Έλληνες αιχμάλωτοι στο Γκαίρλιτς

Η ιστορία των Ελλήνων αιχμαλώτων που «φιλοξενήθηκαν» στο Γκαίρλιτς της Γερμανίας κατά την περίοδο του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου.

Μια έρευνα για την έως πρότινος άγνωστη πτυχή της ιστορίας μας, η οποία περιγράφει τα δραματικά γεγονότα εκείνης της περιόδου και την απίστευτη περιπέτεια χιλιάδων Ελλήνων στρατιωτικών, που, αν και μεταφέρθηκαν παρά την θέλησή τους, ως αιχμάλωτοι στη Γερμανία, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στις σχέσεις .

Γράφει  ο δημοσιογράφος  Ευθύμιος  Χατζηϊωάννου.

Το Γκαίρλιτς (Görlitz) είναι μια παλιά πόλη στην ανατολική πλευρά του κρατιδίου της Σιλεσίας της πρώην Ανατολικής Γερμανίας (τώρα ανήκει στο γερμανικό ομόσπονδο κρατίδιο της ς), κτισμένη από την εποχή του Μεσαίωνα στις όχθες του ποταμού Νάϊσε, ο οποίος αποτελεί σήμερα το φυσικό σύνορο της Γερμανίας με την Πολωνία. Η πόλη αυτή στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο αριθμούσε 90.000 κατοίκους και αρχικά είχε αναπτυχθεί τόσο στην ανατολική, όσο και στην δυτική όχθη του Νάϊσε. Όμως, αργότερα διχοτομήθηκε και η μισή, αυτή που περιελάμβανε το ανατολικό τμήμα της, δηλαδή τις συνοικίες της στην ανατολική όχθη του ποταμού, παραχωρήθηκε στην Πολωνία και ονομάζεται πλέον Ζγκόρζελετς (Zgorzelec). Σήμερα το Γκαίρλιτς είναι μια ήσυχη και όμορφη τυπική γερμανική πόλη με πληθυσμό 60.000 κατοίκων, που κοσμείται από πολλά καλοδιατηρημένα κλασσικά κτίρια που έχουν κτιστεί πριν από δύο ή και περισσότερους αιώνες.
Για εμάς τους Έλληνες το Γκαίρλιτς έχει ιδιαίτερη ιστορική σημασία, επειδή έχει συνδεθεί  με μία μαύρη -και σε πολλούς άγνωστη- σελίδα της νεώτερης ιστορίας μας. Μια τραγική συγκυρία οδήγησε εκεί, το 1916, μεσούντος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και μετά την κατάκτηση της Ανατολικής Μακεδονίας από τους Βουλγάρους, χιλιάδες Έλληνες στρατιώτες του Τετάρτου (Δ΄) Σώματος στρατού σε ένα ιδιότυπο καθεστώς αιχμαλωσίας. Αυτό υπήρξε μοναδική, στην παγκόσμια ιστορία, περίπτωση εθελούσιας αιχμαλωσίας χιλιάδων στρατιωτών ενός κράτους στον στρατό ενός άλλου κράτους, χωρίς τα δύο αυτά κράτη να βρίσκονται σε άμεση εμπόλεμη κατάσταση. Ενώ, δηλαδή, η Ελλάδα δεν βρισκόταν τότε σε εμπόλεμη κατάσταση με την Γερμανία,  Έλληνες στρατιώτες παραδόθηκαν ως αιχμάλωτοι, με τη θέληση της ηγεσίας τους στους Γερμανούς και μεταφέρθηκαν από την Ελλάδα στη Γερμανία.

Τα ιστορικά συμβάντα που προηγήθηκαν και οδήγησαν στην ιδιότυπη αιχμαλωσία

Για να αντιληφθούμε πως ακριβώς εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα αυτά, θα ανατρέξουμε στη νεότερη ιστορία μας, αρχίζοντας από όσα συνέβησαν το 1915.

Το έτος εκείνο ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος μαίνεται στην Ευρώπη και στην ουδέτερη ακόμη Ελλάδα έχει ξεσπάσει ο μεγάλος διχασμός.
Ο μεν βασιλιάς Κωνσταντίνος – γαμπρός από αδελφή του Κάιζερ – καθώς και το επιτελείο του οι γερμανόφιλοι Μεταξάς και Δούσμανης, ήθελαν να συμμαχήσουμε με τη Γερμανία, γιατί πίστευαν ότι αυτή θα νικήσει. Ο δε Βενιζέλος, αντίθετα, πίστευε, ότι θα νικήσουν οι σύμμαχοι, Άγγλοι και Γάλλοι κι έτσι θα έπρεπε να συμμαχήσουμε με την Αντάντ, για να είμαστε με τους νικητές.
Έλεγε επιπλέον, ότι αφού οι εχθροί μας, Τούρκοι και Βούλγαροι, πήγαν με τη Γερμανία, η μοναδική επιλογή μας ήταν  να πάμε με τους συμμάχους.
Μ’ αυτόν τον τρόπο αρχίζει ο μεγάλος διχασμός, που κατέστρεψε την Ελλάδα.
Κι ερχόμαστε στα γεγονότα του 1916.
Στις 18 Αυγούστου 1916 ο βουλγαρικός στρατός, συνοδευόμενος από Γερμανούς αξιωματικούς, εισβάλει αιφνιδιαστικά στην Ανατολική Μακεδονία, παρά το γεγονός, ότι η χώρα μας είναι –ακόμη- ουδέτερη και δεν συμμετέχει στις πολεμικές επιχειρήσεις.. Την ίδια μέρα οι πρέσβεις της Γερμανίας και της Βουλγαρίας στην Αθήνα με επίσημες διακοινώσεις των κυβερνήσεών τους έδιναν εξηγήσεις σχετικά με τους στόχους των επιτιθέμενων. Η εισβολή, όπως διαβεβαίωναν, είχε αποκλειστικά στρατιωτικά κίνητρα και στρεφόταν εναντίον της Αντάντ. Ταυτόχρονα παρείχαν εγγυήσεις για την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και την διατήρηση των τοπικών αρχών στις θέσεις τους. Δεν είχαν σκοπό, όπως έλεγαν, να καταλάβουν τις Σέρρες, την Δράμα και την Καβάλα, ενώ ο στρατός τους θα αποχωρούσε, όταν εξέλειπαν οι στρατιωτικοί λόγοι.
Οι εγγυήσεις που έδωσαν στον βασιλιά Κωνσταντίνο οι Γερμανοί τον καθησύχασαν. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος έδωσε εντολή στους επιτελείς του Δ΄ Σώματος Στρατού, που είχε την έδρα του στην Καβάλα και αποτελούνταν από στρατιωτικές μονάδες, διασκορπισμένες σε όλη την Ανατολική Μακεδονία, να συμπτυχθούν στις πόλεις και να περιμένουν εντολές. Αξίζει εδώ να αναφέρουμε, ότι πριν από λίγο καιρό με απαίτηση της Αντάντ είχαν απολυθεί όλοι οι επίστρατοι (έφεδροι) και υπήρχε κατακερματισμός στο στράτευμα.
Όμως η ελληνική κυβέρνηση της Αθήνας είχε εξαπατηθεί από τους Βουλγάρους και τους Γερμανούς, διότι άλλα έλεγαν και άλλες ήταν οι πραγματικές τους προθέσεις. Ο διοικητής του Δ΄ Σώματος, συνταγματάρχης Ιωάννης Χατζόπουλος, στην αναφορά του προς το Γενικό Επιτελείο και το Υπουργείο Στρατιωτικών, εξιστορεί πολύ διαφορετικά τα γεγονότα. Συγκεκριμένα επισημαίνει: «Αναφέρω, ότι η συμπεριφορά των Βουλγάρων είναι εντελώς εχθρική. Οι κάτοικοι των πόλεων Σερρών και Δράμας έντρομοι καταφεύγουν εις Καβάλα. Παρακαλώ, όπως τύχω άμεσης απαντήσεως επί αιτήσεώς μου να επιστρέψουν αμέσως οι επίστρατοι, καθόσον οι προθέσεις των Βουλγάρων περί καταλήψεως της Καβάλας εκδηλούνται από ώρα εις ώρα σαφέστερες, εάν δε συμβεί τούτο, η πόλις θα καταστραφεί και θα αιχμαλωτιστεί το Σώμα ολόκληρον. Είναι αναγκαία η αποστολή στόλου, διότι μόνον η παρουσία του θα καθησυχάσει τους πληθυσμούς. Δεν είναι δυνατόν να αντιληφθείτε την ενταύθα κατάστασιν».
Η απάντηση της Αθήνας ήρθε αυθημερόν: «Την πρότασιν περί εφέδρων αποκρούομεν, αποκλείοντες την βίαν. Καθησυχάσατε έντρομους πληθυσμούς και ενθαρρύνατε αυτούς. Στόλος δεν θα αποσταλεί».
Οι Σύμμαχοι της Αντάντ από την άλλη, θορυβημένοι από την επίθεση δεξιά του οχυρωμένου στρατοπέδου τους στην Θεσσαλονίκη και θεωρώντας, ότι πρόκειται για προσυνεννοημένη συμπαιγνία Αθηνών – Βερολίνου, προέβησαν σε νέα αντίποινα κατά της Ελληνικής πλευράς, κηρύσσοντας τον αποκλεισμό της Καβάλας από τον βρετανικό στόλο. Οι εξελίξεις στην Μακεδονία προκαλούν θύελλα αγανάκτησης σε όλη την Ελλάδα. Ογκώδεις διαδηλώσεις γίνονται στην Αθήνα, ενώ στην Θεσσαλονίκη εκδηλώνεται εσπευσμένα το κίνημα της «Εθνικής Αμύνης» από βενιζελικούς αξιωματικούς. Ο Βενιζέλος, που έχει φύγει από την Αθήνα, στηρίχθηκε στο κίνημα αυτό για να εγκαταστήσει εκεί, λίγο αργότερα, την προσωρινή του κυβέρνηση, που θα συμμαχούσε με την Αντάντ και θα έβγαζε ένα κομμάτι του διχασμένου και αλληλοσπαρασσόμενου ελληνικού κράτους στον πόλεμο, στον πλευρό των συμμάχων. Ο εθνικός διχασμός αποκτούσε πλέον και γεωγραφική υπόσταση.

Οι δραματικές εξελίξεις στην Ανατολική Μακεδονία – Οι κίνδυνοι από τους Βουλγάρους

Στην Καβάλα τα γεγονότα είχαν πάρει, πλέον, δραματική εξέλιξη, όπως τα είχε προβλέψει και περιγράψει ο συνταγματάρχης Χατζόπουλος. Στην πόλη άρχισαν να καταφθάνουν πρόσφυγες από τις Σέρρες και την Δράμα αλλά και από τα γύρω χωριά. Τα τρόφιμα  ήσαν λιγοστά και ο ελληνικός στρατός έπρεπε να τους φροντίσει. Ταυτόχρονα οι Βουλγαρικές προκλήσεις κάνουν την ατμόσφαιρα ακόμη πιο μαύρη. Ο Γερμανός  στρατάρχης Χίντεμπουργκ, ο οποίος μαζί με τον στρατάρχη Λούντερντορφ αποτελούσαν την στρατιωτική ηγεσία της Γερμανίας, ειδοποίησαν τους Βουλγάρους, ότι η Αντάντ ετοιμάζει αποβατική ενέργεια στην Καβάλα. Η ειδοποίηση αυτή έκανε τους Βουλγάρους περισσότερο σκληρούς απέναντι στους εντόπιους πληθυσμούς, στους οποίους άρχισαν πλέον να εκδηλώνουν ποικιλοτρόπως το μίσος και την εκδίκησή τους για την ήττα τους στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Ο Χίντεμπουργκ ζήτησε μάλιστα από τους Βουλγάρους να απομακρύνουν τους Έλληνες στρατιώτες από την Καβάλα, σε τοποθεσία μακριά από την θάλασσα, να παρεμποδίσουν τους Έλληνες στρατιώτες από Σέρρες και Δράμα να ενωθούν με αυτούς της Καβάλας και να διακοπεί η επικοινωνία Καβάλας – Αθηνών. Στο τηλεγράφημά του ζήτησε επίσης από τους Βουλγάρους να περικυκλώσουν την Καβάλα με πυροβολικό και, αν αρνηθεί ο ελληνικός στρατός να παραδοθεί,  να ανοίξουν άμεσα πυρ κατά της πόλης.

Ο συνταγματάρχης Χατζόπουλος ήταν μετέωρος και σε πολύ δύσκολη θέση, έχοντας επωμιστεί τεράστια ευθύνη και τις τύχες των στρατιωτών του αλλά και ολόκληρου του πληθυσμού της Ανατολικής Μακεδονίας. Η αγωνία των κατοίκων της Καβάλας, αλλά και των γειτονικών πόλεων και χωριών, που είχαν μαρτυρήσει στο παρελθόν από τις βουλγαρικές θηριωδίες, ήταν πολύ μεγάλη. Το εκβιαστικό δίλημμα ήταν παράδοση ή καταστροφή της πόλης. Ο συνταγματάρχης αποφάσισε, μετά από επαφή του με την  Αθήνα και εφόσον οι εκκλήσεις του για μεταφορά του στρατεύματος σε ασφαλή χώρο της Παλιάς Ελλάδας δεν έγιναν αποδεκτές, να παραδώσει στον Άγγλο ναύαρχο τον ασύρματο. Ήταν 9 Σεπτεμβρίου 1916 όταν ο Γερμανός αξιωματικός φον Σβαίνιτζ μετέφερε στον Χατζόπουλο τις αποφάσεις του Χίντεμπουργκ. Ο Έλληνας αξιωματικός, για να αποφύγει την μεταγωγή του στην Δράμα, αποφάσισε να συνομιλήσει με τον ίδιο τον Χίντεμπουργκ, θέτοντας το ερώτημα-αίτημα, αν θα μπορούσε ο ίδιος ο Γερμανός στρατάρχης να εγγυηθεί την μεταφορά των ελληνικών μονάδων και του οπλισμού τους στην Γερμανία, όπου θα μπορούσαν να παραμείνουν φιλοξενούμενοι μέχρι το τέλος του πολέμου, ώστε να μην πέσουν αιχμάλωτοι στα χέρια των Βουλγάρων. Την επομένη ημέρα με τηλεγράφημά του ο Χίντεμπουργκ απαντούσε στον Χατζόπουλο θετικά στο αίτημά του.

 

Αποφασίζεται η παράδοση του Δ΄ Σώματος στους Γερμανούς – Οι αντιδράσεις

 

Αυτό άνοιξε πλέον τον δρόμο για την παράδοση των ανδρών του Δ΄ Σώματος στρατού στους Γερμανούς και για τη μεταφορά τους στη Γερμανία .

Παρά ταύτα, ο τότε λοχαγός Γεώργιος Κονδύλης (που λίγους μήνες μετά συμμετείχε στις επιχειρήσεις του Ελληνο-βουλγαρικού Μετώπου στη περίοδο 1916-1918 προαχθείς σε ταγματάρχη του ελληνικού στρατού της Εθνικής Άμυνας και έπαιξε αργότερα σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις ως πρωθυπουργός και αντιβασιλέας)  και αρκετοί αξιωματικοί του ελληνικού στρατεύματος αντιστάθηκαν μπροστά στην φοβερή αισχύνη και την κατάντια, να παραδοθούν αμαχητί στους Βουλγάρους.

Ποιοί; Αυτοί που τρία χρόνια πριν, το 1913, κατατρόπωσαν τους Βουλγάρους στις μάχες του Κιλκίς και του Λαχανά και απελευθέρωσαν Σέρρες, Δράμα και Καβάλα!

Άρχισαν, λοιπόν, να δημιουργούνται μέσα στις τάξεις των Ελλήνων αξιωματικών και στρατιωτών έντονες αντιδράσεις στην απόφαση της παράδοσης και δημιουργήθηκε κλίμα απειθαρχίας, που οδήγησε πολλούς από αυτούς να αποδράσουν και φθάνοντας στη Θεσσαλονίκη, να ενταχθούν στον ελληνικό στρατό της Εθνικής Άμυνας, που πολεμούσε στο πλευρό της Αντάντ.
Στο παρασκήνιο των γεγονότων υπήρξε, από ότι λέγεται, πρόταση του Βρετανού πλοιάρχου ενός ατμόπλοιου, που ήταν ελλιμενισμένο στο λιμάνι της Καβάλας, να μεταφέρει το ελληνικό στράτευμα στην Θεσσαλονίκη και να το ενώσει με τις μονάδες της Αντάντ, αλλά ο Χατζόπουλος αρνήθηκε, εφόσον ήταν πιστός στον Κωνσταντίνο και δεν ήθελε να ενισχύσει το κίνημα της Εθνικής Άμυνας της Μακεδονίας και τον Βενιζέλο.

Από την πλευρά τους οι Γερμανοί με την κίνησή τους αυτή αποσκοπούσαν στην προπαγάνδα, για να προβάλουν την υπεροχή του “Γερμανικού ανθρωπισμού” έναντι των Αγγλο-Γάλλων και αν τα πράγματα χειροτέρευαν για αυτούς, οι 7000 ψυχές θα ήταν πάντα μία καλή λεία διαπραγμάτευσης για τους ίδιους ή για τους συμμάχους τους, τους Βούλγαρους.

Έτσι άρχισε η μεγάλη πορεία του Δ΄ Σώματος προς την Γερμανία, με ένα μακρύ σιδηροδρομικό ταξίδι, που ξεκίνησε από τον Σιδηροδρομικό σταθμό της Δράμας.  Όμως, στην πορεία των Ελλήνων στρατιωτών προς την Δράμα, περίπου 3.000 αξιωματικοί και στρατιώτες, που, όπως προαναφέραμε, δεν ανέχθηκαν αυτήν την ιδιότυπη παράδοση και αιχμαλωσία τους, με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Χριστοδούλου, κατόρθωσαν και αυτομόλησαν, άλλοι με βάρκες και πλοιάρια προς την Θάσο και από εκεί προς Θεσσαλονίκη για να ενωθούν με τα στρατεύματα της Εθνικής Άμυνας και άλλοι προς τα γύρω βουνά για να κρυφτούν και να φθάσουν μέσα από ορεινά περάσματα στην Θεσσαλονίκη. Αυτοί οι στρατιώτες αποτέλεσαν αργότερα τον πυρήνα της αξιόμαχης Μεραρχίας Σερρών, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο Μακεδονικό Μέτωπο και πολλοί από αυτούς έπεσαν στο πεδίο της τιμής.

Οι αιχμάλωτοι-φιλοξενούμενοι μεταφέρονται σιδηροδρομικώς από την Δράμα στο Γκαίρλιτς – Η θερμή υποδοχή τους στη Γερμανία 

 

Σε μήνυμά του στις 22 Σεπτεμβρίου 1916, για την μεταφορά των στρατιωτών από την Καβάλα στο Γκαίρλιτς ο Γερμανός επιτελάρχης Λούντερντορφ επεσήμανε: «Η μεταφορά των ελληνικών στρατευμάτων μας παρέχει την μοναδική ευκαιρία να διαδώσουμε στην Ελλάδα κατανόηση και συμπάθεια για την γερμανική υπόθεση, την γερμανική εργασία και το γερμανικό μεγαλείο. Οι Έλληνες δεν πρέπει να αισθάνονται ότι είναι αιχμάλωτοι. Οι συναλλαγές τους με την τοπική κοινωνία, καθώς και η επαφή τους με την πατρίδα τους, επιβάλλεται να τελούν υπό παρακολούθηση, χωρίς όμως ακρότητες».
Ωστόσο, παρά την χαλαρή επιτήρηση, οι ελληνικές δυνάμεις ποτέ δεν έπαψαν να θεωρούνται, ότι βρίσκονταν υπό περιορισμό. Όταν ο Έλληνας πρέσβης στο Βερολίνο Νικόλαος Θεοτόκης ζήτησε τον επαναπατρισμό τους, η απάντηση των Γερμανών ήταν αρνητική.
Για την μεταφορά από την Δράμα στο Γκαίρλιτς χρησιμοποιήθηκαν 10 αμαξοστοιχίες, που ταξίδευσαν μέσω Βουλγαρίας. Το ταξίδι κράτησε 12 μέρες και μετακινήθηκαν συνολικά 6.100 στρατιώτες, 430 αξιωματικοί, άνδρες της χωροφυλακής από την Ανατολική Μακεδονία και την Φλώρινα, στρατιωτικοί υπάλληλοι, 93 γυναίκες αξιωματικών και 5 παιδιά. Έτσι ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων που αναχώρησαν για την Γερμανία έφθασε περίπου τις 7000.

Ο ίδιος ο Κάϊζερ έδωσε εντολή να γίνει επίσημη υποδοχή στους Έλληνες, παρά την αντίθετη άποψη του Χατζόπουλου. Στο μεταξύ στο Γκαίρλιτς οι προετοιμασίες κορυφώνονταν.
Η πόλη φόρεσε τα καλά της για να καλωσορίσει τους «Έλληνες φίλους».
Για τους Γερμανούς ήταν τα «παιδιά» του βασιλιά Κωνσταντίνου, γαμπρού του δικού τους Κάϊζερ.
Η γερμανική αυτή πόλη γέμισε ελληνικές σημαίες.

Το σατυρικό γερμανικό περιοδικό «kladderadatsch» περιγράφει την σκηνή: «Παραταχθείτε! φωνάζει ένας αξιωματικός. Ένας Έλληνας αξιωματικός στο Γκαίρλιτς της Σιλεσίας. Επιτελείο γερμανών αξιωματικών ανεβαίνει στην αποβάθρα. Μαυροντυμένοι επίσημοι, με κυλίνδρους στο κεφάλι και ανθοδέσμες στα χέρια, εμφανίζονται ξαφνικά. Γερμανική ορχήστρα παίζει τον ελληνικό εθνικό ύμνο. Σκασμός δεν είμαστε στην Αθήνα! Σε τετράδες, το όπλο επ’ ώμου ετοιμάζονται για παρέλαση. Προσοχή ρε παιδιά να τους δείξουμε τι αξίζουμε. Η γερμανική μπάντα μπροστά. Κόσμος πολύς στοιβαγμένος στους δρόμους και στα παράθυρα. Από ένα ξενοδοχείο κρέμονται δυο Ελληνικές σημαίες. Οι άνθρωποι κοιτάνε περίεργα. Παιδιά τρέχουν και τους κοιτάζουν στα μάτια. Όλοι ξανθοί είναι εδώ πέρα. Οι ελληνικές αρβύλες χτυπάνε την άσφαλτο του γερμανικού δρόμου, σαν σιδερένιο χαλάζι. Ρίγη συγκινήσεως τους διαπερνούν. Ολόκληρη η πόλη στο πόδι. Μεγάλη πόλη το Γκαίρλιτς, λέτε να είναι πιο μεγάλη από την Αθήνα; Η πόλη τελειώνει και αρχίζει η εξοχή. Ο κόσμος έχει λείψει. Γύρω – γύρω πράσινα λιβάδια. Το βράδυ σιωπηλό και ξένο. Εδώ θα μείνουμε λοιπόν; Πάνω από την είσοδο μια μεγάλη επιγραφή. «Χαίρετε». Γύρω-γύρω παραπήγματα σαν τελωνειακοί σταθμοί. Τι άνθρωποι είναι αυτοί οι Γερμανοί; Να’μαστε λοιπόν εδώ στο Γκαίρλιτς. Ελλάδα – Ελλάδα πότε θα σε ξαναδούμε;».
Εξήντα τέσσερα χρόνια μετά γράφει στα απομνημονεύματά του ο στρατιώτης Κωνσταντίνος Τσόγιας από τον Πλάτανο Τρικάλων, που βρέθηκε και αυτός σε καθεστώς ιδιότυπης αιχμαλωσίας στο Γκαίρλιτς :
«Άρχισαν να ηχούν οι σάλπιγγες κι εμείς βάλαμε εφ’ όπλου λόγχη κι αρχίσαμε την παρέλαση.
Οι Γερμανοί στα μπαλκόνια και στους δρόμους έριχναν λουλούδια, ρύζια και κουφέτα. Θερμή υποδοχή σ’ έναν τόπο, όπου όλα μας φαίνονταν διαφορετικά.
Πρόσωπα ξανθά, μεγάλη καθαριότητα και μεγάλος ενθουσιασμός, σαν να είμαστε οι καλύτεροι φίλοι».

Η ζωή των Ελλήνων «φιλοξενουμένων» στρατιωτικών στο Γκαίρλιτς – Προβλήματα και αθλιότητες

Η παρουσία των 7.000 περίπου Ελλήνων στο μακρινό Γκαίρλιτς της Σιλεσίας, μιας πόλης με 90.000 πληθυσμό ήταν εμφανής. Μια παρισινή εφημερίδα σε ρεπορτάζ της έγραψε χαρακτηριστικά: «Οι Έλληνες αξιωματικοί έχουν λέσχη, στην οποία τρώγουν και περπατούν στους δρόμους της πόλης με σταθερό βήμα, σαν να είναι στην πατρίδα τους. Κάνουν τις προμήθειές τους ακολουθούμενοι από έναν στρατιώτη, ο οποίος κρατάει τα πακέτα. Το ευγενές και αρειμάνιο παράστημά τους κάνει εξαιρετική εντύπωση. Στους δρόμους οι Γερμανοί στρατιώτες τους χαιρετούν. Τα καταστήματα της πόλης έβαλαν στις προθήκες τους και ελληνικές επιγραφές. Το βράδυ ολόκληρη η ελληνική φρουρά βγαίνει στον δρόμο. Θα μπορούσε κανείς να πιστέψει, ότι βρίσκεται σε κάποια ιταλική πόλη, στην Βερόνα για παράδειγμα, όπου μετά το δείπνο οι δρόμοι είναι γεμάτοι στρατιώτες. Είναι συμπαθητικό», παρατηρεί ο δημοσιογράφος.
Πίσω, όμως, από την βιτρίνα τα πράγματα δεν ήταν και τόσο ειδυλλιακά. Ενώ οι Έλληνες αξιωματικοί απολάμβαναν πολλά προνόμια, η διαμονή των απλών στρατιωτών και υπαξιωματικών στο στρατόπεδο, -που βρισκόταν στην ανατολική όχθη του Νάϊσε (στο σημερινό Ζγκόρζελετς)- δεν ήταν ευχάριστη. Πειθαρχία, στρατιωτικές ασκήσεις και διατροφή, όχι καλή. Οι κακές συνθήκες διαβίωσης και το υγρό και βαρύ κλίμα γρήγορα έφεραν αρρώστιες.
Πολλοί αξιωματικοί και στρατιώτες προσβλήθηκαν τότε από φυματίωση και αργότερα ήρθε και η θανατηφόρα ισπανική γρίπη.
Περίπου 400 στρατιώτες και αξιωματικοί υπολογίζεται, ότι πέθαναν στο Γκαίρλιτς και σε διάφορα άλλα μέρη της Γερμανίας, όπου είχαν βιαίως μεταφερθεί αργότερα πολλοί για να εργασθούν στα εργοστάσια, ορυχεία και σε αγροτικές εργασίες.
Και δεν έφταναν αυτά, αλλά σε λίγο άρχισαν και διάφορες αθλιότητες.
Αρκετοί αξιωματικοί κατηγορήθηκαν ως βενιζελικοί και κλείστηκαν σε γερμανικές φυλακές.
Η πιο μεγάλη, όμως, αθλιότητα ήταν, όταν στάλθηκαν Έλληνες αξιωματικοί στην Ελλάδα για να κάνουν κατασκοπεία υπέρ των Γερμανο-Βουλγάρων και σε βάρος του ελληνικού στρατού, που πολεμούσε στο Μακεδονικό μέτωπο μαζί με τους Αγγλο-Γάλλους.
Επελέγησαν προσεκτικά δύο ζεύγη έμπιστων αξιωματικών και έφυγαν για την Ελλάδα σε δύο ξεχωριστές αποστολές, για λόγους ασφαλείας.
Κατέβηκαν στην Πελοπόννησο με γερμανικό υποβρύχιο.
Στην πρώτη αποστολή ήταν ο υπολοχαγός Καλαμαράς και ο ανθυπολοχαγός Χατζόπουλος.
Οι δύο νεαροί αξιωματικοί σχεδόν αμέσως εντοπίστηκαν, συνελήφθησαν και ομολόγησαν τα πάντα. Στο Στρατοδικείο παραδέχθηκαν την ενοχή τους και καταδικάσθηκαν σε θάνατο. Η εκτέλεση έγινε χωρίς καθυστέρηση.
Στον τόπο της εκτέλεσης ο επίτροπος τους είπε:
«Κρίμα, εσείς δεν πεθαίνετε για την Ελλάδα, αλλά για τον βασιλιά σας».
Οι άλλοι δύο αξιωματικοί, κυνηγημένοι, δεν μπόρεσαν να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους. Τα ονόματά τους ήταν Παπακώστας και Ποτηρόπουλος.
Κρύβονταν επί δύο χρόνια σε κάποιο χωριό της Μεσσηνίας.
Τελικά ο Παπακώστας πέθανε μέσα στην κρύπτη του και ενταφιάστηκε εκεί, ενώ
ο Ποτηρόπουλος γλύτωσε με την αλλαγή του καθεστώτος, το 1920.

Έρωτες και μικτοί γάμοι των Ελλήνων εξοργίζουν τους Γερμανούς – Η πρώτη ελληνόφωνη εφημερίδα

 

Ο βαρύς χειμώνας 1916-1917 προκάλεσε πολλές δυσαρέσκειες στον τοπικό γερμανικό πληθυσμό, που ενώ άρχισε να υποφέρει από τις συνέπειες του πολέμου, έβλεπε τους Έλληνες αξιωματικούς να παίρνουν τον μισθό τους, να αδειάζουν τα καταστήματά τους και να αυξάνονται οι τιμές. Αλλά και το σουλατσάρισμα των Ελλήνων δεν δημιουργούσε καθόλου φιλικά συναισθήματα.  Ιδιαίτερα οι αντιζηλίες δεν άργησαν να έρθουν από την αποδοχή των Ελλήνων και τα ερωτικά αισθήματα που προκαλούσαν στις Γερμανίδες. Με την έλλειψη Γερμανών αντρών, λόγω του πολέμου, οι δικοί μας έκαναν θραύση στον γυναικείο πληθυσμό της πόλης. Αγγελίες στην εφημερίδα του τύπου «Ενοικιάζεται δωμάτιο από μόνη νεαρά κυρία εις αξιοπρεπήν νεαρόν κύριον» προκαλούσαν τρικυμίες στους Γερμανούς γηγενείς. Άρχισαν και οι αρραβώνες, οι οποίοι οδήγησαν σε μικτούς γάμους. Πολλά ζευγάρια μικτά από Έλληνες και Γερμανίδες, έμειναν δια παντός στο Γκαίρλιτς. .Στο Ελληνικό στρατιωτικό νεκροταφείο της πόλης 270 στρατιώτες άφησαν την ανάμνηση της παρουσίας τους εκεί. Τον Απρίλιο του 1918 πέθανε και ο συνταγματάρχης Χατζόπουλος, στην κηδεία του οποίοι παρέστη και εκπρόσωπος του Κάϊζερ. Ο θάνατός του προξένησε απέραντη θλίψη στους Έλληνες στρατιώτες και αξιωματικούς του.
Σε μικρό διάστημα από την άφιξη των Ελλήνων στο Γκαίρλιτς, εμφανίσθηκε εκεί το πρώτο φύλλο της ελληνόφωνης εφημερίδας «Τα Νέα του GÖRLITZ». Εκδότης της ήταν ο Γερμανός, που εξέδιδε την τοπική γερμανόφωνη εφημερίδα και αρχισυντάκτης της ο Έλληνας αξιωματικός Διονύσιος Αγαπητός. Ήταν τετρασέλιδη και εκδιδόταν καθημερινά, εκτός Κυριακής. Περιείχε κείμενα από τα πολεμικά μέτωπα, ειδήσεις από την ελληνική πολιτική σκηνή, άρθρα, αναλύσεις, χρονογραφήματα, αγγελίες και διαφημίσεις. Η απήχηση ήταν μεγάλη και εκατοντάδες αιτήσεις συνδρομής δεχόταν η εφημερίδα από παντού, ενώ η κυκλοφορία της έφτασε μέχρι και το Βερολίνο. Το 1918 έγινε παγγερμανικής εμβέλειας με έδρα το Βερολίνο και άλλαξε τον τίτλο της σε «Ελληνικά Φύλλα». Εκτός από τις εφημερίδες κυκλοφόρησαν τότε στη Γερμανία και άλλα έντυπα στην Ελληνική ή την Γερμανική γλώσσα. Εκεί πρωτοεκδόθηκε η ποιητική συλλογή «Το τραγούδι των σκοτωμένων – Κρυφός καημός» του Βασίλη Ρώτα, υπολοχαγού τότε στο Γκαίρλιτς και αργότερα διάσημου συγγραφέα θεατρικών έργων και ιδρυτή του θεάτρου του βουνού στα χρόνια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα. Επίσης εκδόθηκαν τα «Γράμματα από την Γερμανία» του λογοτέχνη Λέοντα Κουκούλα, επίσης αξιωματικού. Αξίζει εδώ να αναφερθεί, ότι ανάμεσα στους στρατιώτες, που βρέθηκαν στο Γκαίρλιτς, ήταν και οι Βασίλης Αργυρόπουλος, κωμικός ηθοποιός και συνεργάτης της Κυβέλης, ο ζωγράφος Παύλος Ροδοκανάκης,  κ.α.

Η αλλαγή συμπεριφοράς των Γερμανών και η Οδύσσεια της παλιννόστησης στην Ελλάδα – Οι νέες περιπέτειες στην πατρίδα

 

Πολλές φορές έγιναν από τους Γερμανούς σχέδια επί χάρτου για  να χρησιμοποιηθούν οι Έλληνες στρατιώτες και αξιωματικοί του Γκαίρλιτς σε διάφορες επεμβάσεις ειρηνευτικού χαρακτήρα, αλλά αυτό έβρισκε αντίθετους τους Βουλγάρους, οι οποίοι φοβόταν την εμπλοκή τους σε φιλοβασιλικά σχέδια. Παρόλα αυτά υπήρχαν μεταξύ των ανδρών του ελληνικού Σώματος και ομάδες υποστηρικτών του Βενιζέλου. Στις αρχές του 1918 με την κατηγορία του βενιζελικού προπαγανδιστή 25 Έλληνες αξιωματικοί οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Βέρλ της Βεστφαλίας, ενώ άλλοι 17 στις φυλακές του Καίνιγκσμπεργκ.
Οι σχέσεις της Γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης και των Ελλήνων, όσο περνούσε ο καιρός γινόντουσαν και πιο εχθρικές. Οι Γερμανοί απαίτησαν από τους στρατιώτες να συμμετέχουν σε αγροτικές ασχολίες και με την βία πολλοί από αυτούς διασκορπίστηκαν από την Κολωνία μέχρι και το Μπρέσλαου σε πολεμικές βιομηχανίες, ορυχεία, εργοστάσια και αλλού. Την Άνοιξη του 1918 οι σχέσεις μεταξύ των Γερμανών και των Ελλήνων στο Γκαίρλιτς  επιδεινώθηκαν από την παρουσία της αναδιοργανωμένης ελληνικής μεραρχίας στον ελληνικό στρατό του Μακεδονικού Μετώπου. Μάλιστα η ελληνόφωνη εφημερίδα «Ελληνικά Φύλλα» εξέφρασε τότε την λύπη της για άρθρα στον Γερμανικό τύπο, που ζητούσαν την παραχώρηση της Θεσσαλονίκης στους Βουλγάρους. Ο χρόνος έρχεται, η Γερμανία ηττάται και η γερμανική κοινωνία μένει να μετρά τις πληγές της.
Όταν σταμάτησε ο πόλεμος, στα τέλη του 1918, και γύρισαν από το μέτωπο στο Γκαίρλιτς οι Γερμανοί στρατιώτες, πολλοί από αυτούς βρέθηκαν προ οδυνηρών εκπλήξεων, καθώς οι γυναίκες τους είχαν δημιουργήσει ερωτικούς δεσμούς με Έλληνες.
Έτσι, όπως ήταν αναμενόμενο, δημιουργήθηκε μεγάλο μίσος ανάμεσα στους Γερμανούς στρατιώτες και τους Έλληνες και το οξύμωρο ήταν, ότι ενώ οι Γερμανίδες στη πόλη αγαπούσαν τους Έλληνες, οι Γερμανοί τους μισούσαν.
Στο μεταξύ, ο Κάϊζερ παραιτείται και το Νοέμβριο του 1918 άρχισαν οι ετοιμασίες για την επιστροφή των Ελλήνων «αιχμαλώτων» του Γκαίρλιτς στην Ελλάδα. Εκείνο το χρονικό διάστημα  Γερμανοί στρατιώτες, επιστρέφοντας από τα μέτωπα, καταφθάνουν στην Δρέσδη και ξεσηκώνουν τους κατοίκους με ογκώδεις διαδηλώσεις. Οι φυλακές άνοιξαν και όλοι οι κρατούμενοι βγήκαν έξω. Οι Έλληνες στρατιώτες του Γκαίρλιτς ενώθηκαν με τους εργάτες, τους ναύτες και τους εξεγερμένους στρατιώτες της Γερμανίας. Διοικητής τους τότε ήταν ο Καράκαλος, που είχε προαχθεί σε στρατηγό, εκλεκτός των Γερμανών, ο οποίος διαπίστωσε, ότι οι εξεγερμένοι Γερμανοί επιτίθενται και κατά των Ελλήνων και προκαλούν φθορές. Για να σταματήσουν τα έκτροπα αυτά την προστασία της Γερμανικής Διοίκησης. Οι Έλληνες στρατιώτες εκνευρίσθηκαν από την ενέργεια του Καράκαλου, στασίασαν και άλλαξαν διοίκηση, εκλέγοντας τον δημοφιλή και παλαίμαχο συνταγματάρχη Λάμπρο Σινανιώτη. Οι Γερμανοί, όμως, για να προστατεύσουν τον δικό τους διοικητή Καράκαλο, περικύκλωσαν το στρατόπεδο των Ελλήνων με πολυβόλα και εξέδωσαν ένταλμα σύλληψης του Σινανιώτη.  Τελικά  αυτός  κατόρθωσε να δραπετεύσει και έφυγε με κατεύθυνση το Βερολίνο, ενώ αναλαμβάνει την διοίκηση και πάλι ο Καράκαλος. Η επαναφορά του Καράκαλου ξεχείλισε το ποτήρι της αγανάκτησης και της αντίδρασης και οι χιλιάδες Έλληνες στρατιώτες πανικόβλητοι, με κάθε μέσο, ακόμη και με τα πόδια, αποπειράθηκαν να διαφύγουν προς τα σύνορα της Βοημίας και από εκεί προς την Ελλάδα.
Εκνευρισμένοι οι Γερμανοί από την απειθαρχία των Ελλήνων και επειδή φοβούνταν γενίκευση των επεισοδίων, προέβησαν σε αψυχολόγητες ενέργειες, όπως π.χ. στην σωματική έρευνα των εξερχόμενων από το στρατόπεδο Ελλήνων, με την υπόνοια κλοπής ρουχισμού και όπλων. Δημιουργήθηκε πανδαιμόνιο και επάνω στην ένταση που επικρατούσε, οι Γερμανοί άνοιξαν πυρ και  σκότωσανν πέντε Έλληνες στρατιώτες, ενώ τραυμάτισαν και κάποιους άλλους. Η απογοήτευση των Ελλήνων από την συμπεριφορά των Γερμανών ήταν εμφανής. Τελικά, μετά από διαπραγματεύσεις, άρχισε η απέλαση, που ολοκληρώθηκε όταν και οι τελευταίοι 600 Έλληνες στρατιώτες αναχώρησαν με προορισμό την Ελλάδα. Με την συνοδεία Αμερικανών αξιωματικών, που εκπροσωπούσαν τους νικητές συμμάχους, μεταφέρονται τον Φεβρουάριο του 1919 από το Γκαίρλιτς στο Φιούμε της Ριέκα σιδηροδρομικώς και από εκεί με πλοίο στην Ελλάδα. Πολλοί, μάλιστα, κατόρθωσαν και πήραν μαζί τους τις Γερμανίδες γυναίκες τους και τα παιδιά τους. Δυστυχώς, όμως, και στην Ελλάδα αντιμετώπισαν δυσάρεστες καταστάσεις.

Η υποδοχή τους στην Βενιζελική Ελλάδα δεν ήταν και τόσο φιλική. Συνέβησαν μάλιστα σε βάρος τους και πολλά έκτροπα, από τους βενιζελικούς. Οι απλοί στρατιώτες και υπαξιωματικοί πήγαν στα σπίτια τους, ενώ οι αντιβενιζελικοί αξιωματικοί πέρασαν στρατοδικείο και καταδικάστηκαν. Οι οκτώ από αυτούς, ανάμεσά τους και ο Καράκαλος, στη ποινή του θανάτου. Όμως, οι θανατικές αυτές καταδίκες δεν εκτελέστηκαν, ενώ άλλοι, που φυλακίστηκαν στην Κρήτη και σε άλλα νησιά, απελευθερώθηκαν λίγους μήνες αργότερα.

Η κατάσταση άλλαξε προς το καλύτερο για τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς του Γκαίρλιτς με την εκλογική ήττα του Βενιζέλου το 1920 και την επαναφορά του Κωνσταντίνου στον θρόνο. Οι αξιωματικοί που τιμωρήθηκαν από το βενιζελικό καθεστώς, αποκαταστάθηκαν, πήραν προαγωγές και πήγαν στο Μέτωπο της Μικράς Ασίας, το οποίο ήταν ήδη σε έξαρση.

 

Οι σημαντικές λαογραφικές μελέτες για τους Έλληνες από Γερμανούς επιστήμονες – Οι πρώτες ηχογραφήσεις μπουζουκιού και κρητικής λύρας

 

Συμπερασματικά, λοιπόν, μπορούμε να καταγράψουμε, ότι το 1916 οι Γερμανοί υποδέχτηκαν πράγματι πολιτισμένα τους “φιλοξενούμενους” (έτσι τους αποκαλούσαν οι ίδιοι οι Γερμανοί) Έλληνες στο Γκαίρλιτς. Ενδεικτικό των προθέσεων των Γερμανών ήταν η ελληνική επιγραφή “χαίρετε”, που είχε αναρτηθεί στο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης. Οι Έλληνες έγιναν αντικείμενο σοβαρών λαογραφικών μελετών από τους Γερμανούς επιστήμονες εκείνης της εποχής. Ήταν η πρώτη φορά, που οι λόγιοι Γερμανοί έρχονταν σε επαφή με τον ελληνικό λαό και η χαρά τους ήταν μεγάλη. Επιτέλους είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν από κοντά, για πρώτη φορά, τους απόγονους των Ελλήνων, που με δέος μελετούσαν από τα παιδικά τους χρόνια στα σχολεία τους. Φυσικά ούτε λόγος δεν γινόταν για ρατσιστική συμπεριφορά. Οι Έλληνες επιδίδονταν με επιτυχία στη γνωριμία με Γερμανίδες δεσποινίδες (αργότερα θα είναι η βασική αιτία για να τσακωθούν Γερμανοί και Έλληνες), ενώ οι Γερμανοί επιστήμονες ηχογραφούσαν τις ελληνικές διαλέκτους και την ελληνική παραδοσιακή μουσική. Λέγεται, ότι εκεί έγινε η πρώτη, παγκοσμίως, ηχογράφηση μπουζουκιού και κρητικής λύρας. Οι ηχογραφήσεις αυτές ανέρχονται σε εκατοντάδες και φυλάσσονται μέχρι και σήμερα στο πανεπιστήμιο Χούμπολντ του Βερολίνου. Και επειδή η αργία είναι η μητέρα κάθε κακίας, θα αρχίσει η εμφύλια διαμάχη ανάμεσα στους  Έλληνες (βενιζελικοί-μοναρχικοί) και όταν οι Γερμανοί θα κουραστούν από τις φασαρίες των Ελλήνων και θα εξοργιστούν από τις απιστίες των γυναικών τους, θα τους δείξουν και το άγριο πρόσωπό τους. Μετά την ήττα των Γερμανών και τη λήξη του πολέμου οι περισσότεροι Έλληνες στρατιώτες, με άτακτη φυγή και με απίστευτη ταλαιπωρία, που κράτησε δύο και πλέον μήνες, επέστρεψαν στη πατρίδα. Η πατρίδα τους, όμως, δεν μπόρεσε, ούτε ενδιαφέρθηκε να τους βοηθήσει στην επιστροφή τους, γιατί ήταν απασχολημένη με την έναρξη της Μικρασιατικής εκστρατείας.

 

Οι Έλληνες που έμειναν στο Γκαίρλιτς και οι ταλαιπωρίες τους από τους Χιτλερικούς και τους Σοβιετικούς

 

Από το σύνολο των 7000 περίπου Ελλήνων του Γκαίρλιτς περισσότεροι από 200  παρέμειναν τελικά και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο Γκαίρλιτς. Πολλοί από αυτούς σπούδασαν και προόδευσαν επιστημονικά και επαγγελματικά, παντρεύτηκαν και δημιούργησαν εκεί οικογένειες ενώ κάποιοι άλλοι δραστηριοποιήθηκαν με επιτυχία επαγγελματικά, σαν ελεύθεροι επαγγελματίες.
Το 1921 ιδρύθηκε ο «Ελληνικός Σύνδεσμος Γκαίρλιτς», που διαλύθηκε αργότερα με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, ενώ η εκεί ελληνική κοινότητα εξυπηρετείτο θρησκευτικά από τους Ορθόδοξους ιερείς της Λειψίας. Ταμπέλες με ελληνικά ονόματα σε καταστήματα και επιχειρήσεις του Γκαίρλιτς, όπως Χάλαρης, Φώσκολος, Σούλης, Αποστολίδης και άλλα, αποτελούσαν για πολλά χρόνια χαρακτηριστικό γνώρισμα της πόλης.
Οι εναπομείναντες Έλληνες στη πόλη, διατηρώντας πολλά από τα πατροπαράδοτα ελληνικά ήθη και έθιμα, γιόρταζαν παραδοσιακά όλες τις ελληνικές γιορτές, μάθαιναν την ελληνική γλώσσα στα παιδιά τους, και διέδιδαν την ελληνική μουσική και την ελληνική κουζίνα στην τοπική κοινωνία. Μάλιστα, φρόντιζαν ιδιαιτέρως και τους τάφους των Ελλήνων στρατιωτών και αξιωματικών, που είχαν πεθάνει και ενταφιαστεί εκεί, τιμώντας τους νεκρούς με μνημόσυνα και καταθέσεις στεφάνων.
Όμως αργότερα ήρθαν πολύ δύσκολα χρόνια και για αυτούς…

Πολλοί Έλληνες του Γκαίρλιτς υπέστησαν πολλές δοκιμασίες από το χιτλερικό καθεστώς, με διώξεις και καταδίκες.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι αυτά του Γεωργίου Φώσκολου, που καταδικάστηκε το 1938 σε πολυετή φυλάκιση και της Μαργαρίτας Μπαζιώτη, κόρης του στρατιώτη Μπαζιώτη, που καταδικάστηκε για δυσφήμιση του (χιτλερικού) καθεστώτος.
Οι δοκιμασίες τους συνεχίστηκαν και μετά το 1945, αυτή τη φορά, όμως, από τους Σοβιετικούς, που κατέκτησαν τα εδάφη αυτά. Κάποιοι Έλληνες του Γκαίρλιτς κατηγορήθηκαν και καταδικάστηκαν, δικαίως ή αδίκως, ως συνεργάτες των ναζιστών και υπέστησαν φοβερές διώξεις. Μάλιστα, τρείς από αυτούς πέθαναν στις σοβιετικές φυλακές.
Αυτή η σελίδα της ιστορίας, με την μεταφορά ενός ολόκληρου ελληνικού σώματος στρατού στην πόλη αυτή, ήρθε να επαναληφθεί μετά από μια ολόκληρη γενιά και συγκεκριμένα στα τέλη του θλιβερού ελληνικού Εμφυλίου πολέμου 1945-1949, όταν 14.000  Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή αυτή, στο πολωνικό πλέον Ζγκόρζελετς της ανατολικής όχθης του Νάϊσε, όπου υπάρχουν σήμερα και οι τάφοι 650 περίπου Ελλήνων πολιτικών προσφύγων, που έμειναν για πάντα εκεί…

Έτσι, όταν η πόλη του Γκαίρλιτς διχοτομήθηκε και η μισή ανατολική της πλευρά παραχωρήθηκε στην Πολωνία, έγινε και ο χωρισμός των Ελλήνων σε δύο κομμάτια. Είναι οι Έλληνες, που συνέχισαν να ζουν στη πόλη του  Γκαίρλιτς της Γερμανίας και οι Έλληνες, που βρέθηκαν στην άλλη πλευρά της, το Ζγκόρζελετς της Πολωνίας.

Υπολογίζεται, ότι σήμερα ζουν στο Γκαίρλιτς περίπου σαράντα απόγονοι των Ελλήνων στρατιωτών, απόγονοι τρίτης και τέταρτης γενιάς, ενώ είναι άγνωστος ο αριθμός και ο τόπος διαμονής κάποιων άλλων απογόνων των ανδρών του Δ΄ ελληνικού Σώματος στρατού, που είχαν διασκορπιστεί την περίοδο εκείνη σε πολλές πόλεις και περιοχές της Γερμανίας.

 

Η ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης για την ιστορία των Ελλήνων στρατιωτών του Γκαίρλιτς

 

Για πολλά χρόνια η τραγική και μυθιστορηματική αυτή ιστορία είχε περάσει στη λήθη, καθώς ελάχιστοι συμπατριώτες μας ήθελαν να θυμούνται τις σκοτεινές εκείνες σελίδες της νεώτερης ιστορίας μας. Άλλωστε οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν μετά την Μικρασιατική καταστροφή, και ειδικά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο Πόλεμο στην Ελλάδα, δεν επέτρεψαν στους Έλληνες τους Ελλάδας να δημιουργήσουν επαφές και σχέσεις με τους εναπομείναντες Έλληνες στο Ανατολικογερμανικό Γκαίρλιτς ή και στο πολωνικό Ζγκόρζελετς, οι οποίοι ζούσαν ξεχασμένοι και απομονωμένοι από την Ελλάδα για πολλές δεκαετίες.

Μόνο από τα απομνημονεύματα και τις διηγήσεις κάποιων επιζώντων, που είχαν μεταφερθεί τότε σαν στρατιώτες στο Γκαίρλιτς, είχαν την δυνατότητα να μάθουν κάποιοι νεότεροι την ιστορία αυτή.

Ο γράφων το παρόν άρθρο, που μεγάλωσε στη Δράμα και την Καβάλα, είχε την τύχη, στα μέσα της δεκαετίας του 1960, σαν μαθητής, να συναντήσει μερικούς ηλικιωμένους κατοίκους των δύο αυτών πόλεων, οι οποίοι είχαν ζήσει σαν παιδιά τα γεγονότα αυτά, και να μάθει από τις διηγήσεις τους πολλές λεπτομέρειες γύρω από όσα διαδραματίσθηκαν τότε στις πόλεις αυτές με τον ερχομό των Βουλγάρων το 1916, την παράδοση των Ελλήνων στρατιωτών των μονάδων του Δ΄ Σώματος στρατού και την αναχώρησή τους σιδηροδρομικώς για την Γερμανία.

Μόλις πρόσφατα -και μετά την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης, που άνοιξε τον δρόμο στην επανένωση των δύο Γερμανιών-, όταν άρχισαν πλέον να επισκέπτονται Έλληνες το Γκαίρλιτς και όταν κάποιοι άλλοι συμπατριώτες μας εγκαταστάθηκαν αργότερα εκεί και δραστηριοποιήθηκαν επαγγελματικά, κυρίως στον κλάδο της γαστρονομίας, άρχισε η υπόθεση αυτή να συγκεντρώνει το ελληνικό ενδιαφέρον και να ευαισθητοποιεί την ελληνική κοινή γνώμη. Έτσι ξεκίνησαν στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό δημοσιεύσεις σχετικών άρθρων στον τύπο, εκδόσεις σχετικών βιβλίων, ομιλίες, εκδηλώσεις, προβολές ιστορικών ντοκιμαντέρ, τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά αφιερώματα, που δημιούργησαν μεγάλη εντύπωση στο κοινό και αποτέλεσαν το έναυσμα για πολλές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις αναφορικά με εκείνα τα γεγονότα.

Χωρίς να μπορούμε στο παρόν άρθρο μας να εμβαθύνουμε σε όλα αυτά, περιοριζόμαστε μόνο στην περιληπτική αναφορά τριών χαρακτηριστικών περιπτώσεων.

Τον Οκτώβριο του 2006, σε ειδική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Ινστιτούτο «Γκαίτε» στην Αθήνα, με την παρουσία Ελλήνων, Γερμανών και Πολωνών επίσημων προσκεκλημένων, προβλήθηκε ένα ντοκιμαντέρ του Έλληνα σκηνοθέτη από το Βερολίνο Κωνσταντίνου Τουμπέκη για την ιστορία των Ελλήνων του Γκαίρλιτς, που έριξε φως σε πολλές –μέχρι τότε- άγνωστες πτυχές του θέματος, συμβάλλοντας στο να αρχίσει να γίνεται ευρύτερα γνωστή στο ελληνικό κοινό η ξεχασμένη αυτή ιστορία.

Μεγάλη συμβολή σε αυτό είχε αναμφισβήτητα και το βιβλίο «Οι Έλληνες του Γκαίρλιτς, 1916-1919» του εγκατεστημένου στο Βερολίνο συμπατριώτη μας Γεράσιμου Αλεξάτου, που εκδόθηκε στην Ελλάδα από τον εκδοτικό οίκο των Αδελφών Κυριακίδη και αποτελεί μία εξαιρετική μελέτη της υπόθεσης αυτής, περιγράφοντας με μεγάλη ακρίβεια πολλές άγνωστες και συναρπαστικές λεπτομέρειες.

Το βιβλίο αυτό υπήρξε σημαντικό βοήθημα στη συγγραφή του παρόντος άρθρου και αποτελεί αναμφισβήτητα την πιο αξιόπιστη και εμπεριστατωμένη πηγή για το θέμα.

Τέλος, αναφέρουμε, ότι την Άνοιξη του 2011 οργανώθηκε και πραγματοποιήθηκε επίσκεψη-προσκύνημα στο Γκαίρλιτς και στο Ζγκοζέλετς από πολυμελή ομάδα Ελλήνων, με πρωτοβουλία του ελληνικού συλλόγου «Εξάντας» του Βερολίνου, στην οποία συμμετείχαν ο συγγραφέας του βιβλίου αυτού, Γερμανοί φιλέλληνες, εκπρόσωποι της ελληνικής πρεσβείας του Βερολίνου, δημοσιογράφοι και ελληνικό τηλεοπτικό συνεργείο της ΝΕΤ, που ετοίμασε ειδική εκπομπή, η οποία προβλήθηκε από την ελληνική κρατική τηλεόραση.

Στα πλαίσια της επίσκεψης αυτής, που έτυχε θερμής υποδοχής από τις τοπικές αρχές του Γκαίρλιτς και του Ζγκοζέλετς αλλά και ιδιαίτερης προβολής από τον τοπικό γερμανικό τύπο, πραγματοποιήθηκε σειρά εκδηλώσεων, στις οποίες συμπεριλαμβάνοντας ομιλίες, ξενάγηση στο στρατόπεδο και καταθέσεις στεφάνων στους τάφους των Ελλήνων στρατιωτικών, που ο πρόωρος θάνατός τους δεν τους επέτρεψε να γυρίσουν πίσω στην πατρίδα.

ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΧΑΤΖΗΪΩΑΝΝΟΥ