Του Αποστόλη Ζώη.

Οι γιορτές των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων είναι από τις πιο σπουδαίες χριστιανικές γιορτές. Γιορτάζονται στην καρδιά του χειμώνα, όπου οι άνθρωποι αρχίζουν να προσμένουν τον ερχομό της άνοιξης, που συμβολίζει την αισιοδοξία, την προσδοκία της χαράς και της δημιουργίας, της νέας ζωής.

Στον τόπο μας τα έθιμα των γιορτών των Χριστουγέννων είναι πάρα πολλά, περισσότερα από κάθε άλλη γιορτή, έχουν ιδιαίτερο συμβολισμό και παρά την άλωση που έχει φέρει η νέα εποχή, πολλά είναι παρόντα και σήμερα σε πολλές οικογένειες και αρκετές κοινωνίες.

Για τα έθιμα αυτά που ήταν στη μέγιστη έξαρση σε προηγούμενες εποχές και πολλά εξακολουθούν να ζουν και σήμερα έστω και με τις προσαρμογές και επιδράσεις που έχουν δεχθεί, θα προσεγγίσουμε με τον κ. Γεώργιο Παπαβασιλείου, επί σειρά ετών σχολικός σύμβουλος Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Τρικάλων.

 

 

ΕΡ.      Κύριε Παπαβασιλείου, ποιες σκοπιμότητες, τι αναζητεί ο άνθρωπος, η τοπική κοινωνία μέσα από τα έθιμα των Χριστουγεννιάτικων γιορτών;

 

ΑΠ.     Τα έθιμα των γιορτών των Χριστουγέννων του Δωδεκαημέρου όπως λέγονται, δίνουν την          ευκαιρία να χαρούν οι άνθρωποι τη μετάβαση από τη χειμωνιάτικη περίοδο και το σκοτάδι,

            στο φως της άνοιξης, τη βλάστηση, την καινούργια ζωή.

            Επιχειρούν να εξασφαλίσουν ευτυχία για τον καινούργιο χρόνο που έρχεται.

Ακόμα θέλουν να τονώσουν το θρησκευτικό και οικογενειακό αίσθημα, ιδιαίτερα με τις εκκλησιαστικές αλλά και τις σπιτικές γιορτές των Χριστουγέννων, του Αγίου Βασιλείου και των Φώτων.

 

ΕΡ.      Πώς μπορούν; Με ποια έθιμα πετυχαίνουν αυτούς τους τρεις σκοπούς, τη μετάβαση προς την άνοιξη, την ευτυχία του καινούργιου χρόνου, την ενίσχυση της θρησκευτικής και οικογενειακής ζωής;

 

ΑΠ.     Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι η προσδοκία της άνοιξης επιδιώκεται με το χριστουγεννιάτικο δέντρο, τους πολύχρωμους φωτισμούς, το αναμμένο τζάκι, το κυνηγητό των Καλλικαντζάρων, τον Αγιασμό των νερών.

            Η προσδοκία της καλής χρονιάς που έρχεται επιδιώκεται με τα κάλαντα, τις ευχές και τα δώρα, τα τυχερά παιχνίδια, το άλειμμα της βρύσης με τα καλά του σπιτιού.

Η ενίσχυση της θρησκευτικής και οικογενειακής ζωής γίνεται μέσα από την προετοιμασία του Σαρανταλείτουργου, τις ακολουθίες και τους ύμνους των Χριστουγέννων και των Φώτων, με την ωραία ψαλτική τους αλλά και με την οικογενειακή ζωή, κάτι που σήμερα δέχεται ισχυρό κλονισμό, τα οικογενειακά γεύματα και δείπνα, τις κουλούρες, τις βασιλόπιτες, τις γιορτές, τις επισκέψεις, τους κοινούς χορούς.

 

ΕΡ.      Μετά από τη γενική αυτή αναφορά και εισαγωγή μπορούμε να αναφερθούμε στα έθιμα της κάθε γιορτής αρχίζοντας από τα Χριστούγεννα. Πώς οι Τρικαλινοί γιόρταζαν παλαιότερα και ίσως γιορτάζουν και σήμερα πολλά από τα παλιά; Να αρχίσουμε από τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα;

 

ΑΠ.     Από καιρό τα αγόρια ετοίμαζαν τις παρέες τους και ξυπνούσαν νύχτα την Παραμονή, πριν τους βρει ο ήλιος, να αναγγείλουν την Γέννηση του Χριστού, το μέγιστο αυτό δώρο στους ανθρώπους, του ήλιου της δικαιοσύνης, την καταδεκτικότητα του Θεού να γίνει άνθρωπος για να σώσει τον άνθρωπο.

Οι νοικοκυρές ήταν πάντοτε έτοιμες να δώσουν στο κάθε παιδί, την καραμέλα, το καρύδι, το κάστανο, την τσιγαρίδα και σε λίγες φορές τη δεκάρα.

Η παρέα τραγουδούσε ολόκληρο το τραγούδι και έκλεινε με την ευχή και του χρόνου.

Μετά τα κάλαντα τραγουδούσαν τα παινέματα που ήταν μια ευχή, ένας έπαινος, μια διαπίστωση για κάτι το αξιόλογο που είχε το σπίτι.

Για παράδειγμα στην Πιαλεία τραγουδούσαν στο νοικοκύρη:

«Σε τουτ’ το σπίτι που ’ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει

κι ο νοικοκύρης του σπιτιού ποτέ κακό μην πάθει,

να ζήσει χρόνους εκατό, εξάμηνα διακόσια

να καρτερεί τους φίλους του κι όλους τ’ς αγαπημένους.

Είχαν τραπέζια έμορφα, γυαλιά παραγιομάτα».

Δεν έλειπαν βέβαια και τα σκωπτικά τραγούδια όταν κανέναν δεν υποδεχόταν τα παιδιά:

«Αφέντη μου σαν τάβλα στην γεμάτα καλιακούδια…», τραγουδούσαν στην Φαρκαδόνα.

 

ΕΡ.      Πολλά έθιμα είχαν και για το γουρούνι που έσφαζαν τις παραμονές των Χριστουγέννων. Ήταν αυτό που τους εξασφάλισε θρεπτική τροφή μετά από μια περίοδο νηστείας.

 

ΑΠ.     Το θρεφτό χοιροσφάγιο ήταν ένα μικρό γουρουνάκι που το αγόραζαν στην αρχή της χρονιάς, το είχαν στην αυλή του σπιτιού και το έτρεφαν, ως παμφάγο ζώο, με όλα τα περισσεύματα και με τις παραγωγές της κάθε εποχής. Γάλα, τυρόγαλα, χόρτα, κολοκύθια, καρπούζια, μήλα, κάστανα και τις τελευταίες σαράντα ημέρες πίτουρα και μπομπότα για να βάλει μπόλικο λίπος.

Τις παραμονές των Χριστουγέννων γινόταν παρέες ανδρών σε κάθε γειτονιά και έσφαζαν το γουρούνι. Τίποτα δεν περίσσευε. Ένα μεγάλο μέρος από το κρέας γινόταν λουκάνικα, το υπόλοιπο παστό σε μεγάλα δοχεία ή μέσα στο λίπος για να διατηρηθεί. Το λίπος το έλιωναν και το έβαζαν σε μεγάλα δοχεία για να περάσουν όλη τη χρονιά, είχε τη θέση που έχει σήμερα το λάδι. Έκαναν τις τσιγαρίδες και την «αλευριά» με πράσσα που την είχαν σε κάθε περίπτωση.

Με το κεφάλι και τα πόδια του πατσά, με τα εντόσθια την τηγανιά, με το δέρμα τα γουρουνοτσάρουχα ή τα σαμάρια των ζώων.

Ένα μέρος από όλα αυτά θα έδιναν στο φτωχό, στο γείτονα που του ψόφησε το γουρούνι, στον ξενιτεμένο, είχαν την έγνοια για το διπλανό, το χωριανό, τον παραπονεμένο, τον ξενιτεμένο.

Από το μπροστινό μέρος τον «αετό» και τη σπλήνα έκαναν πρόβλεψη του καιρού, κάτι που ασφαλώς τους ενδιέφερε και για τα ζώα, πώς θα ξεχειμωνιάσουν και για τις νέες καλλιέργειες που θα ξεκινούσαν.

Σειρά και τάξη είχαν και στην κατανάλωσή του. πρώτα τα εντόσθια με τις τηγανιές, μια και δεν διατηρούνται πολύ, μετά ο πατσάς, το κρέας με οικονομία και τα λουκάνικα, το πιο καλό φαγητό, που διατηρούνταν για μεγάλο διάστημα, τα φώτα, αφού έπρεπε να τα φωτίσει πρώτα ο παπάς.

 

ΕΡ.      Πολλές είναι οι αναφορές και για τους Καλλικαντζάρους που έρχονται τα Χριστούγεννα και μένουν μέχρι τα Φώτα. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος των μικρών.

 

ΑΠ.     Οι Καλλικάντζαροι, τα Καρκαντζάλια, όπως λέγονται στον τόπο μας έφταναν την παραμονή των Χριστουγέννων και έφευγαν του Σταυρού με τον αγιασμό του ιερέα όλου του χώρου.

Είναι η νεότερη λαϊκή μυθολογία.

Ο μύθος τα θέλει τριχωτά, μαλλιαρά, μικρόσωμα, ευκίνητα, που μπαίνουν από τις καμινάδες, τα ανοιχτά παράθυρα, γυρίζουν στις αποθήκες όλη τη νύχτα και φεύγουν μόνο με το λάλημα του πετεινού, το φως της ημέρας. Φοβούνται τη φωτιά, το θυμίαμα, το σκρούμπο, τον αγιασμό. Κάνουν όλες τις αταξίες και σκανδαλιές. Ανακατεύουν την κουζίνα, μαγαρίζουν τα τρόφιμα, ψαχουλεύουν, πειράζουν τα ρούχα, τα υφαντά.

Γι’ αυτό έπρεπε να μένουν μακρυά από το σπίτι με το πάντρεμα της φωτιάς, το κάψιμο της αγριοκερασιάς, το πέταγμα του αλατιού στη φωτιά, το κλείσιμο του σπιτιού με το σούρουπο.

Ήταν αντίθετα με τα νυχτέρια και τον αργαλειό. Αν η νοικοκυρά καθόταν στον αργαλειό εκείνο το βράδυ μαδούσαν τις τρίχες τους και τις πετούσαν στο υφαντό λέγοντας: «Όσες τρίχες, τόσες τρύπες». Το ίδιο και με τους μύλους που δεν τους ήθελαν να δουλεύουν το Δωδεκαήμερο. Είναι γνωστός ο μύθος με τη Μάρω και την Κάλλω που πήγαν διαδοχικά να αλέσουν, πώς η μία ξεγέλασε και πώς η άλλη δεινοπάθησε.

Έφευγαν το πρωί του Σταυρού γιατί τα έκανε «ο παπάς με την αγιαστούρα κι η παπαδιά με τη βρεχτούρα».

 

ΕΡ.      Είναι πολλά τα έθιμα των Χριστουγέννων και πολύ ενδιαφέροντα. Οι ακολουθίες, τα οικογενειακά τραπέζια, οι επισκέψεις.

 

ΑΠ.     Η χριστιανική πίστη κατόρθωσε να μεταστρέψει όλες σχεδόν τις προχριστιανικές συνήθειες και να κάνει κέντρο την ορθόδοξη λατρεία, τις αρχές και τις αξίες των Χριστιανών.

Η λειτουργία των Χριστουγέννων ήταν μια κορυφαία οικογενειακή και κοινωνική παρουσία, μετά από μια προετοιμασία σαράντα ημερών, με το Σαρανταλείτουργο, τις γιορτές των αγίων που είχαν προηγηθεί.

Όλοι στην εκκλησία, καθαροί, με τα καλά τους, να κοινωνήσουν, να σηκώσουν το ύψωμα του Χριστού, να αλλάξουν ευχές, να φάνε στο σπίτι όλοι μαζί, τις χριστοκουλούρες, την τηγανιά, τη σούπα, το πρασοσέλινο, τη γουρουνάδα, να οργανώσουν τα οικογενειακά γλέντια, να επισκεφθούν τους εορτάζοντες.

Στο Βαλτινό, όπως αναφέρει ο Ευάγγ. Στάθης, η μάνα έκανε το «πάντρεμα της φωτιάς», έριχνε αλάτι στη φωτιά για να ευχηθεί: «Φέρω γεια, φέρω χαρά, φέρω νύφες και γαμπροί, φέρω πρόβατα, αρνιά, κατσίκια, γελάδια, τπρρρρ! τπρρρρ! τα πλάκια μ’».

Το ίδιο και στα Μεγ. Καλύβια, το Παλαιομονάστηρο, όπου το πάντρεμα της φωτιάς το έκανε ο γεροντότερος της οικογένειας.

 

ΕΡ.      Μεσολαβούσε ένα ικανό διάστημα μέχρι την Πρωτοχρονιά, που ήταν και αυτό ασφαλώς εορταστικό.

 

ΑΠ.     Τη δεύτερη ημέρα η γιορτή της Παναγίας και την τρίτη η γιορτή του Αγίου Στεφάνου, που ήταν ημέρες γιορτών με ξεκούραση, ανταλλαγή επισκέψεων και παράλληλα τακτοποίηση όλου του χοιροσφάγιου, όπως το λιώσιμο της λίπας, το μαγείρεμα «της αλευριάς».

            Δεν έλειπαν τη δεύτερη ή τρίτη ημέρα και οι χοροί στο χοροστάσι του χωριού.

 

ΕΡ.      Η Πρωτοχρονιά είναι ένας σταθμός, σηματοδοτεί την αλλαγή του χρόνου, την προσδοκία για καλή χρονιά, τον ερχομό του Άι-Βασίλη.

 

ΑΠ.     Πράγματι, η Πρωτοχρονιά αποτελεί την προσδοκία για «τον καλό το χρόνο».

            Ο Άγιος Βασίλης με την προσωπικότητά του δίνει ζωή και αίγλη στη γιορτή, είναι αυτός που φέρει, που χορηγεί την ευλογία, που τόσο την προσδοκά κάθε άνθρωπος στην αρχή του χρόνου, για να ελπίζει ότι όλα θα πάνε καλά.

Για να εξασφαλίσει αυτή την καλοχρονιά επιχειρεί να πάρει με το μέρος του όλους τους οιωνούς που μπορούν να βοηθήσουν.

 

ΕΡ.      Έχουμε, λοιπόν, όπως όλοι ξέρουμε, και εδώ, όπως και τα Χριστούγεννα, τα Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα, που αναγγέλλουν την καλή αρχή του χρόνου.

 

ΑΠ.     Ναι, στα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς που τραγουδούν τα αγόρια όπως και τα Χριστούγεννα, την παραμονή της Πρωτοχρονιοάς αναγγέλλουν τον ερχομό του Άι-Βασίλη.

                        «Άγιος Βασίλης έρχεται, Γινάρης ξημερώνει…

            Έχει υπερφυσική δύναμη, αφού η πατερίτσα ήταν χλωριά κι απόλυσε κλωνάρι,

            κλωνάρι χρυσοκλώναρο, χρυσοκομποδιασμένο».

Είναι ο άνθρωπος της προκοπής που μαθαίνει γράμματα.

«Σαν έρ’σαι από το δάσκαλο, πες μας την αλφαβήτα».

Σε πολλά χωριά τα παιδιά είχαν ζωσμένα κουδούνια που τα χτυπούσαν για να φύγουν τα Καρκαντζάλια, το κακό και να επικρατήσει το καλό, ο Άι-Βασίλης.

 

ΕΡ.      Η αλλαγή του χρόνου πώς αναγγέλλεται; Έχουμε κι εδώ έθιμα που ορίζουν τη στιγμή, όχι βέβαια όπως σήμερα στην τηλεόραση.

 

ΑΠ.     Την αλλαγή του χρόνου νοηματοδοτούσε το λάλημα του πετεινού τα μεσάνυχτα, όταν τα ρολόγια δεν υπήρχαν.

Την υποδέχονταν με τρεις τουφεκιές τα μεσάνυχτα, για να διώξουν το κακό, να υπερισχύσει η δύναμη.

Τα κορίτσια πήγαιναν στη βρύση να την αλείψουν με όλα τα γεννήματα, τα καλά του σπιτιού, λίπα, σιτάρι, καλαμπόκι, φασόλια, για να τρέχουν τα καλά όλο το χρόνο όπως τρέχει η βρύση. Όπως τρέχει το νερό, να τρέχει και το βιο. Πίσω θα έφερναν το «αμίλητο νερό». Με αυτό θα λούζονταν και στον ύπνο τους θα έβλεπαν το παλικάρι που θα παντρεύονταν.

Στα Μεγ. Καλύβια θέλουν να πάρουν κάτι από το διπλανό τους, να πάρουν το γούρι, λίγο άχυρο, έναν καρπό…

 

ΕΡ.      Την υποδοχή βέβαια του νέου χρόνου, τον ερχομό του Άι-Βασίλη τον γιόρταζαν και με τον εκκλησιασμό.

 

ΑΠ.     Στις μεγάλες γιορτές ήταν πάντοτε εμφανής η συνοχή της οικογένειας. Έτσι και την Πρωτοχρονιά, όλη η οικογένεια, με τα καλά της στην εκκλησία, να γιορτάσουν τον ερχομό του νέου χρόνου, να ευχηθούν οπ ένας στον άλλο «καλή χρονιά», και όχι όπως σήμερα, όπου στις περισσότερες περιπτώσεις το ξενύχτι στα κέντρα δεν φανερώνει την οικογενειακή συνοχή.

Σε πολλά, μάλιστα, χωριά υπήρχε κοινωνική ιεραρχία. Μετά την εκκλησία έβγαινε πρώτος στο χαγιάτι ο μεγαλύτερος χωριανός, ακολουθούσε ο δεύτερος αφού έπαιρνε την ευχή του πρώτου, ο τρίτος την ευχή των προηγουμένων…

 

ΕΡ.      Η υποδοχή του νέου χρόνου συνδυάζεται με την καλή τύχη, όλοι θέλουν να έχουν την πρώτη ημέρα κάτι κερδίσει, για να γίνεται έτσι όλο το χρόνο. Πρώτα με τη βασιλόπιτα και μετά με τα τυχερά παιχνίδια.

 

ΑΠ.     Πράγματι η βασιλόπιτα είναι η πίτα που γίνεται μια φορά το χρόνο. Γίνεται με πολλά φύλλα, με κομμάτια χοιρινού κρέατος, γλυκό τραχανά και μέσα η νοικοκυρά πέρα από το νόμισμα, έβαζε σπόρους από σιτάρι, καλαμπόκι, όσπρια, άχυρο, κομμάτι από κλίμα. Η κοινωνία εκείνη θέλει όλοι κάτι να βρουν, να ελπίζουν όλοι, σε αντίθεση με τη σημερινή που κυρίως στοχεύει στον ένα, μόνο νόμισμα, μόνο ένας ο τυχερός. Το εμείς έγινε εγώ και όχι μόνο στη βασιλόπιτα. Και βλέπουμε την πορεία της σημερινής οικογένειας και κοινωνίας.

Αυτοσχέδια τυχερά παιχνίδια με κάστανα, με καρύδια, έπαιζε για το καλό η οικογένεια το βράδυ.

Στο μεσημεριανό τραπέζι πέρα από τη βασιλόπιτα, που έκοβε ο πατέρας, αφού πρώτα τη σταύρωνε – το σημείο του σταυρού γινόταν πριν αρχίσουν οτιδήποτε πάντοτε – ήταν και η βασιλόκλουρα, την οποία κεντούσαν οι νοικοκυρές με το ψαλίδι και τα πιρούνια. Τα θέματα ήταν πάντοτε από την οικογενειακή, την γεωργική και ποιμενική ζωή.

Επίσκεψη έκαναν οι νιόπαντροι, τα κουμπαρούδια στο νουνό να πάρουν την ευχή.

 

ΕΡ.      Για να είναι όμως καλή η χρονιά της οικογένειας ασφαλώς έπρεπε να είναι και των ζώων. Έπρεπε και αυτά να πάρουν τις ευχές τους, την ευλογία τους.

 

ΑΠ.     Μια βασιλοκουλούρα ο νοικοκύρης την έσπαζε στα κέρατα του βοδιού ή στη ράχη του κριαριού, στα Μεγ. Καλύβια, όπως αναφέρει ο Νικ. Χιώτης. Κομμάτια έδιναν στα ζώα να έχουν προκοπή όλο το χρόνο. Μια άλλη κουλούρα μαζί με το κοτόπουλο και τυρί την πήγαιναν στην εκκλησία, να διαβαστεί, να πάρει ο παπάς, οι φτωχοί, να αλλάξουν μεταξύ τους οι οικογένειες.

 

ΕΡ.      Τελευταία αλλά μεγάλη γιορτή τα Φώτα, ο αγιασμός των νερών, το τέλος του Δωδεκαημέρου. Έχουμε και εδώ αρκετά έθιμα.

 

ΑΠ.     Την παραμονή των Φώτων, εορτή του Τιμίου Σταυρού, ημέρα νηστείας, τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα των Φώτων, αγόρια και κορίτσια.

            «Ήρθαν τα Φώτα τα χρυσά, τα άγια και τα θαυμαστά…»

ή «Σήμερα ειν’ τα Φώτα κι ο φωτισμός…»

με κατάληξη το αίτημα:

«νομ’ τχια τη φώτα, να πάω και παρέκεια…

Οι νοικοκυρές συνήθως έδιναν «φώτες», μικρά κουλουράκια που είχαν κάνει για το σκοπό αυτό. Μεγάλη «φώτα» έκαναν για τον παπά που περνούσε να αγιάσει το σπίτι και το βιος και μικρότερη για τον τσοπάνη, τα κουμπαρούδια.

            Έφευγαν οι Καλλικάντζαροι γιατί τους έκαιε ο αγιασμός.

Ανήμερα τα Φώτα όλη η οικογένεια στην εκκλησία, τ\να φωτισθούν, να πάρουν αγιασμό, να ραντίσουν τα κτήματα, τα ζώα, τις παραγωγές για να μην μπορεί να πλησιάσει το κακό.

Το μεσημέρι χόρευαν στην πλατεία, ήταν μια καλή ευκαιρία να ιδωθούν, να ιδούν κυρίως τα νέα κορίτσια να γίνει κάποιο προξενιό.

Πρώτος πάντα στο χορό ο παπάς.

 

ΕΡ.      Έχουμε βέβαια και τις σχετικές μεταμφιέσεις.

 

ΑΠ.     Κατάλοιπα προχριστιανικά. Δεν πρέπει βέβαια να παραγνωρίζουμε ότι, με το παλιό μάλιστα ημερολόγιο, η μέρα έχει αρχίσει να μεγαλώνει και η προσδοκία της άνοιξης, της νέας σοδειάς, της νέας ζωής, αρχίζει.

            Τα Ρογκατσάρια, η νύφη και ο γαμπρός, η γκαμήλα, είναι τα κυριότερα μοτίβα. Απλά, ανεπιτήδευτα, που καταλήγουν το βράδυ σε ολονύκτιο γλέντι.

 

ΕΡ.      Έτσι ήταν τα βασικά έθιμα του Δωδεκαημέρου, μπορούμε να πούμε, που έδιναν νόημα σε έναν άλλο τρόπο ζωής.

 

ΑΠ.     Ναι, περιληπτικά έτσι οι Τρικαλινοί γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο, δεν ήταν δυνατό να τα αναφέρουμε όλα. Κλείνοντας μπορούμε να πούμε ότι τα έθιμα τα πιο πολλά προχριστιανικά, κατάφερε η ορθόδοξη πίστη να τα μεταλλάξει και να γίνει κέντρο η ορθόδοξη λατρεία. Όπου αυτό δεν το κατόρθωσε πλήρως, τα ανέχθηκε και τα άμβλυνε. Σηματοδοτούν το φως, τη ζωή, το ξόρκισμα του σκότους και του κακού και δίνουν νόημα στην οικογενειακή ζωή, στην ζωή των κοινωνιών της υπαίθρου, όπου όλοι πρωταγωνιστούν και όλοι χαίρονται. Η σημερινή κοινωνία ασφαλώς μπορεί να μην μπορεί να τα επαναλάβει, μπορεί όμως να βρει σ’ αυτά σημαντικά στοιχεία μιας γνήσιας ζωής.