Το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και το  Goethe Institut  Thessaloniki παρουσιάζουν την έκθεση του Γερμανού φωτογράφου Ingo Dünnebier με τίτλο «Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη» σε επιμέλεια Ηρακλή Παπαϊωάννου. Η έκθεση τελεί υπό την αιγίδα του Γενικού Προξενείου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και θα διαρκέσει από τις 23 Απριλίου έως και τις 9 Ιουνίου 2013.

 

Η φωτογραφική σχέση του Ingo Dünnebier με τη Θεσσαλονίκη είναι ασυνήθιστη. Ως επαγγελματίας δημιούργησε ένα έργο πολύπτυχο, ασκούμενος στις περισσότερες δυνατές εφαρμογές του μέσου. Στο καλλιτεχνικό του έργο αντίστοιχα συναντά κανείς πολύ πρωτότυπες ενότητες, όπως τα Αποτυπώματα (1994) ή τα Blisters (2007), με ιδιαίτερα εικαστικά χαρακτηριστικά χωρίς όμως να πρωταγωνιστεί σ’ αυτές η πόλη. Παράλληλα και ανεξάρτητα στα εικοσιπέντε χρόνια που ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη, ανέπτυξε μια προσωπική φωτογραφική σχέση με την πόλη, απεικονίζοντάς την σε όλες τις δυνατές προσωπικές στιγμές και διαθέσεις: φωτογραφίες επίσημες ή ανεπίσημες, στο κέντρο ή στα περίχωρα, ιδιωματικά στιγμιότυπα ή νυχτερινά τοπία, ανακαλύπτοντας εγχώριες ιδιαιτερότητες ή απρόβλεπτες λεπτομέρειες, φωτογραφίζοντας με χιούμορ ή θαυμασμό.

 

Στο πολυδιάστατο αυτό υλικό η φωτογραφία συγκροτεί ένα άτυπο ημερολόγιο στο οποίο καταχωρούνται, όχι συντεταγμένα, σκέψεις και βιώματα με τον πιο άμεσο τρόπο. Τα έργα στην έκθεση «Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη» αντανακλούν μια βαθιά, υπόγεια σχέση με την πόλη που αποδεικνύεται για τον Dünnebier ένα λαθνάνον διαρκές θέμα μέσα από την πολυμορφία και τη διαρκή της εξέλιξη. 

 

BIOΓΡΑΦΙΚΟ

INGO DÜNNEBIER  

 

O Ingo Dünnebier γεννήθηκε στην Ιένα της πρώην Ανατολικής Γερμανίας. Το 1961 η οικογένειά του μετανάστευσε μέσω Βερολίνου στην περιοχή του Kassel της τότε Δυτικής Γερμανίας. Σπούδασε Οπτικοακουστικά Μέσα και Φωτογραφία στο Πανεπιστήμιο Εφαρμοσμένων Επιστημών της Κολωνίας (1982-87). Αμέσως μετά τις σπουδές του μετοίκησε στη Θεσσαλονίκη όπου ζει και εργάζεται έως σήμερα με εξαίρεση το 2002 κατά τη διάρκεια του οποίου ζει στη Ν. Υόρκη, διδάσκει ως επισκέπτης καθηγητής σε MΑ Class του Andy Deck στο School of Visual Arts και πραγματοποιεί καλλιτεχνικά projects και θεωρητική έρευνα στη φωτογραφία.

Από το 1990 έως το 1996 δουλεύει πάνω σε φωτογραφικές διαδικασίες χωρίς φωτογραφική μηχανή, ως επί το πλείστον αποτυπώματα και χημειογράμματα μεγάλου μεγέθους. Από το 1994 μέχρι το 2002 φωτογραφίζει σε καθημερινό επίπεδο καταγράφοντας καταστάσεις της καθημερινότητας και το σύγχρονο τοπίο. Παράλληλα δουλεύει σε θεματικές αυτοτελείς σειρές.

Κατά την περίοδο 2007-12 δίδαξε Φωτογραφία στο Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας στη Φλώρινα. Το 2011 και 2012 συμμετείχε σε residencies και εκτέλεσε workshops στο πλαίσιο του προγράμματος Samkura στο Cló Ceardlann na gCnoc στην Ιρλανδία.

O Ingo Dünnebier έχει κάνει δύο ατομικές εκθέσεις στη Θεσσαλονίκη και συμμετείχε σε πολλές ομαδικές στην Ελλάδα και το εξωτερικό.  Έργα του βρίσκονται στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα, την Ελβετία, τη Γερμανία και στις ΗΠΑ.

ΟΙ ΑΝΥΠΟΠΤΕΣ ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΟ ΑΥΤΟΠΟΡΤΡΑΙΤΟ

Η φωτογραφία, από την εφεύρεσή της σχεδόν στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, συγκρότησε συνεκτικές θεματικά και αισθητικά ενότητες, αρχικά με τη μορφή λευκωμάτων. Αιτία γι΄ αυτό ίσως ήταν η άνεση με την οποία η τεχνική εικόνα επέτρεπε το ευρύτερο ανάπτυγμα ενός θέματος, τη διερεύνησή του σε παραλλαγές και εκδοχές, ενορχηστρώνοντας συχνά μια αφήγηση με εικόνες. Η προσέγγιση αυτή εξελίχθηκε σταδιακά και εκλεπτύνθηκε με τη μεθόδευση του πρότζεκτ, την τυπολογία, τον εννοιακό προβληματισμό. Πολλοί φωτογράφοι όμως γοητεύονταν πάντα και από μια παρορμητική εικονοληπτική στάση, ισορροπώντας σε λιγότερο ελεγχόμενη τροχιά τα εσωτερικά κελεύσματα με τα εξωτερικά ερεθίσματα.  Ο καρπός μιας τέτοιας πρακτικής αποτελούσε ασφαλώς ένα αισθητά πιο ετερογενές σύνολο. Αυτό φαίνεται στο έργο σύγχρονων καλλιτεχνών, όπως για παράδειγμα ο WolfgangTillmans, που υιοθετώντας ανάλογη στάση αρνήθηκαν να προσαρμοστούν σε μια αισθητική νόρμα, σε ένα αναγνωρίσιμο ύφος.Τέτοια είναι η περίπτωση της έκθεσης Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη του IngoDünnebier, στην οποία παρουσιάζονται έργα που έχουν δημιουργηθεί στη δεύτερη πατρίδα του Γερμανού καλλιτέχνη σε μια περίοδο εικοσιπέντε χρόνων. Η προσέγγιση του Dünnebier μοιάζει πραγματικά ‘ευρέος φάσματος’: σχολαστικές μαρτυρίες, προσχέδια εργασιών, δοκιμές και πειραματισμοί, θραύσματα προσωπικών αναμνήσεων, πλαστικές συνειδητοποιήσεις. Ως σύνολο συγκροτεί περισσότερο ένα σημειωματάριο ιδεών και εμπειριών που εξελίχθηκε εσωτερικά, αθόρυβα, χαοτικά. Οι καλλιτεχνικές ανησυχίες του Dünnebier εκφράζονταν την ίδια στιγμή με συντεταγμένες ενότητες όπως, μεταξύ άλλων, οι σειρές Στο Τραπέζι (1999) ή Blisters(2002-2007). Η φωτογραφική του σχέση με την πόλη όμως αρθρωνόταν, ως ιδιόμορφο αντίβαρο ίσως, μέσα από μια χαρακτηριστικά διαφορετική συμπεριφορά, καθώς άφηνε τον εαυτό του να την περιεργαστεί στοχαστικά, ερωτηματικά, εορταστικά, απροσχεδίαστα. Το αποτέλεσμα έχει μια αναμφίβολα αυτοβιογραφική διάσταση, αποδίδοντας συχνά με λανθάνουσα τρυφερότητα το πεζό και ποιητικό βίωμα της πόλης. Ο Dünnebier εναλλάσσει φωτογραφικά υλικά, φορμά, τεχνικές και τεχνολογίες. Παράλληλα, διαλέγεται με την περιρρέουσα κοινοτοπία, την αστική τοπιογραφία, τη σκηνή δρόμου, το στιγμιότυπο, τη φορτισμένη κοινωνικά αρχιτεκτονική, το αυθόρμητο πορτραίτο. Ανακαλεί έτσι στον πλουραλισμό της εικαστικής του γλώσσας τον εφευρετικό RaymondQueneau που στις περιβόητες Ασκήσεις Ύφους περιέγραφε το ίδιο καθημερινό επεισόδιο παρισινής ζωής με ενενήντα εννιά διακριτούς τρόπους.[1][1Τα έργα της έκθεσης, στον απόηχο μιας επετειακής χρονιάς για την πόλη στην οποία καλλιεργήθηκε η ιστορική αναδίφηση και περίσσεψε η ομφαλοσκόπηση, ανθολογούνται μέσα από ένα εκτεταμένο αρχείο. Σε πολλά από αυτά ανιχνεύει κανείς κάτι αδέσποτο, εναλλακτικά απαλό και τραχύ, όπως οι σκύλοι που εικονίζει άλλοτε να λιάζονται κι άλλοτε να δείχνουν απειλητικά τα δόντιά τους. Η φωτογραφία εδώ γίνεται φυσική προέκταση του ματιού που ζυμώνεται διαρκώς με το γίγνεσθαι της ζωής, άλλοτε με πρόθεση συγκροτημένη κι άλλοτε ψηλαφώντας ιδιωτικά σπαράγματα, απρόσμενες σκηνές, μεθυσμένα χαμόγελα της νύχτας. Η ατμόσφαιρα ενίοτε κερδίζει έδαφος από την ευκρίνεια ή την ακρίβεια της σύνθεσης, καθώς ο Dünnebier ευνοεί τη συνειδητή αλλά και την ενστικτώδη αντίδραση στο ερέθισμα της πόλης, συνυφαίνοντας το προσωπικό και το καλλιτεχνικό: η πανσέληνος που ανατέλλει από το καμένο Σέιχ-Σου αποκαλύπτει ένα οικόπεδο στη γύμνια του περιαστικού δάσους· τα ταπεινά καστρόπληκτα σπίτια στην Άνω Πόλη στα οποία η προσφυγική ζωή ακολούθησε για δεκαετίες δρόμους λαϊκούς, αυτοσχέδιους, επιδεικνύουν μέτρο δυσεύρετο στα μπετονένια φρούρια· οι αστικοί λαβύρινθοι και οι χαράδρες όπου οι άνθρωποι οχυρώνονται σε αθέατους μικροεμφύλιους· η πολιτική συγκέντρωση που φαντάζει πλέον κακοπαιγμένο θέατρο· και ακόμη πράγματα εμφατικά ετερόκλητα, αποθηκευμένα όμως όλα στα κύτταρα του ίδιου οργανισμού, όπως η ακαταστασία του νεκροταφείου, η σιδερόφρακτη όψη της πόλης στη Σύνοδο Κορυφής, η ζωηρόχρωμη αποκριάτικη σκηνή, η αρχαία αγορά σαν σώμα ανοιχτό στις διαθέσεις των καιρών και το κρυφτούλι του φωτός. Σε μια λήψη στην αρχαία αγορά, κολόνες του ερειπιώνα φαίνεται να στηρίζουν τα θεμέλια της περιβάλλουσας σύγχρονης αρχιτεκτονικής, στην καρδιά της οποίας αναδύεται μια σβησμένη εστία πυρκαγιάς: πέρα από δραματικό γεγονός με βαρύ κόστος σε ανθρώπινες ζωές, συνιστά υπόμνηση της φωτιάς που άλλαξε τη σύγχρονη ιστορία της πόλης ή σύμβολο εκείνης που τη σιγοκαίει σήμερα σε διάφορα επίπεδα; Τα μακρινά του πλάνα αγναντεύουν αφοπλιστικά δειλινά, ενώ οι φωτεινές τροχιές πλοίων και αεροπλάνων χαράζουν το σκοτεινό καμβά του ουρανού και της θάλασσας, διαγράφοντας πραγματικά και νοερά ταξίδια. Ο Dünnebier κινείται ανέμελα ανάμεσα στο φυσικό ρομαντισμό μιας πόλης ο ορίζοντας της οποίας κάθε ανέφελη δύση φιλοξενεί ένα βουβό δράμα χρωμάτων, και την ωμή ευαισθησία του Γιάννη Αγγελάκα που την αποκαλεί σε ένα στίχο του «γριά πουτάνα που ξυρίζει τα πόδια της»[2][2] Στις φωτογραφίες του αντικρίζει κανείς φιγούρες που διασχίζουν την παραλία διψώντας να εισπνεύσουν αέρα, φως, ζωογόνο αλμύρα. Συναντά ακόμη την ηλεκτρισμένη από διαδηλώσεις Εγνατία, αρχαία λεωφόρο με βαθιές μνήμες από πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα ·τα άδεια διαφημιστικά ταμπλό στις παρυφές της πόλης, κουφάρια από τα οποία κρέμονταν μέχρι πρόσφατα η εικόνα της ευμάρειας σαν πολύχρωμη μπουγάδα· τα κύματα που φουσκώνουν και εκρήγνυνται νοτίζοντας την ατμόσφαιρα, με φόντο ασάλευτους γερανούς· θεμελιώσεις και ξεθεμελιώσεις που αναστατώνουν τα σπλάχνα της πόλης, όπου αναπαύονται οι επάλληλες στρώσεις των νεκρών της. Αλλού πάλι, αιματοβαμμένες γλώσσες επιδεικνύουν αυθάδη ωμότητα στην κεντρική αγορά κρεάτων. Σε μια συγκινητική φωτογραφία ποζάρει με τη φίλη του στην αυλή του σπιτιού που τότε έφτιαχναν, διάφανες μορφές στο πέρασμα του χρόνου που ανοιγοκλείνει αυτόκλητα κύκλους ζωής. Σε μια άλλη τα σμήνη της αποδημίας συλλαμβάνονται να εκτελούν χορογραφίες στον ουρανό της πόλης σχηματίζοντας στιγμιαία αφαιρετικά μοτίβα, πριν η αλλαγή εποχής τα εκτρέψει σε τόπους μακρινούς. Στο άτυπο αυτό χρονικό θέση διεκδικούν η επίσημη και η ανεπίσημη όψη της Θεσσαλονίκης, η ιστορία, η βιτρίνα αλλά και τα σωθικά της, καθώς ο φωτογράφος τακτοποιεί ανύποπτες εκκρεμότητες μαζί της, φιλοτεχνώντας παράλληλα ένα ιδιωματικό αυτοπορτραίτο. Για χρόνια άλλωστε αυτοφωτογραφιζόταν τακτικά με μια απλή έκταση του χεριού, καθρεφτίζοντας χαρά και δάκρυα, ένταση και αμηχανία, σημεία καμπής που χαράζουν την επιδερμίδα, φευγαλέα είδωλα που ανήκουν εδώ και συγχρόνως βρίσκονται αλλού, τον κερματισμό σε νησίδες εαυτών. Πόσοι χωρούν τελικά σε έναν εαυτό; Πόσες πόλεις λανθάνουν σε ένα πολεοδομικό συγκρότημα; Το χρώμα υπήρξε σταθερή επιλογή του Dünnebier καθώς η ματιά του αφουγκραζόταν την πόλη καταγράφοντας σκηνές που κυμαίνονται από το σχεδόν μονοχρωματικό μέχρι το βαθιά κορεσμένο. Διακρίνεται επίσης μικρότερος αριθμός φωτογραφιών με ανθρώπους, καθώς μοιάζει πιο δεκτικός με το χώρο, αστικό ή φυσικό, μικροτοπίο ή μακροτοπίο, με ένα είδος δηλαδή συλλογικής αναπαράστασης. Το βλέμμα του στοιχειώνει η επιθετική γλώσσα του γκραφίτι στον ασοβάντιστο τοίχο, ο απειλητικά πλημμυρισμένος δρόμος, αδιόρατα ίχνη και χειρονομίες που σημαίνουν την πολυπλοκότητα του καθημερινού πολιτισμού. Ο Dünnebier τελεί εν γνώσει της μεταμόρφωσης που μπορεί να επιτύχει η φωτογραφία και συχνά την προκαλεί συνειδητά. Έτσι, συναντά την πόλη ως τόπο όπου ο χρόνος κρυσταλλώθηκε, ως πεδίο αβλαβούς ή επώδυνης διέλευσης, ως φωτογενές υποκείμενο που θεωρείται από προνομιακές θέσεις, ως λίκνο που εναλλακτικά εξυψώνει και ταπεινώνει.Στην έκθεση εναλλάσσεται η νηφαλιότητα και το συναίσθημα, η αντιπροσωπευτικότητα και η ιδιαιτερότητα, το ύφος απρόσωπου ντοκουμέντου και η εμφανής υποκειμενικότητα. Η, εγγενώς αποσπασματική, φωτογραφία απελευθερώνεται από την προσήλωση σε καθιερωμένους ή νεοπαγείς –ισμούς, για να αποτελέσει ελεύθερο δείκτη της εσωτερικής και εξωτερικής συνθήκης. Διάχυτη είναι επίσης η ταλάντευση ανάμεσα στο σοβαρό και το παιγνιώδες, το προβλέψιμο και το απρόβλεπτο. Όμοια, η ειδική ευαισθησία για τα ευάλωτα, εφήμερα χρώματα του δειλινού, του ρευστού σκαλοπατιού ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Η ελλειπτική αυτή περιήγηση, με τις σκόπιμα αστάθμητες διακυμάνσεις ανάμεσα στο οικείο και το ανοίκειο, προτείνεται τελικά ως κάτι περισσότερο από απλή σπονδή στην ακόρεστη περιέργεια της όρασης. Ίσως γιατί επιτρέπει να αναστοχαστεί κανείς πόσο παράξενα σύνθετα φαινόμενα είναι η πόλη, ο εαυτός, η φωτογραφία.

 

 

Ηρακλής Παπαϊωάννου

 



[1][1]QueneauReymond, Ασκήσεις Ύφους, Ύψιλον, Αθήνα 1984 (πρωτότυπη έκδοση 1947).

[2][2]Στίχος από το τραγούδι Παράξενη Πόλη, από το LP «Τρύπες», πρώτο δίσκο του ομώνυμο συγκροτήματος το 1984.