Γράφει ο Κώστας Λάμπος*

Μεγάλη πλάνη καλλιεργείται γύρω από την έννοια περί ισότητας, σε βαθμό που ο λόγος περί ισότητας να αντιμετωπίζεται με καχυποψία ως ουτοπία, ακόμα και με εχθρότητα, ως επικίνδυνος για την συνοχή της κοινωνίας και ως εχθρός της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων. Αρχικοί δημιουργοί αυτής της πλάνης είναι οι εκάστοτε θρησκείες που πασχίζουν να αποπροσανατολίσουν τους οπαδούς/πιστούς τους με διάφορους σκοταδιστικούς μύθους που μιλάνε για μια αφηρημένη ‘ισότητα όλων ενώπιον του θεού’. Η ιστορία, αψευδής μάρτυρας της ‘περί θεού απάτης’ καταγράφει στη μακρόχρονη διαδρομή της πολλές φορές την αυτοθεοποίηση των εξουσιών και των κεντρικών εξουσιαστών, για να κρυφτούν πίσω από σκιάχτρα και να προστατευτούν από την οργή των κοινωνιών θυμάτων τους. Το αποτέλεσμα ήταν πάντα το γεγονός ότι στο όνομα του εκάστοτε ‘θεού’, ως σύμβολο και φετίχ των εκάστοτε εξουσιών, η κοινωνική ανισότητα μεγαλώνει αντί να μικραίνει και ο ‘θεός’, ως μη υπαρκτή δύναμη και επιστημονικά και λογικά αδιανόητη έννοια, αδυνατεί να υπερασπιστεί τα θύματά του, αλλά και τον εαυτό του για τα εγκλήματα που διαπράττονται στο όνομά του[1].

Η δεύτερη και κύρια αιτία παραπλάνησης των εργαζόμενων ανθρώπων είναι οι εκάστοτε εξουσίες, που με τις διάφορες ιδεολογίες τους, που αποτελούν έκφραση των ξεχωριστών, ανταγωνιστικών και αντικρουόμενων συμφερόντων τους, αποτυπωμένων στην μορφή των ταξικών/τοξικών νόμων που δια του ψευδούς ισχυρισμού τους περί ‘ισότητας όλων ενώπιον των νόμων ‘κατοχυρώνουν την κοινωνική ανισότητα δια της οικονομικής ανισότητας η οποία θεμελιώνεται πάνω στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ιδεολογία περί ‘ισότητας όλων ενώπιον των νόμων’ προστατεύει και διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες, σε βαθμό που στην εποχή μας, στον 21ο αιώνα, η ανισότητα να παίρνει την ακρότατη μορφή 1%>99%, που σημαίνει ότι το 1% του παγκόσμιου ανθρώπινου πληθυσμού ελέγχει για λογαριασμό του τα μέσα παραγωγής και συνεπώς την παγκόσμια οικονομία, καταλήγοντας στον έλεγχο της ζωής και του μέλλοντος του 99%, με την βοήθεια των άδικων, παράλογων και ουσιαστικά παράνομων νόμων.

Παρ’ όλα αυτά τα εξουσιαστικά τεχνάσματα οι διαχρονικές δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού αντιλαμβάνονται ότι μόνο η διαχρονικά μεταμορφωνόμενη κοινωνική ανισότητα αποτελεί την αιτία όλων των κακοδαιμονιών ολόκληρης της ιστορίας της ανθρωπότητας και γι’ αυτό αρνούνται να πιστέψουν τους σκοταδιστικούς μύθους και τις εξουσιαστικές ιδεολογίες όλων ανεξαίρετα των θρησκειών και εξουσιών και αγωνίζονται με υπομονή, επιμονή και όραμα για έναν καλύτερο κόσμο με περιεχόμενο την κοινωνική ισότητα[2]. Οι διαχρονικές συσσωρευμένες εμπειρίες των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, τους κάνουν να κατανοούν την κοινωνική ισότητα ως συνώνυμο της οικονομικής ισότητας που και οι δυό μαζί καταλήγουν στην οικονομική, κοινωνική, πνευματική, πολιτική ελευθερία, γεγονός που τις κάνει να ταυτίζουν την κοινωνική ισότητα με την κοινωνική ελευθερία, αρχές, αξίες και κανόνες που μπορούν να ευδοκιμήσουν μόνο σε συνθήκες που τα μέσα παραγωγής ανήκουν στο σύνολο της εκάστοτε αμεσοδημοκρατικά οργανωμένης και αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας από το τοπικό μέχρι το οικουμενικό επίπεδο. Υπάρχει ένας θεμελιακός νόμος που διέπει όλες τις κοινωνίες της ιστορίας, σύμφωνα με τον οποίον δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική ελευθερία σε συνθήκες που θεμελιώνουν πάνω στην ωμή βία και στην συστηματική εξαπάτηση όλες τις οικονομικοκοινωνικές ανισότητες.

Όσο πιο μακριά βρίσκεται κανείς από την ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής, τόσο μακρύτερα βρίσκεται από τον πλούτο και την εξουσία και συνεπώς οι στερημένοι ατομικής ιδιοκτησίας μέσων παραγωγής, πλούτο και εξουσίας τη μόνη ελευθερία που γεύονται είναι αυτή της φτώχειας, της ανεργίας, της εκμετάλλευσης, της ταπείνωσης, της υποταγής και της εξαθλίωσης. Με την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα παραγωγής η κοινωνία αναβαθμίζεται από αντικείμενο του κεφαλαίου σε υποκείμενο της ιστορίας, που σημαίνει ότι αυτοθεσμίζεται σε επίπεδο θεσμών, δομών, λειτουργιών, αρχών, αξιών, κανόνων και στόχων που αποσκοπούν στην καθολική κοινωνική ισότητα, ευημερία, ευτυχία, συνθήκες ικανές και αναγκαίες για να υπάρξει πραγματική ελευθερία και οικουμενική ειρήνη. Το συμπέρασμα είναι πως κοινωνική ισότητα και ελευθερίες είναι έννοιες ταυτόσημες και αδιαχώριστες.

Το ερώτημα, όμως, σε συνθήκες τεχνητής και καλλιεργούμενης σύγχυσης παραμένει: Ισότητα Ναι. Αλλά ποια Ισότητα; Γι’ αυτό είναι επιτακτική ανάγκη να ξεκαθαρίσουμε όλοι στο μυαλό μας την έννοια της πραγματικής κοινωνικής ισότητας, αφού προφανώς απαλλαγούμε από έννοιες κούφιες χωρίς περιεχόμενο και έννοιες παγίδες που μας μπολιάζουν με μύθος και ιδεολογίες που είναι ξένες προς τα κοινά συμφέροντά μας και μας εκπαιδεύουν να είμαστε εθελόδουλοι και εθισμένοι σε ναρκοϊδέες περί θεών, αφεντάδων, προστατών και ηγεμόνων. Αυτή η συζήτηση, αναφορικά με το ποια ισότητα, έχει προχωρήσει αρκετά στις μέρες μας και βρίσκεται στο κρίσιμο σημείο που η ισότητα τείνει να απαλλαγεί τόσο από κούφιες, όσο και από προβληματικές περί ισότητας έννοιες.

Η κατεστημένη αντίληψη, πέρα από την υποτιθέμενη ‘ισότητα ενώπιον του ‘θεού’ ή/και του νόμου, μιλάει για μια αφηρημένη αστική ισότητα ανάλογη του πλούτου και των ικανοτήτων του καθενός και ανεξάρτητα από την θέση τους στην οικονομία, συνεπώς και στην κοινωνία. Οι σύγχρονοι απολογητές του νεοφιλελευθερισμού, οι λεγόμενοι και ‘εξισωτικοί φιλόσοφοι’ στην προσπάθειά τους να προκαλέσουν σύγχυση προσπαθούν να συκοφαντήσουν την έννοια της κοινωνικής ισότητας προβάλλοντας τα μειονεκτήματα μιας αριθμητικής ισότητας, χωρίς να εξισωθεί η αφετηρία όλων, ώστε όλοι να ξεκινούν από την ίδια βάση. Φτάνουν μάλιστα στο σημείο να αντιπαραθέτουν την ισότητα στην ελευθερία, υπονοώντας ότι η κοινωνική ανισότητα είναι το αναγκαίο τίμημα που καταβάλλει η ανθρωπότητα προκειμένου να έχει τις αστικές ελευθερίες, τις οποίες όμως απολαμβάνει αποκλειστικά το κεφάλαιο. Ελευθερία σε συνθήκες καπιταλισμού, λέει ο Τσόμσκι, υπάρχει πολλή στην αγορά και μπορεί κανείς να αγοράσει όση του επιτρέπει το πορτοφόλι του. Γι’ αυτό προβάλλουν την γενική και αφηρημένη έννοια της αστικής ισότητας (Equality) την οποία ταυτίζουν με την αριθμητική έννοια της ισότητας, χωρίς ωστόσο να αγγίζουν το κεφαλαιοκρατικό σύστημα των ακραίων κοινωνικών ανισοτήτων, οπότε στην ουσία μιλάνε για την διαιώνιση των οικονομικοκοινωνικών ανισοτήτων. Όπου, όμως κυριαρχεί η κοινωνική ανισότητα εκεί πρυτανεύει και η ανελευθερία, η καταπίεση, ο αυταρχισμός και ο νόμος της ζούγκλας.

Αντίθετα οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, οι οποίες έχουν σταδιακά μετακινηθεί από τον μονοδιάστατο στον πολυδιάστατο Άνθρωπο του 21ου αιώνα, στο πρόσωπο του οποίου συμπτύσσονται δημιουργικά ο παραδοσιακός εργαζόμενος, που στο μεταξύ έχει σπουδάσει και μορφωθεί και ταυτόχρονα έχει διαμορφωθεί σε δημιουργό και νομέα πολιτισμού, επιλέγουν τον όρο κοινωνική ισότητα (Equity) για να την ορίσουν ως προσφορά του καθενός στο κοινωνικό σύνολο ανάλογα με τις εκάστοτε δυνατότητές του και απολαβή ανάλογα με τις ανάγκες του. Αυτή η τομή στη ζωντανή γλώσσα που δεν είναι παρά ένας ζωντανός κώδικας της ανθρώπινης ιστορίας, με τις καθαρές και οριοθετημένες έννοιες μας βοηθάει να κατανοήσουμε με διαφορετικό τρόπο τις σύγχρονες έννοιες, ως έκφραση της σύγχρονης πραγματικότητας και των σύγχρονων δυνατοτήτων και αναγκών, γεγονός που μας αναγκάζει να αφήσουμε πίσω μύθους και ιδεολογίες του 19ου και του 20ου αιώνα για να κάνει η ανθρωπότητα το επόμενο βήμα προς την πρόοδο για το καλό της βιόσφαιρας, της ανθρωπότητας και του ανθρώπινου πολιτισμού. Έτσι καταλήγουμε να διακρίνουμε μεταξύ αριθμητικής και κοινωνικής ισότητας και το ζητούμενο να είναι πια η κοινωνική με όλα και όσα αυτή η νέα πραγματικότητα επιτάσσει. Αναστοχαζόμενος παραθέτω τους παρακάτω συλλογισμούς για να κατανοήσουμε έννοιες, διαφορές, στρατηγικές, την πορεία μας ως άτομα, κοινωνίες και ανθρωπότητα προς το μέλλον, προς την κοινωνική ισότητα και το συνώνυμό της την ισοελευθερία.

Η διαφορά μεταξύ της αναλογικής ισότητας Α (Equity) και της αριθμητικής ισότητας Β (Equality) είναι ότι η ισότητα Α σημαίνει να δίνεις ανάλογα με τις ανάγκες όσα απαιτείται που σημαίνει ίσα για ίσες ανάγκες, ενώ ισότητα Β σημαίνει να δίνεις, κι’ αυτό θεωρητικά γιατί στην πράξη στους περισσότερους δεν δίνεται τίποτα, τα ίδια σε όλα τα άτομα.

Σε ένα σύστημα ισότητας Α όλα τα άτομα έχουν κοινή αφετηρία και όλα όσα χρειάζονται για να επιτύχουν και να ευτυχίσουν στη ζωή τους, προφανώς από διαφορετικούς δρόμους, με διαφορετικές επιδιώξεις και με διαφορετικά μέσα ο καθένας για την προσωπική του ευτυχία μέσα σε μια υγιή και ισορροπημένη κοινωνία. Σε ένα σύστημα ισότητας Β, ωστόσο, αφού μερικοί ξεκινάνε από διαφορετικές αφετηρίες επειδή έχουν ήδη περισσότερα από τους άλλους, μερικοί καταλήγουν σε σπατάλες άσκοπες και σε πράγματα που δεν χρειάζονται καν, ενώ πολλοί καταλήγουν να μην έχουν βασικά πράγματα που τα χρειάζονται. Είναι λοιπόν φανερό πως ένα τέτοιο σύστημα θα οδηγήσει σίγουρα σε νέες κοινωνικές ανισότητες που κάνουν τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους..

Η ισότητα Α αντιμετωπίζει τον καθένα διαφορετικά και σύμφωνα με τις ανάγκες του, αντίθετα η ισότητα Β αντιμετωπίζει θεωρητικά μεν όλους το ίδιο, στην πράξη όμως τους αντιμετωπίζει με ταξικά κριτήρια χωρίς λαμβάνει υπόψη της τις ανάγκες των πολλών. Η ισότητα Α δεν κάνει διακρίσεις στους ανθρώπους με βάση ταξικές, φυλετικές, πολιτικές, περιουσιακές, θρησκευτικές διαφορές γιατί αυτό γίνεται αιτία ανισότητας. Αντίθετα η ισότητα Β διακρίνει τους ανθρώπους με βάση τις ταξική τους θέση ή με την ‘ικανότητά’ τους, όπως αυτή με δικά της κριτήρια ορίζει την έννοια της ικανότητάς τους, για επίτευξη ισότητας, τακτική που καταλήγει στο σχήμα οι πλούσιοι να εξουσιάζουν και να γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί να αλλοτριώνονται και να γίνονται φτωχότεροι.

Είναι πλέον προφανές ότι η έννοια της ισότητας συνδέεται άρρηκτα με τον άνθρωπο ως φυσική και κοινωνική οντότητα και συνεπώς με τις ανάγκες των ανθρώπων, γεγονός που γίνεται απόλυτα ορατό σε επίπεδο οικογένειας, όπου τα αγαθά μοιράζονται ανάλογα με τις κατά περίπτωση ανάγκες των μελών της και όχι δογματικά σε ίσα μερίδια, ή σε μεγαλύτερα μερίδια στον πατέρα και ότι περισσέψει για τους άλλους. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και σε επίπεδο κοινωνίας, όπου οι ανάγκες των μελών της ταξινομούνται με αντικειμενικά κριτήρια και ομαδοποιούνται, ώστε άτομα με ίδιες ανάγκες να έχουν ίδια μεταχείριση, σε αντίθεση με όσα συμβαίνουν σε συνθήκες κοινωνίας τύπου ισότητας Β, όπου εκατομμύρια παιδιά πεθαίνουν κάθε χρόνο από ασιτία, ενώ για τα παιδιά της κυρίαρχης ελίτ ξοδεύονται απίθανα ποσά για να διαδεχτούν τος γονείς τους, διαιωνίζοντας έτσι το σύστημα Β.

Με την ισότητα Β ο αγώνας αποσκοπεί στην επιτυχία των λίγων που σημαίνει τη διατήρηση της κοινωνικής ανισότητας, των ανταγωνισμών, των απάνθρωπων και καταστροφικών πολεμικών συγκρούσεων για το μοίρασμα του κόσμου, ενώ αντίθετα η ισότητα Α είναι απαραίτητη για να δημιουργηθεί αρμονία μεταξύ των ανθρώπων, των εθνών, των λαών και των χωρών που εργάζονται για τον ίδιο στκοπό την κοινωνική ισότητα, την άμεση δημοκρατία και την οικουμενική ειρήνη. Ωστόσο, για να φτάσει σε αυτό το επίπεδο η κοινωνία, απαιτείται πρώτα να ξεκινήσουν όλα τα άτομα από το ίδιο επίπεδο και αυτό σήμερα είναι εφικτό μόνο με αναλογική ισότητα, συνεπώς για να επιτευχθεί κοινωνική ισότητα, όλοι πρέπει να βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο από την αρχή. Και η καινούργια αρχή προϋποθέτει το τέλος της αιτίας που οδήγησε στις ακραίες ανισότητες και στην καπιταλιστική βαρβαρότητα[3]. Προϋποθέτει την κοινωνική ισοκτησία η οποία δεν επιτρέπει στους λίγους να εξανδραποδίζουν τους πολλούς, ενώ ταυτόχρονα επανασυνθέτει τον κοινωνικό ιστό και επανενώνει την κοινωνία σε ένα ενιαίο Εμείς ως Όλον. Προϋποθέτει, δηλαδή, την οριστική κατάργηση του καπιταλισμού σε όλες τις πιθανές και απίθανες εκδοχές του, δηλαδή την κατάργηση του κεφαλαίου, η οποία με τη σειρά της προϋποθέτει την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα παραγωγής και την οργάνωση της κοινωνίας/ανθρωπότητας στη βάση της άμεσης δημοκρατίας με περιεχόμενο την αταξική κοινωνία στα πλαίσια ενός οικουμενικού ουμανιστικού πολιτισμού.

Όλα τα άλλα αποτελούν πλάνες, παραισθήσεις και καταστροφικές αυταπάτες, για τις οποίες δεν υπάρχουν πια άλλα χρονικά περιθώρια, αν πρέπει να σωθεί η ανθρωπότητα και ο πολιτισμός της.

[1] Βλέπε σχετικά, Λάμπος Κώστας, Θεός και Κεφάλαιο, Δοκίμιο για τη σχέση μεταξύ θρησκείας και εξουσίας, ΚΟΥΚΚΙΔΑ, Αθήνα 2016 2η έκδοση.

[2] Βλέπε αναλυτικά, Λάμπος Κώστας, Άμεση Δημοκρατία και Αταξική Κοινωνία. Η Μεγάλη Πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον ουμανισμό, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012.

[3] Λάμπος Κώστας, Η γέννηση και ο θάνατος της ατομικής ιδιοκτησίας. Η ατομική ιδιοκτησία ως μήτρα βίας, εξουσίας, ανισότητας, εγκληματικότητας, σκοταδισμού και ανηθικότητας, ΚΟΥΚΚΙΔΑ, Αθήνα 2017.

 

*Ο Κώστας Λάμπος σπούδασε οικονομικές επιστήμες στη Ζυρίχη, στην Αθήνα και στο Βερολίνο όπου και ανακηρύχθηκε Διδάκτωρ της Σχολής Οικονομικών Επιστημών του Freie Universitat BERLIN. Δίδαξε στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Θεσσαλονίκης, (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας), στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και στο ΤΕΙ Αθήνας (Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής). Διετέλεσε Πρόεδρος της Κεντρικής Διοίκησης του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και διευθυντικό στέλεχος της Αγροτικής Τράπεζας. Πήρε μέρος σε δεκάδες επιστημονικά συνέδρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και έχει ένα πλούσιο συγγραφικό έργο.