ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ-ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ / WIRTSCHAFT-UNTERNEHMEN
Οδικά ατυχήματα και “μετατραυματική διαταραχή”
Γράφει ο Γιώργος Πιπερόπουλος
Το «ψυχικό τραύμα» ως έννοια που χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένες ψυχοκοινωνικές αντιδράσεις ενός ατόμου το ανέλυσε με περισσή επιτυχία στο πρώτο...
ΗΠΑ προς Βρετανία: Αμυντικές δαπάνες ή Φώκλαντς
Οι ΗΠΑ φέρονται να εξετάζουν την άσκηση διπλωματικής πίεσης στο Λονδίνο για τα Φώκλαντς, εάν η νέα κυβέρνηση Μπέρναμ δεν αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες...
«Δεν μας κάνει Γερμανούς το αίμα που ρέει στις φλέβες μας»
Λίγο πριν από τις εκλογές σε Σαξονία-Άνχαλτ, Μεκλεμβούργο-Δ. Πομερανία και Βερολίνο ο Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ έστειλε μήνυμά κατά του εθνικισμού και υπέρ των μεταναστών.Ο Πρόεδρος...
Ευρω-έπαινοι για Ελλάδα, πυρά για Μοσκοβισί
Σε υψηλούς τόνους η συζήτηση για την Ελλάδα και την έξοδο από τα μνημόνια την Τρίτη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. «Να γιορτάσουμε» την 20ή Αυγούστου προτείνει ο πρόεδρος του Γιούρογκρουπ, Μάριο Σεντένο.Ήταν μία ηχηρή «πρεμιέρα» για τον πρόεδρο του Γιούρογκρουπ, Μάριο Σεντένο κατά την πρώτη του παρουσία στην Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου στο Στρασβούργο. Χωρίς να αποσιωπά τις κοινωνικές συνέπειες της κρίσης, ο πορτογάλος πολιτικός δηλώνει ότι «η Ελλάδα γυρίζει σελίδα» και «στέκεται και πάλι στα πόδια της». Παράλληλα κάνει λόγο για «επιτυχή ολοκλήρωση των μνημονίων» και για μια καλή συμφωνία στο Γιούρογκρουπ, η οποία «καλύπτει τις δανειακές ανάγκες της Ελλάδας μέχρι το 2022».
Όσο για την 20ή Αυγούστου, ημέρα κατά την οποία ολοκληρώνεται το τρέχον πρόγραμμα, ο Μάριο Σεντένο φαίνεται ιδιαίτερα αισιόδοξος: «Η 20ή Αυγούστου είναι μία ημερομηνία που πρέπει να συγκρατήσουμε, μία μέρα που πρέπει να γιορτάσουμε» λέει. «Στη διάρκεια του προγράμματος η Ελλάδα υιοθέτησε πάνω από 450 διαρθρωτικά μέτρα. Φυσικά η εφαρμογή χρειάζεται χρόνο για να αποδώσει. Και χρειάζεται υπομονή, η οποία όμως μερικές φορές δεν υπάρχει...»
Στο στόχαστρο της Κεντροδεξιάς ο Μοσκοβισί
Στο ίδιο μήκος κύματος ο Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων Πιέρ Μοσκοβισί τονίζει ότι η Ελλάδα «αλλάζει σελίδα» για να γίνει πάλι μία «φυσιολογική χώρα» στην ευρωζώνη. Επαναλαμβάνοντας τις τελευταίες δηλώσεις του στην Αθήνα ο Επίτροπος είπε ότι το προβλεπόμενο καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας μετά τον Αύγουστο «δεν είναι τέταρτο μνημόνιο». Απηύθηνε μάλιστα και νουθεσίες: «Σε αντίθεση με αυτά που άκουσα χθες στην Αθήνα από ορισμένους πολιτικούς- οι οποίοι πρέπει να είναι προσεκτικοί σε αυτά που λένε, διότι ένας πολιτικός δεν μπορεί να στρέφεται κατά της αλήθειας- η ενισχυμένη εποπτεία δεν είναι ένα τέταρτο πρόγραμμα. Είναι ένα πλαίσιο προκειμένου να εφαρμοστούν οι εν εξελίξει μεταρρυθμίσεις», λέει στο Στρασβούργο ο Πιέρ Μοσκοβισί.
Αυτή η προσέγγιση προκάλεσε την αντίδραση του επικεφαλής των ευρωβουλευτών της Ν.Δ. Μανώλη Κεφαλογιάννη, ο οποίος μιλώντας εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος ουσιαστικά κατηγόρησε τον Πιέρ Μοσκοβισί για προεκλογικές σκοπιμότητες. «Στην Αθήνα ο κ. Μοσκοβισί δεν συμπεριφέρθηκε ως αξιωματούχος της ΕΕ. Περισσότερο συμπεριφέρθηκε ως υποψήφιος του σοσιαλιστικού κόμματος για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, διεκδικώντας τη θέση του κ. Γιούνκερ. Δεν ξέρω για ποιούς λόγους, δικούς του, υιοθέτησε με ανεπίτρεπτο τρόπο το κυβερνητικό αφήγημα για τάχα καθαρή έξοδο από τα μνημόνια, όπως μας είπε και σήμερα. Αντίθετα ο κ.Τσίπρας έχει δεσμευθεί για νέα, επαχθή μέτρα για τα επόμενα χρόνια», ανέφερε ο Μανώλης Κεφαλογιάννης. Στη δευτερολογία του ο Επίτροπος επανήλθε για να υπενθυμίσει ότι «συνεργάστηκε με όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις» αν και είχε «κάποια προβλήματα με τον κ.Βαρουφάκη».
Πάντως ο αυστριακός ευρωβουλευτής της Κεντροδεξιάς Ότμαρ Κάρας παραδέχεται ότι «καμία χώρα του ΟΟΣΑ δεν έχει υλοποιήσει τόσες πολλές μεταρρυθμίσεις μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα» όσο η Ελλάδα. Από την άλλη πλευρά ο γερμανός φιλελεύθερος Βολφ Κλιντς διερωτάται: «Πώς είναι δυνατόν να λέμε ότι μία χώρα σώθηκε, όταν πριν τη διάσωση το χρέος ήταν 110% του ΑΕΠ και μετά τη διάσωση πήγε στο 180%;» Φαίνεται ότι πολλά είναι θέμα ερμηνείας. Και η ερμηνεία που δίνει ο αντιπρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου και ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρης Παπαδημούλης, είναι η εξής: «Όσα μας ανακοίνωσαν σήμερα ο κ.Σεντένο και ο κ.Μοσκοβισί εκ μέρους του Γιούρογκρουπ και της Κομισιόν πιστοποιούν ότι η πατρίδα μου, η Ελλάδα, κάνει ένα θετικό βήμα. Νιώθουμε, όσοι συμβάλαμε σε αυτό το θετικό βήμα, ικανοποίηση. Αλλά δεν πανηγυρίζουμε, γιατί ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού λαού υπέφερε πολύ και συνεχίζει να υποφέρει από τις οδυνηρές συνέπειες της χρεοκοπίας και των άγριων μνημονιακών μέτρων».
«Ναι μεν, αλλά...» για την ελληνική οικονομία
Στη δική του αποτίμηση ο ευρωβουλευτής της Ν.Δ. Γιώργος Κύρτσος λέει στην Deutsche Welle ότι η ελληνική οικονομία είναι «σε καλό δρόμο», αλλά δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε τον «λογαριασμό των χαμένων ευκαιριών της τελευταίας τριετίας». Και ναι μεν η συνολική ευρωπαϊκή εικόνα είναι θετική, αλλά δεν πρέπει να τη συγχέουμε «με το τί ακριβώς συμβαίνει για παράδειγμα στον ελληνικό ιδιωτικό τομέα που έχει τριπλάσια φορολογία από τη γειτονική Βουλγαρία. Τί γίνεται με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που δεν τους δίνουν δάνεια οι τράπεζες γιατί και αυτές είναι σε δύσκολη κατάσταση. Πώς απορροφάται η ανεργία, που απορροφάται κατά 55% με θέσεις μερικής απασχόλησης. Υπάρχουν όλα αυτά τα ζητήματα που κάνουν μία δύσκολη καθημερινότητα και εμείς που συζητάμε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τη γενική εικόνα έχουμε έναν κίνδυνο να ξεχάσουμε τα ειδικά ζητήματα, που προσδιορίζουν και τη διάθεση της ελληνικής κοινής γνώμης».
Γιάννης Παπαδημητρίου, Στρασβούργο

Ευρω-έπαινοι για Ελλάδα, πυρά για Μοσκοβισί
Σε υψηλούς τόνους η συζήτηση για την Ελλάδα και την έξοδο από τα μνημόνια την Τρίτη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. «Να γιορτάσουμε» την 20ή Αυγούστου προτείνει ο πρόεδρος του Γιούρογκρουπ, Μάριο Σεντένο.Ήταν μία ηχηρή «πρεμιέρα» για τον πρόεδρο του Γιούρογκρουπ, Μάριο Σεντένο κατά την πρώτη του παρουσία στην Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου στο Στρασβούργο. Χωρίς να αποσιωπά τις κοινωνικές συνέπειες της κρίσης, ο πορτογάλος πολιτικός δηλώνει ότι «η Ελλάδα γυρίζει σελίδα» και «στέκεται και πάλι στα πόδια της». Παράλληλα κάνει λόγο για «επιτυχή ολοκλήρωση των μνημονίων» και για μια καλή συμφωνία στο Γιούρογκρουπ, η οποία «καλύπτει τις δανειακές ανάγκες της Ελλάδας μέχρι το 2022».
Όσο για την 20ή Αυγούστου, ημέρα κατά την οποία ολοκληρώνεται το τρέχον πρόγραμμα, ο Μάριο Σεντένο φαίνεται ιδιαίτερα αισιόδοξος: «Η 20ή Αυγούστου είναι μία ημερομηνία που πρέπει να συγκρατήσουμε, μία μέρα που πρέπει να γιορτάσουμε» λέει. «Στη διάρκεια του προγράμματος η Ελλάδα υιοθέτησε πάνω από 450 διαρθρωτικά μέτρα. Φυσικά η εφαρμογή χρειάζεται χρόνο για να αποδώσει. Και χρειάζεται υπομονή, η οποία όμως μερικές φορές δεν υπάρχει...»
Στο στόχαστρο της Κεντροδεξιάς ο Μοσκοβισί
Στο ίδιο μήκος κύματος ο Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων Πιέρ Μοσκοβισί τονίζει ότι η Ελλάδα «αλλάζει σελίδα» για να γίνει πάλι μία «φυσιολογική χώρα» στην ευρωζώνη. Επαναλαμβάνοντας τις τελευταίες δηλώσεις του στην Αθήνα ο Επίτροπος είπε ότι το προβλεπόμενο καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας μετά τον Αύγουστο «δεν είναι τέταρτο μνημόνιο». Απηύθηνε μάλιστα και νουθεσίες: «Σε αντίθεση με αυτά που άκουσα χθες στην Αθήνα από ορισμένους πολιτικούς- οι οποίοι πρέπει να είναι προσεκτικοί σε αυτά που λένε, διότι ένας πολιτικός δεν μπορεί να στρέφεται κατά της αλήθειας- η ενισχυμένη εποπτεία δεν είναι ένα τέταρτο πρόγραμμα. Είναι ένα πλαίσιο προκειμένου να εφαρμοστούν οι εν εξελίξει μεταρρυθμίσεις», λέει στο Στρασβούργο ο Πιέρ Μοσκοβισί.
Αυτή η προσέγγιση προκάλεσε την αντίδραση του επικεφαλής των ευρωβουλευτών της Ν.Δ. Μανώλη Κεφαλογιάννη, ο οποίος μιλώντας εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος ουσιαστικά κατηγόρησε τον Πιέρ Μοσκοβισί για προεκλογικές σκοπιμότητες. «Στην Αθήνα ο κ. Μοσκοβισί δεν συμπεριφέρθηκε ως αξιωματούχος της ΕΕ. Περισσότερο συμπεριφέρθηκε ως υποψήφιος του σοσιαλιστικού κόμματος για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, διεκδικώντας τη θέση του κ. Γιούνκερ. Δεν ξέρω για ποιούς λόγους, δικούς του, υιοθέτησε με ανεπίτρεπτο τρόπο το κυβερνητικό αφήγημα για τάχα καθαρή έξοδο από τα μνημόνια, όπως μας είπε και σήμερα. Αντίθετα ο κ.Τσίπρας έχει δεσμευθεί για νέα, επαχθή μέτρα για τα επόμενα χρόνια», ανέφερε ο Μανώλης Κεφαλογιάννης. Στη δευτερολογία του ο Επίτροπος επανήλθε για να υπενθυμίσει ότι «συνεργάστηκε με όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις» αν και είχε «κάποια προβλήματα με τον κ.Βαρουφάκη».
Πάντως ο αυστριακός ευρωβουλευτής της Κεντροδεξιάς Ότμαρ Κάρας παραδέχεται ότι «καμία χώρα του ΟΟΣΑ δεν έχει υλοποιήσει τόσες πολλές μεταρρυθμίσεις μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα» όσο η Ελλάδα. Από την άλλη πλευρά ο γερμανός φιλελεύθερος Βολφ Κλιντς διερωτάται: «Πώς είναι δυνατόν να λέμε ότι μία χώρα σώθηκε, όταν πριν τη διάσωση το χρέος ήταν 110% του ΑΕΠ και μετά τη διάσωση πήγε στο 180%;» Φαίνεται ότι πολλά είναι θέμα ερμηνείας. Και η ερμηνεία που δίνει ο αντιπρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου και ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρης Παπαδημούλης, είναι η εξής: «Όσα μας ανακοίνωσαν σήμερα ο κ.Σεντένο και ο κ.Μοσκοβισί εκ μέρους του Γιούρογκρουπ και της Κομισιόν πιστοποιούν ότι η πατρίδα μου, η Ελλάδα, κάνει ένα θετικό βήμα. Νιώθουμε, όσοι συμβάλαμε σε αυτό το θετικό βήμα, ικανοποίηση. Αλλά δεν πανηγυρίζουμε, γιατί ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού λαού υπέφερε πολύ και συνεχίζει να υποφέρει από τις οδυνηρές συνέπειες της χρεοκοπίας και των άγριων μνημονιακών μέτρων».
«Ναι μεν, αλλά...» για την ελληνική οικονομία
Στη δική του αποτίμηση ο ευρωβουλευτής της Ν.Δ. Γιώργος Κύρτσος λέει στην Deutsche Welle ότι η ελληνική οικονομία είναι «σε καλό δρόμο», αλλά δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε τον «λογαριασμό των χαμένων ευκαιριών της τελευταίας τριετίας». Και ναι μεν η συνολική ευρωπαϊκή εικόνα είναι θετική, αλλά δεν πρέπει να τη συγχέουμε «με το τί ακριβώς συμβαίνει για παράδειγμα στον ελληνικό ιδιωτικό τομέα που έχει τριπλάσια φορολογία από τη γειτονική Βουλγαρία. Τί γίνεται με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που δεν τους δίνουν δάνεια οι τράπεζες γιατί και αυτές είναι σε δύσκολη κατάσταση. Πώς απορροφάται η ανεργία, που απορροφάται κατά 55% με θέσεις μερικής απασχόλησης. Υπάρχουν όλα αυτά τα ζητήματα που κάνουν μία δύσκολη καθημερινότητα και εμείς που συζητάμε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τη γενική εικόνα έχουμε έναν κίνδυνο να ξεχάσουμε τα ειδικά ζητήματα, που προσδιορίζουν και τη διάθεση της ελληνικής κοινής γνώμης».
Γιάννης Παπαδημητρίου, Στρασβούργο

Οι γιατροί φεύγουν, το σύστημα υγείας «αιμορραγεί»
Χιλιάδες γιατροί και νοσηλευτές εγκαταλείπουν τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία αναζητώντας ασφαλή επαγγελματική στέγη στο εξωτερικό. Η μαζική έξοδος πλήττει το ήδη δυσλειτουργικό σύστημα υγείας των δύο χωρών.Η 11χρονη Φλορίνα Βενέρα, από το μικρό χωριό Μπουνέστι της κεντρικής Ρουμανίας, είχε διαγνωστεί με καρκίνο μυελού των οστών στο πόδι πριν από επτά χρόνια. Το μικρό κορίτσι είχε υποβληθεί τότε στην απαραίτητη επέμβαση, ωστόσο η μητέρα της, Αντριάνα Ρούσου, ανησυχεί ξανά διότι η κόρη της παραπονιέται για πόνους στο πόδι. Ο τελευταίος επανέλεγχος της Φλορίνα έγινε το 2014. Η μητέρα της λέει ότι σήμερα δεν μπορούν να πάνε πουθενά για να διαπιστώσουν εάν είναι υγιής. Ο οικογενειακός γιατρός του χωριού τους, που θα μπορούσε να τους παραπέμψει σε κάποιον ογκολόγο, παραιτήθηκε πέρυσι και από τότε δεν έχει βρεθεί αντικαταστάτης.
Η οικογένεια της Φλορίνα ζει φτωχικά, με τη βοήθεια επιδομάτων και με περιστασιακές δουλειές. Για να επισκεφθεί κάποιον γιατρό θα πρέπει να ταξιδέψουν στη Σιγκισοάρα, σε απόσταση 30χλμ. Ελλείψει δημόσιας συγκοινωνίας, θα έπρεπε να καλέσουν ταξί, κάτι που θα στοίχιζε περί τα 20 ευρώ –μια μικρή περιουσία για πολλούς κατοίκους της περιοχής.
Περισσότερες επιλογές στο εξωτερικό
Οι ελλείψεις ιατρικού προσωπικού τόσο στη Ρουμανία όσο και στη γειτονική Βουλγαρία εντείνονται. Χιλιάδες γιατροί και νοσηλευτές από τις δύο βαλκανικές χώρες ζουν και εργάζονται σήμερα στο εξωτερικό –στη δυτική Ευρώπη και αλλού. Από το 2007, 45.000 επαγγελματίες του ιατρικού κλάδου έκαναν αίτηση για πιστοποιητικό που τους δίνει τη δυνατότητα να εργαστούν εκτός συνόρων. Μέχρι σήμερα περίπου 14.000 ρουμάνοι γιατροί και σχεδόν 50.000 νοσηλευτές έχουν εγκαταλείψει το εθνικό σύστημα υγείας της χώρας τους για να εργαστούν αλλού. Κάθε χρόνο περίπου 450 γιατροί και περί τους 1.000 νοσηλευτές μεταναστεύουν από τη Βουλγαρία σε αναζήτηση καλύτερων επαγγελματικών ευκαιριών στη δυτική Ευρώπη.
Φαινομενικά μεταναστεύουν σε πλουσιότερες χώρες αποσκοπώντας σε καλύτερες αποδοχές. Στην πραγματικότητα όμως ένας εξίσου σημαντικός παράγοντας είναι ότι τους απωθεί το δυσλειτουργικό σύστημα υγείας στις χώρες τους, όπου αναγκάζονται να κάνουν υπερωρίες συστηματικά ενώ αντιμετωπίζουν ελλείψεις βασικού ιατρικού εξοπλισμού.
Η Γκεργκάνα Γκεοργκίεβα, 31χρονη παθολόγος από τη Βουλγαρία, αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση. Έφυγε από τη χώρα της το 2012, λίγο μετά την αποφοίτησή της από την Ιατρική Σχολή, και επέλεξε να εγκατασταθεί στη Γερμανία. «Τότε οι πτυχιούχοι Ιατρικής έπρεπε να περιμένουν μέχρι και δύο χρόνια για να βρουν μια διαθέσιμη θέση εκπαιδευόμενου γιατρού», λέει. Η ίδια προσθέτει ότι στη Γερμανία αμειβόταν με 2.500 ευρώ κατά την εξειδίκευσή της, την ώρα που η αντίστοιχη αμοιβή στη Βουλγαρία δεν θα ξεπερνούσε τα 200 ευρώ. Όπως λέει, οι συνθήκες έχουν βελτιωθεί κάπως στη χώρα της από τότε, ενώ παραδέχεται ότι και στη Γερμανία εργάζεται πολλές ώρες. Παρόλα αυτά δεν θέλει να επαναπατριστεί, εκφράζοντας την απογοήτευσή της για το βουλγαρικό σύστημα υγείας, που όπως λέει υποχρηματοδοτείται, είναι υποστελεχωμένο και διεφθαρμένο. «Το ιατρικό επάγγελμα είναι ευγενές και δεν θα πρέπει να υποβαθμίζεται σε αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας», σχολίασε η βουλγάρα γιατρός στην DW. «Μου αρέσει που υπάρχουν αυστηροί κανόνες στη Γερμανία, δουλεύω με σύγχρονο εξοπλισμό και οι συνθήκες στο νοσοκομείο μου είναι εξαιρετικές».
Θέσεις μένουν ακάλυπτες
Γεγονός είναι πάντως ότι η μαζική έξοδος γιατρών όπως η Γκεργκάνα Γκεοργκίεβα δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση στα ήδη δυσλειτουργικά εθνικά συστήματα υγείας των χωρών που πλήττονται από τις ελλείψεις καταρτισμένου προσωπικού.
Η μετανάστευση στο εξωτερικό είναι ένας πολύ βασικός λόγος για τις ελλείψεις ιατρικού προσωπικού, επισημαίνει η Αντίνα Λάριου, διευθύντρια νοσοκομείου στη μικρή ρουμανική πόλη Ρουπέα. Όπως λέει, η ίδια πασχίζει μάταια να καλύψει τις κενές θέσεις στο νοσοκομείο της. Είναι γεγονός ότι οι γιατροί που θέλουν να εξελιχθούν επαγγελματικά πηγαίνουν είτε στις μεγάλες πόλεις εντός των συνόρων είτε στο εξωτερικό.
Μποριάνα Τζαμπάζοβα, Κλαούντα Τσιομπάνου / Άρης Καλτιριμτζής

Οι γιατροί φεύγουν, το σύστημα υγείας «αιμορραγεί»
Χιλιάδες γιατροί και νοσηλευτές εγκαταλείπουν τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία αναζητώντας ασφαλή επαγγελματική στέγη στο εξωτερικό. Η μαζική έξοδος πλήττει το ήδη δυσλειτουργικό σύστημα υγείας των δύο χωρών.Η 11χρονη Φλορίνα Βενέρα, από το μικρό χωριό Μπουνέστι της κεντρικής Ρουμανίας, είχε διαγνωστεί με καρκίνο μυελού των οστών στο πόδι πριν από επτά χρόνια. Το μικρό κορίτσι είχε υποβληθεί τότε στην απαραίτητη επέμβαση, ωστόσο η μητέρα της, Αντριάνα Ρούσου, ανησυχεί ξανά διότι η κόρη της παραπονιέται για πόνους στο πόδι. Ο τελευταίος επανέλεγχος της Φλορίνα έγινε το 2014. Η μητέρα της λέει ότι σήμερα δεν μπορούν να πάνε πουθενά για να διαπιστώσουν εάν είναι υγιής. Ο οικογενειακός γιατρός του χωριού τους, που θα μπορούσε να τους παραπέμψει σε κάποιον ογκολόγο, παραιτήθηκε πέρυσι και από τότε δεν έχει βρεθεί αντικαταστάτης.
Η οικογένεια της Φλορίνα ζει φτωχικά, με τη βοήθεια επιδομάτων και με περιστασιακές δουλειές. Για να επισκεφθεί κάποιον γιατρό θα πρέπει να ταξιδέψουν στη Σιγκισοάρα, σε απόσταση 30χλμ. Ελλείψει δημόσιας συγκοινωνίας, θα έπρεπε να καλέσουν ταξί, κάτι που θα στοίχιζε περί τα 20 ευρώ –μια μικρή περιουσία για πολλούς κατοίκους της περιοχής.
Περισσότερες επιλογές στο εξωτερικό
Οι ελλείψεις ιατρικού προσωπικού τόσο στη Ρουμανία όσο και στη γειτονική Βουλγαρία εντείνονται. Χιλιάδες γιατροί και νοσηλευτές από τις δύο βαλκανικές χώρες ζουν και εργάζονται σήμερα στο εξωτερικό –στη δυτική Ευρώπη και αλλού. Από το 2007, 45.000 επαγγελματίες του ιατρικού κλάδου έκαναν αίτηση για πιστοποιητικό που τους δίνει τη δυνατότητα να εργαστούν εκτός συνόρων. Μέχρι σήμερα περίπου 14.000 ρουμάνοι γιατροί και σχεδόν 50.000 νοσηλευτές έχουν εγκαταλείψει το εθνικό σύστημα υγείας της χώρας τους για να εργαστούν αλλού. Κάθε χρόνο περίπου 450 γιατροί και περί τους 1.000 νοσηλευτές μεταναστεύουν από τη Βουλγαρία σε αναζήτηση καλύτερων επαγγελματικών ευκαιριών στη δυτική Ευρώπη.
Φαινομενικά μεταναστεύουν σε πλουσιότερες χώρες αποσκοπώντας σε καλύτερες αποδοχές. Στην πραγματικότητα όμως ένας εξίσου σημαντικός παράγοντας είναι ότι τους απωθεί το δυσλειτουργικό σύστημα υγείας στις χώρες τους, όπου αναγκάζονται να κάνουν υπερωρίες συστηματικά ενώ αντιμετωπίζουν ελλείψεις βασικού ιατρικού εξοπλισμού.
Η Γκεργκάνα Γκεοργκίεβα, 31χρονη παθολόγος από τη Βουλγαρία, αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση. Έφυγε από τη χώρα της το 2012, λίγο μετά την αποφοίτησή της από την Ιατρική Σχολή, και επέλεξε να εγκατασταθεί στη Γερμανία. «Τότε οι πτυχιούχοι Ιατρικής έπρεπε να περιμένουν μέχρι και δύο χρόνια για να βρουν μια διαθέσιμη θέση εκπαιδευόμενου γιατρού», λέει. Η ίδια προσθέτει ότι στη Γερμανία αμειβόταν με 2.500 ευρώ κατά την εξειδίκευσή της, την ώρα που η αντίστοιχη αμοιβή στη Βουλγαρία δεν θα ξεπερνούσε τα 200 ευρώ. Όπως λέει, οι συνθήκες έχουν βελτιωθεί κάπως στη χώρα της από τότε, ενώ παραδέχεται ότι και στη Γερμανία εργάζεται πολλές ώρες. Παρόλα αυτά δεν θέλει να επαναπατριστεί, εκφράζοντας την απογοήτευσή της για το βουλγαρικό σύστημα υγείας, που όπως λέει υποχρηματοδοτείται, είναι υποστελεχωμένο και διεφθαρμένο. «Το ιατρικό επάγγελμα είναι ευγενές και δεν θα πρέπει να υποβαθμίζεται σε αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας», σχολίασε η βουλγάρα γιατρός στην DW. «Μου αρέσει που υπάρχουν αυστηροί κανόνες στη Γερμανία, δουλεύω με σύγχρονο εξοπλισμό και οι συνθήκες στο νοσοκομείο μου είναι εξαιρετικές».
Θέσεις μένουν ακάλυπτες
Γεγονός είναι πάντως ότι η μαζική έξοδος γιατρών όπως η Γκεργκάνα Γκεοργκίεβα δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση στα ήδη δυσλειτουργικά εθνικά συστήματα υγείας των χωρών που πλήττονται από τις ελλείψεις καταρτισμένου προσωπικού.
Η μετανάστευση στο εξωτερικό είναι ένας πολύ βασικός λόγος για τις ελλείψεις ιατρικού προσωπικού, επισημαίνει η Αντίνα Λάριου, διευθύντρια νοσοκομείου στη μικρή ρουμανική πόλη Ρουπέα. Όπως λέει, η ίδια πασχίζει μάταια να καλύψει τις κενές θέσεις στο νοσοκομείο της. Είναι γεγονός ότι οι γιατροί που θέλουν να εξελιχθούν επαγγελματικά πηγαίνουν είτε στις μεγάλες πόλεις εντός των συνόρων είτε στο εξωτερικό.
Μποριάνα Τζαμπάζοβα, Κλαούντα Τσιομπάνου / Άρης Καλτιριμτζής

Σε ελεύθερη πτώση η ζήτηση ντιζελοκίνητων
Με αφορμή το Dieselgate οι Γερμανοί γυρνούν πλέον την πλάτη σε παλαιάς τεχνολογίας πετρελαιοκίνητα και στρέφονται σε νέους βενζινοκινητήρες. Χαμένοι αυτής της μετατόπισης οι έμποροι μεταχειρισμένων αυτοκινήτων.Μέχρι το ξέσπασμα του σκανδάλου με τους παραποιημένους ρύπους ντιζελοκινητήρων, οι κινητήρες πετρελαίου θεωρούνταν «καθαροί» και υπεράνω πάσης υποψίας. Όλα αυτά άλλαξαν ωστόσο άρδην τα τελευταία χρόνια και στη Γερμανία. Από μια το Dieselgate και από την άλλη το ενδεχόμενο απαγόρευσης κυκλοφορίας παλαιότερης γενιάς ντιζελοκίνητων στο κέντρο μεγάλων γερμανικών πόλεων αποτρέπουν πλέον πολλούς αγοραστές από την αγορά αυτοκινήτων ντίζελ παρά την χαμηλότερη κατανάλωση και την χαμηλότερη τιμή καυσίμου.
Ο έμπορος μεταχειρισμένων οχημάτων Μπούρχαν Ασλάν λίγο έξω από το Βερολίνο δείχνει στο κατάστημά του ένα στέισον βάγκον BMW, το οποίο εδώ και μήνες «παραμένει στα αζήτητα» παρά την ελκυστική του τιμή: «Τέτοια οχήματα πωλούνταν σχεδόν αμέσως μέχρι πριν από μερικά χρόνια. Σήμερα όμως οι γερμανοί ενδιαφερόμενοι είναι επιφυλακτικοί. Διότι ακόμα δεν γνωρίζουν τι θα γίνει στο μέλλον. Θα απαγορευθεί η κυκλοφορία πετρελαιοκίνητων παλαιότερης γενιάς στις πόλεις ή όχι; Αυτό το ερώτημα απασχολεί τους περισσότερους πελάτες».
Τα απούλητα αυτοκίνητα έχουν οικονομικές επιπτώσεις για τους εμπόρους. Κάθε όχημα που παραμένει για καιρό στο κατάστημα συνεπάγεται κόστος. Συνολικά 27 οχήματα ντίζελ αναζητούν αγοραστή στο κατάστημά του Μπούρχαν Ασλάν. Και όσο δεν πωλούνται τόσο μειώνεται η αξία τους. Ο έμπορος εκτιμά πάντως ότι τα αυτοκίνητα ντίζελ έχουν απολέσει μέσα στα τελευταία χρόνια τουλάχιστον 20%-30% της αξίας τους στη γερμανική αγορά.
Παραμένει εύρωστη η γερμανική αγορά αυτοκινήτων
Είκοσι χιλιόμετρα από την επιχείρηση του Ασλάν βρίσκεται το κατάστημα αυτοκινήτων Κοχ. Εδώ ένας πελάτης ετοιμάζεται να αγοράσει ένα καινούργιο SUV με ντιζελοκινητήρα. Θεωρεί ότι η όλη συζήτηση γύρω από το ντίζελ είναι «λιγάκι υπερβολική», δηλώνει ότι εμπιστεύεται τους πετρελαιοκινητήρες νέας τεχνολογίας και είναι βέβαιος ότι εξασφαλίζουν χαμηλούς ρύπους και αποδοτικότητα.
Από την πλευρά του ο Τόμας Κοχ, διευθύνων σύμβουλος του ομώνυμου καταστήματος, εμφανίζεται αισιόδοξος για την πορεία της αγοράς αυτοκινήτων στη Γερμανία. Όπως λέει, οι πωλήσεις έχουν ανοδική τάση, απλά αλλάζουν οι προτιμήσεις: «Οι άνθρωποι μεταπηδούν από το ντίζελ σε βενζινοκινητήρες γι' αυτό και καταγράφεται αύξηση των πωλήσεων. Εμείς διαπιστώνουμε θετικές εξελίξεις, διότι οι αυξημένες πωλήσεις βενζινοκινητήρων εξισορροπούν και με το παραπάνω τις μειωμένες πωλήσεις ντίζελ».
Δύσκολη είναι από ό,τι όλα δείχνουν η κατάσταση κυρίως για τους εμπόρους μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. Για τον Μπούρχαν Ασλάν η μόνη διέξοδος για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στη γερμανική αγορά αυτοκινήτου είναι να ληφθούν κυβερνητικές αποφάσεις τόσο ως προς στην αντιμετώπιση του σκανδάλου με τους παραποιημένους ρύπους, όσο και για τις ενδεχόμενες απαγορεύσεις κυκλοφορίας ντίζελ στο κέντρο γερμανικών πόλεων. Μόνο έτσι, εκτιμά ο ίδιος, θα μπορέσει να πουλήσει όσα οχήματα ντίζελ παραμένουν επί μήνες στο κατάστημά του.
Μάλτε Ρόβερ / Στέφανος Γεωργακόπουλος

Σε ελεύθερη πτώση η ζήτηση ντιζελοκίνητων
Με αφορμή το Dieselgate οι Γερμανοί γυρνούν πλέον την πλάτη σε παλαιάς τεχνολογίας πετρελαιοκίνητα και στρέφονται σε νέους βενζινοκινητήρες. Χαμένοι αυτής της μετατόπισης οι έμποροι μεταχειρισμένων αυτοκινήτων.Μέχρι το ξέσπασμα του σκανδάλου με τους παραποιημένους ρύπους ντιζελοκινητήρων, οι κινητήρες πετρελαίου θεωρούνταν «καθαροί» και υπεράνω πάσης υποψίας. Όλα αυτά άλλαξαν ωστόσο άρδην τα τελευταία χρόνια και στη Γερμανία. Από μια το Dieselgate και από την άλλη το ενδεχόμενο απαγόρευσης κυκλοφορίας παλαιότερης γενιάς ντιζελοκίνητων στο κέντρο μεγάλων γερμανικών πόλεων αποτρέπουν πλέον πολλούς αγοραστές από την αγορά αυτοκινήτων ντίζελ παρά την χαμηλότερη κατανάλωση και την χαμηλότερη τιμή καυσίμου.
Ο έμπορος μεταχειρισμένων οχημάτων Μπούρχαν Ασλάν λίγο έξω από το Βερολίνο δείχνει στο κατάστημά του ένα στέισον βάγκον BMW, το οποίο εδώ και μήνες «παραμένει στα αζήτητα» παρά την ελκυστική του τιμή: «Τέτοια οχήματα πωλούνταν σχεδόν αμέσως μέχρι πριν από μερικά χρόνια. Σήμερα όμως οι γερμανοί ενδιαφερόμενοι είναι επιφυλακτικοί. Διότι ακόμα δεν γνωρίζουν τι θα γίνει στο μέλλον. Θα απαγορευθεί η κυκλοφορία πετρελαιοκίνητων παλαιότερης γενιάς στις πόλεις ή όχι; Αυτό το ερώτημα απασχολεί τους περισσότερους πελάτες».
Τα απούλητα αυτοκίνητα έχουν οικονομικές επιπτώσεις για τους εμπόρους. Κάθε όχημα που παραμένει για καιρό στο κατάστημα συνεπάγεται κόστος. Συνολικά 27 οχήματα ντίζελ αναζητούν αγοραστή στο κατάστημά του Μπούρχαν Ασλάν. Και όσο δεν πωλούνται τόσο μειώνεται η αξία τους. Ο έμπορος εκτιμά πάντως ότι τα αυτοκίνητα ντίζελ έχουν απολέσει μέσα στα τελευταία χρόνια τουλάχιστον 20%-30% της αξίας τους στη γερμανική αγορά.
Παραμένει εύρωστη η γερμανική αγορά αυτοκινήτων
Είκοσι χιλιόμετρα από την επιχείρηση του Ασλάν βρίσκεται το κατάστημα αυτοκινήτων Κοχ. Εδώ ένας πελάτης ετοιμάζεται να αγοράσει ένα καινούργιο SUV με ντιζελοκινητήρα. Θεωρεί ότι η όλη συζήτηση γύρω από το ντίζελ είναι «λιγάκι υπερβολική», δηλώνει ότι εμπιστεύεται τους πετρελαιοκινητήρες νέας τεχνολογίας και είναι βέβαιος ότι εξασφαλίζουν χαμηλούς ρύπους και αποδοτικότητα.
Από την πλευρά του ο Τόμας Κοχ, διευθύνων σύμβουλος του ομώνυμου καταστήματος, εμφανίζεται αισιόδοξος για την πορεία της αγοράς αυτοκινήτων στη Γερμανία. Όπως λέει, οι πωλήσεις έχουν ανοδική τάση, απλά αλλάζουν οι προτιμήσεις: «Οι άνθρωποι μεταπηδούν από το ντίζελ σε βενζινοκινητήρες γι' αυτό και καταγράφεται αύξηση των πωλήσεων. Εμείς διαπιστώνουμε θετικές εξελίξεις, διότι οι αυξημένες πωλήσεις βενζινοκινητήρων εξισορροπούν και με το παραπάνω τις μειωμένες πωλήσεις ντίζελ».
Δύσκολη είναι από ό,τι όλα δείχνουν η κατάσταση κυρίως για τους εμπόρους μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. Για τον Μπούρχαν Ασλάν η μόνη διέξοδος για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στη γερμανική αγορά αυτοκινήτου είναι να ληφθούν κυβερνητικές αποφάσεις τόσο ως προς στην αντιμετώπιση του σκανδάλου με τους παραποιημένους ρύπους, όσο και για τις ενδεχόμενες απαγορεύσεις κυκλοφορίας ντίζελ στο κέντρο γερμανικών πόλεων. Μόνο έτσι, εκτιμά ο ίδιος, θα μπορέσει να πουλήσει όσα οχήματα ντίζελ παραμένουν επί μήνες στο κατάστημά του.
Μάλτε Ρόβερ / Στέφανος Γεωργακόπουλος

Πρόστιμα σε εταιρείες που «μετανάστευσαν»
Επιχειρήσεις που έχουν μεταφέρει την έδρα τους εκτός Ιταλίας παρότι είχαν λάβει προηγουμένως κρατικές ενισχύσεις, βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένα πρόστιμα που επιβάλλει η νέα ιταλική κυβέρνηση.Πρόκειται για το λεγόμενο « κυβερνητικό διάταγμα για την αξιοπρέπεια». Η ιταλική κυβέρνηση με τον τρόπο αυτό επιβάλλει πρόστιμα στις επιχειρήσεις που έλαβαν κρατική βοήθεια, αλλά στην συνέχεια μεταφέρθηκαν στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τα νέα μέτρα, οι επιχειρήσεις αυτές θα πρέπει να πληρώσουν πρόστιμο μέχρι και τέσσερις φορές μεγαλύτερο από την ενίσχυση που τους δόθηκε.
Ουσιαστικά, κάθε εταιρεία που λαμβάνει κρατική βοήθεια για πέντε χρόνια δεν θα μπορεί να φύγει στο εξωτερικό. Διαφορετικά, θα πληρώνει αμέσως τις προβλεπόμενες κυρώσεις. Το νέο διάταγμα ισχύει και για την μεταφορά επιχειρήσεων σε χώρες εντός ΕΕ, όπως και σε περίπτωση φορολογικών ελαφρύνσεων.
Με τον τρόπο αυτό τα Πέντε Αστέρια προσπαθούν να απαντήσουν στη μεγάλη κινητικότητα που έδειξαν η Λέγκα και ο αρχηγός της Ματτέο Σαλβίνι. Ο υπουργός Εργασίας, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και αρχηγός των Πέντε Αστέρων Λουίτζι Ντι Μάιο, δήλωσε ότι «είναι το πρώτο, αναγκαίο βήμα».
Πληγή για την ιταλική οικονομία
Όντως, η λεγόμενη «μετανάστευση των επιχειρήσεων», ακόμη και της ιστορικής βιομηχανίας αυτοκινήτων Fiat, είναι μια μεγάλη πληγή για την ιταλική οικονομία. Παράλληλα, στα νέα μέτρα της κυβέρνησης περιλαμβάνεται η μείωση των συμβάσεων περιορισμένου χρόνου: μετά από το πολύ 24 μήνες θα είναι υποχρεωτική η πρόσληψη των εργαζομένων με συμβόλαιο αορίστου χρόνου.
Η κυβέρνηση των Πέντε Αστέρων και της Λέγκας αποφάσισε και την μερική τροποποίηση των μέτρων για το εργασιακό που είχε λάβει η κεντροαριστερή κυβέρνηση του Ματτέο Ρέντσι. Στο εξής όποιος εργοδότης απολύει τους νεοπροσληφθέντες υπαλλήλους του χωρίς βάσιμη αιτία θα πρέπει να καταβάλει υψηλότερη αποζημίωση απ’ ότι στο παρελθόν, κατά 50%.
Πολλοί σχολιαστές υπογραμμίζουν ότι προς το παρόν δεν πρόκειται για τις θεαματικές αλλαγές που είχε υποσχεθεί το κίνημα Πέντε Αστέρων καθ’ όλη την προεκλογική περίοδο. Στενοί συνεργάτες του Ντι Μάιο απαντούν ότι έγινε ό,τι ήταν δυνατόν, χωρίς να προκληθεί σύγκρουση με την Ευρώπη λόγω «εκτροχιασμού» της δημόσιας οικονομίας.
Αθανασία Συγγελλάκη, Ρώμη

Πρόστιμα σε εταιρείες που «μετανάστευσαν»
Επιχειρήσεις που έχουν μεταφέρει την έδρα τους εκτός Ιταλίας παρότι είχαν λάβει προηγουμένως κρατικές ενισχύσεις, βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένα πρόστιμα που επιβάλλει η νέα ιταλική κυβέρνηση.Πρόκειται για το λεγόμενο « κυβερνητικό διάταγμα για την αξιοπρέπεια». Η ιταλική κυβέρνηση με τον τρόπο αυτό επιβάλλει πρόστιμα στις επιχειρήσεις που έλαβαν κρατική βοήθεια, αλλά στην συνέχεια μεταφέρθηκαν στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τα νέα μέτρα, οι επιχειρήσεις αυτές θα πρέπει να πληρώσουν πρόστιμο μέχρι και τέσσερις φορές μεγαλύτερο από την ενίσχυση που τους δόθηκε.
Ουσιαστικά, κάθε εταιρεία που λαμβάνει κρατική βοήθεια για πέντε χρόνια δεν θα μπορεί να φύγει στο εξωτερικό. Διαφορετικά, θα πληρώνει αμέσως τις προβλεπόμενες κυρώσεις. Το νέο διάταγμα ισχύει και για την μεταφορά επιχειρήσεων σε χώρες εντός ΕΕ, όπως και σε περίπτωση φορολογικών ελαφρύνσεων.
Με τον τρόπο αυτό τα Πέντε Αστέρια προσπαθούν να απαντήσουν στη μεγάλη κινητικότητα που έδειξαν η Λέγκα και ο αρχηγός της Ματτέο Σαλβίνι. Ο υπουργός Εργασίας, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και αρχηγός των Πέντε Αστέρων Λουίτζι Ντι Μάιο, δήλωσε ότι «είναι το πρώτο, αναγκαίο βήμα».
Πληγή για την ιταλική οικονομία
Όντως, η λεγόμενη «μετανάστευση των επιχειρήσεων», ακόμη και της ιστορικής βιομηχανίας αυτοκινήτων Fiat, είναι μια μεγάλη πληγή για την ιταλική οικονομία. Παράλληλα, στα νέα μέτρα της κυβέρνησης περιλαμβάνεται η μείωση των συμβάσεων περιορισμένου χρόνου: μετά από το πολύ 24 μήνες θα είναι υποχρεωτική η πρόσληψη των εργαζομένων με συμβόλαιο αορίστου χρόνου.
Η κυβέρνηση των Πέντε Αστέρων και της Λέγκας αποφάσισε και την μερική τροποποίηση των μέτρων για το εργασιακό που είχε λάβει η κεντροαριστερή κυβέρνηση του Ματτέο Ρέντσι. Στο εξής όποιος εργοδότης απολύει τους νεοπροσληφθέντες υπαλλήλους του χωρίς βάσιμη αιτία θα πρέπει να καταβάλει υψηλότερη αποζημίωση απ’ ότι στο παρελθόν, κατά 50%.
Πολλοί σχολιαστές υπογραμμίζουν ότι προς το παρόν δεν πρόκειται για τις θεαματικές αλλαγές που είχε υποσχεθεί το κίνημα Πέντε Αστέρων καθ’ όλη την προεκλογική περίοδο. Στενοί συνεργάτες του Ντι Μάιο απαντούν ότι έγινε ό,τι ήταν δυνατόν, χωρίς να προκληθεί σύγκρουση με την Ευρώπη λόγω «εκτροχιασμού» της δημόσιας οικονομίας.
Αθανασία Συγγελλάκη, Ρώμη





