδειξη ότι το έγκλημα το οποίο δεν τιμωρείται, επαναλαμβάνεται.
Η άρνηση της Τουρκίας
Την ίδια στιγμή, το απαράγραπτο, όσο χρονικό διάστημα και εάν μεσολαβήσει έγκλημα της Γενοκτονίας, το οποίο αφορά μία σειρά από υποχρεώσεις του θύτη, εν προκειμένω της Τουρκίας, για αναγνώριση, αποκατάσταση, αποζημίωση, επανόρθωση, οι Τουρκικοί μηχανισμοί συνεχίζουν να το αρνούνται. Μάλιστα και ενώ οι μηχανισμοί άρνησης δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη για ό,τι συνέβη, υλοποιούν στο εσωτερικό και στο εξωτερικό μία σειρά από (προκλητικές) ενέργειες, οι οποίες φτάνουν την Ύβρη, τιμώντας τους πρωτεργάτες της Γενοκτονίας (Κεμάλ, Ταλαάτ, Ενβέρ και Τζεμάλ Πασά), χρηματοδοτώντας μηχανισμούς διαστρέβλωσης της ιστορίας και φτάνοντας σε φυλακίσεις, καταδίκες, ακόμη και σε δολοφονίες όσων αναδεικνύουν την αλήθεια και αμφισβητούν το καθεστωτικό αφήγημα.
Και η σιωπή της «διεθνούς κοινότητας»
Ταυτόχρονα η αποκαλούμενη διεθνή κοινότητα παραμένει δεσμευμένη- πλην σημαντικών και τιμητικών εξαιρέσεων- από οφέλη και συμφέροντα που παρεμποδίζουν το έργο της δικαιοσύνης, όπως συνέβη και αμέσως μετά την τέλεση της Γενοκτονίας όταν το αίτημα για απόδοση του δικαίου δεν έγινε πράξη ποτέ.
Έτσι η αναγνώριση της Γενοκτονίας βρίσκει αναρίθμητα και συνεχή εμπόδια από μηχανισμούς απόκρυψης της αλήθειας, που αρνούνται την ευθύνη της Τουρκίας για το έγκλημα.
Η αλήθεια όμως δεν μπορεί να εξαφανισθεί, πόσο μάλλον σήμερα που η πρόσβαση στην πληροφορία και τη γνώση, δεν μπορεί να απαγορευτεί από ολοκληρωτικά καθεστώτα και ιδεολογίες. Έναν αιώνα και πλέον μετά τη Γενοκτονία, το αίτημα του Ελληνικού έθνους, αλλά και κάθε δημοκράτη πολίτη στην Τουρκία και σε όλον τον κόσμο, είναι η αναγνώριση της Γενοκτονίας και η υλοποίηση όλων των προβλεπόμενων από μία τέτοια πράξη.
Αναγνώριση η οποία είναι η επαλήθευση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του δικαίου και του πολιτισμού, είναι η πράξη αλήθειας και επιβεβαίωσης ότι υπάρχουν ακόμη θεσμοί και άνθρωποι που αρνούνται να δεχτούν όσα υποστηρίζουν οι προπαγανδιστές και οι κατευθυνόμενοι από την Τουρκία μηχανισμοί. Η αναγνώριση αφορά το μαζικό έγκλημα το οποίο επειδή δεν τιμωρήθηκε αποτέλεσε το παράδειγμα για το Ολοκαύτωμα («ποιος θυμάται τους Αρμένιους» έλεγε ο Χίτλερ), ένα έγκλημα το οποίο επειδή δεν τιμωρήθηκε, επαναλαμβάνεται σήμερα με την άρνηση !
Αναγνώριση και Εθνικό Μνημείο Γενοκτονίας
Η αναγνώριση της Γενοκτονίας που υπέστη το Ελληνικό έθνος είναι αυτονόητη υποχρέωση της Τουρκίας, αλλά και της διεθνούς κοινότητας, η οποία δεν πρέπει να σιωπά ή ακόμη χειρότερα να συνηγορεί στο ψεύδος υιοθετώντας την Τουρκική προπαγάνδα. Η αναγνώριση της Γενοκτονίας αποτελεί προϋπόθεση για να υπάρξει αφενός Ελευθερία και Δημοκρατία στο τουρκικό εσωτερικό, αφετέρου αποτελεί απαράβατο όρο για την αποκατάσταση των σχέσεων και της ειρήνης στην περιοχή, όπου λόγω της συνεχιζόμενης δράσης των ίδιων παλιών αλλά και των νέων δολοφονικών μηχανισμών, τα εγκλήματα συνεχίζονται. Άρα η Τουρκία, ακολουθώντας το παράδειγμα άλλων κρατών που σχεδίασαν και υλοποίησαν μαζικά εγκλήματα, οφείλει να παραδεχθεί την ευθύνη της για τη δολοφονία του Ελληνικού έθνους.
Παράλληλα, έχοντας γνώση από άλλους λαούς που υπέστησαν Γενοκτονία, έχοντας το παράδειγμά τους ότι αυτή τιμάται και με τα εθνικά μνημεία Γενοκτονίας, όπου αποδίδονται από όλους οι ανάλογες τιμές, απαιτούμε από την Ελληνική Δημοκρατία τη δημιουργία του Εθνικού Μνημείου Γενοκτονίας. Μνημείο το οποίο μπορεί να λειτουργήσει για τους ευνόητους λόγους, σε ηθικό, διπλωματικό και ιστορικό επίπεδο, πρωταγωνιστικά για την ανάδειξη της Γενοκτονίας.
Η Γενοκτονία δεν είναι μόνο ένα ιστορικό γεγονός, αλλά ένα ζήτημα δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ένα εθνικό μνημείο λειτουργεί ως «τείχος» ενάντια στη λήθη και ως απάντηση στην προσπάθεια παραχάραξης της ιστορίας. Το παράδειγμα των Αρμενίων και του μνημείου της Γενοκτονίας στο Τσιτσερνακαμπέρντ στο Ερεβάν, είναι το πρότυπο για το πώς ένα έθνος τιμά τα θύματά του και διεθνοποιεί το ζήτημα.
Η έλλειψη ενός κεντρικού σημείου αναφοράς και τιμής στην Ελλάδα επιτρέπει τη συνέχιση της «Γενοκτονίας της μνήμης». Το μνημείο πέρα από την οφειλόμενη τιμή στους νεκρούς της Θράκης, του Πόντου και της Μικράς Ασίας, δεν έχει μόνο συμβολικό χαρακτήρα αλλά πρωτίστως πολιτικό, αποτελεί βάση για την απαίτηση διεθνούς αναγνώρισης από την παγκόσμια κοινότητα, είναι μια έμπρακτη απάντηση στην πολιτική άρνησης της Τουρκίας και λειτουργεί ως συνεκτικός δεσμός για τον Ελληνισμό, υπενθυμίζοντας ότι η Γενοκτονία ήταν ένα ενιαίο έγκλημα κατά του ελληνικού έθνους.
Υπογραμμίζει, υπενθυμίζει, αναδεικνύει ότι η Ελλάδα, ως το «καταφύγιο» των διασωθέντων, έχει την πολιτική και την ηθική υποχρέωση να στεγάσει τη μνήμη τους. Η απουσία ενός εθνικού μνημείου αντανακλά, μια διαχρονική «δουλικότητα» που πρέπει να ξεπεραστεί.
Επιπλέον το εθνικό μνημείο για τη Γενοκτονία μπορεί να είναι η απαρχή ενός κύκλου διεθνών αναγνωρίσεων, αλλά και ευθύνης, ηθικής και χρέους έναντι των δολοφονημένων προγόνων μας.
Η Γενοκτονία και ιδιαίτερα η διεθνοποίησή της αποτελεί ένα σημαντικό ζήτημα το οποίο, παρά τα χαμένα χρόνια και την πολιτική -κρατική ολιγωρία, αδιαφορία και απροθυμία κυριαρχεί ως αίτημα παγκοσμίως. Η ανάδειξη και διεθνοποίηση της Γενοκτονίας, αφορά όλον τον Ελληνισμό και θα πρέπει αποτελεί κυρίαρχο συστατικό στοιχείο της εθνικής εξωτερικής πολιτικής που σέβεται την ιστορία και την αλήθεια, δηλαδή τη μνήμη της.
Απαιτούμε την αναγνώριση της Γενοκτονίας και τη δημιουργία του Εθνικού μνημείου για τη Γενοκτονία, για τη μνήμη των θυμάτων και για την καταδίκη της Τουρκίας, για την Αναγνώριση, για την Αλήθεια και για τη Δικαιοσύνη!
Υ. Γ. Η ομιλία αφιερώνεται στη μνήμη του φίλου και συνεργάτη, πρώην προέδρου του Συλλόγου Ποντίων Σικάγο, Γιώργου Μαυρόπουλου.
Με τη δράση του, την αποφασιστικότητά του, τη συνέπειά του, τη σοβαρότητά του, πέτυχε πάρα πολλά. Με το Σύλλογο Ποντίων Σικάγου και το Ελληνικό Κέντρο Έρευνας για τη Μικρά Ασία και τον Πόντο, τα πνευματικά του παιδιά, μπόρεσε και έλαβε αναγνωρίσεις της Γενοκτονίας από πολιτείες και φορείς των ΗΠΑ, εισήγαγε τη διδασκαλία της Γενοκτονίας στα σχολεία του Ιλινόις και άλλων πολιτειών, ετοίμασε διδακτικά εγχειρίδια για εκπαιδευτικούς και μαθητές της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, οργάνωσε επιστημονικά συνέδρια και εξέδωσε βιβλία για το μαζικό έγκλημα εναντίον του Ελληνισμού, ήταν η ψυχή στην παραγωγή του ντοκιμαντέρ για τη Γενοκτονία των προγόνων μας και ήταν πρωτεργάτης σε πολλές σχετικές πρωτοβουλίες.
Το ευχαριστώ για όσα προσέφερε στην ιερή υπόθεση της Γενοκτονίας, κυρίως όμως τον ευγνωμονούν τα θύματα της Γενοκτονίας για ό,τι έπραξε για τη δικαίωσή τους!




