Του Γιώργου Καπράνου

Η θεια-Αμαλία είχε κάνει του κόσμου τα ταξίδια. Από το καθένα κάτι θυμόταν να μας διηγηθεί. Εμπειρίες δύσκολες που όταν τις ακούς γεμίζουν με δάκρυα τα μάτια και άλλες φορές σκάζεις απ΄ τα γέλια.

Όταν ο μικρός της γιός ο Σπύρος, εκπαιδευτικός, αποσπάσθηκε στη Γερμανία «κατόπιν ενεργειών» του τότε υπουργού Παιδείας, αντιμετώπισε πρόβλημα με το νεογέννητο κοριτσάκι του. Κάποιος έπρεπε να κρατάει το παιδί, γιατί και οι δυο τους ,άντρας και γυναίκα, δούλευαν στα ελληνικά σχολεία. Έτσι η ανάγκη «αποσπά» τη γιαγιά στην ξενιτειά.

Όλα ήταν δύσκολα. Μεγάλη γυναίκα, πώς να προσαρμοσθεί σε μια μεγαλούπολη. Πολλές φορές τραγουδούσε, λες κι έλεγε μοιρολόγι:

«Την ξενιτειά, την ορφανιά, την πίκρα, την αγάπη,
τα τέσσερα τα ζύγιασαν, βαρύτερα ειν’ τα ξένα.
Ο ξένος εις την ξενιτειά πρέπει να βάνει μαύρα,
για να ταιριάζει η φορεσιά με της καρδιάς τη λάβρα.»

Ο Σπύρος της είπε το ένα, της έδειξε το άλλο, γενικά τι να προσέχει για να μην έχει μπερδέματα και φασαρίες. Η γιαγιά δεν μπορούσε να καταλάβει το γιατί απαγόρευαν οι γερμανοί, παραδείγματος χάριν, να μαζεύει χόρτα στα πάρκα.

«Κάτι ραδίκια, να! έτσι χαμένα πήγαιναν» έλεγε και ξανάλεγε.

Η ζωή κυλούσε ήρεμα. Το μεγαλύτερο όμως από τα παράπονά της ήταν που δεν μπορούσε να συνεννοηθεί, να πει δυο κουβέντες στους ανθρώπους που τη χαιρετούσαν. Γιατί όλοι στη γειτονιά γνώριζαν πως ήταν η μάνα του Έλληνα δάσκαλου, και της έδειχναν σεβασμό.

Την καλημέριζαν, την φωτογράφιζαν με το μαύρο της τσεμπέρι, της έδειχναν τέλος πάντων την αγάπη τους. Αυτή έσκαζε από το κακό της γιατί ήταν ανοιχτός άνθρωπος, της παρέας και του καλαμπουριού, γυναίκα που άνοιγε την καρδιά της να χωρέσει ο κόσμος όλος. Όλο με νοήματα προσπαθούσε να επικοινωνήσει μα του κάκου.

Κάθε πρωινό ,όταν ο καιρός το επέτρεπε, έπαιρνε με το καρότσι τη μικρή Αμαλίτσα και την κορδοπάταγε γύρω στο τετράγωνο. Στη γωνία, πιο κάτω από το σπίτι τους, έμενε η κυρία Χίλντα, η καθαρίστρια του Σχολείου στο οποίο δίδασκε ο Σπύρος.

Μόλις είδε τη γιαγιά η κα Χίλντα, αμέσως τη γνώρισε και πήγε κοντά στο φράχτη της αυλής και «άρχισαν» την κουβέντα.

«Καλημέρα, κα Αμαλία».

Η γιαγιά δεν κατάλαβε κουβέντα. Φοβήθηκε, ντράπηκε, πάντως πήγε να φύγει.

Η κα Χίλντα βάλθηκε με νοήματα να την βοηθήσει να καταλάβει πως είχαν γνωριστεί, και πως είναι η καθαρίστρια στο σχολείο που εργάζεται ο Σπύρος.

Η γιαγιά από όσα άκουσε συγκράτησε τη φράση «ΠΟΥΤΣΕΝ ΦΡΑΟΥ**» και της λέει:

«Δεν έχω απ΄ αυτό τσούπα μου. Χήρα γυναίκα είμαι κι εγώ τόσα χρόνια. Τράβα στην ευχή του Θεού και της Παναγίας» κι έφυγε βιαστικά για το σπίτι.

Όταν επέστρεψε στο σπίτι ο Σπύρος, τη ρώτησε πώς τα πέρασε, πού πήγε βόλτα, ποιον συνάντησε, τα συνηθισμένα.

«Άκου Σπύρο μου, είπε συνωμοτικά η γιαγιά Αμαλία, εκείνη η κοκκινο-μάλλα στη γωνία δεν είναι καλή γυναίκα. Εγώ τη ρώτησε τι κάνει κι εκείνη έλεγε, έλεγε, μα καταλάβαινα και τι έλεγε, και στο τέλος μου ζήτησε αντρικό πράμα!»