Την εξαίρεση από τον φόρο υπεραξίας των ακινήτων που βρίσκονται στην κατοχή των ιδιοκτητών πάνω από 25 – 30 χρόνια αποφάσισε το οικονομικό επιτελείο προκειμένου να τεθεί σε ισχύ ο νόμος.
Ο υφυπουργός Οικονομικών Γιώργος Μαυραγάνης άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρξουν αλλαγές σε ορισμένα μέτρα φορολόγησης, όπως στον φόρο υπεραξίας, σημειώνοντας ότι σε αυτό βοηθούν η δημοσιονομική επιτυχία και η φορολογική συμμόρφωση.

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι αλλαγές που έχουν αποφασιστεί προβλέπουν:

 Εξαιρούνται από τον φόρο υπεραξίας 15% επί της διαφοράς τις τιμής κτήσης και της τιμής πώλησης οι ιδιοκτήτες που μεταβιβάζουν τα ακίνητά τους, τα οποία έχουν διακρατήσει για διάστημα μεγαλύτερο των 25 – 30 χρόνων.
Στελέχη του υπουργείου Οικονομικών αναφέρουν ότι η απόφαση αυτή ελήφθη λόγω της αδυναμίας υπολογισμού της αξίας κτήσης των ακινήτων. Χωρίς την αρχική αξία του ακινήτου δεν μπορεί να υπολογιστεί η υπεραξία κατά τη μεταβίβαση και βέβαια ούτε ο σχετικός φόρος. Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίστηκε στα παλαιά ακίνητα, άνω των 25 – 30 χρόνων, καθώς και σε όσα έχουν κατασκευαστεί με αυτεπιστασία.
 Αλλαγές θα επέλθουν και στον τρόπο απόδοσης του φόρου στο ελληνικό Δημόσιο. Οι πωλητές, θα περνούν πρώτα από την εφορία προκειμένου να ελεγχθεί ο φόρος υπεραξίας ακινήτων που προκύπτει κατά την πώληση του ακινήτου και εν συνεχεία θα ολοκληρώνεται η συμβολαιογραφική πράξη. Ο συμβολαιογράφος θα είναι υπεύθυνος μόνο για την παρακράτηση και απόδοση του φόρου υπεραξίας. Η δήλωση υπεραξίας θα υποβάλλεται από τον πωλητή στη ΔΟΥ πριν από την υπογραφή του συμβολαίου, θα ελέγχεται, θα βεβαιώνεται ο φόρος και θα εκδίδεται η ταυτότητα οφειλής.
Ο φόρος υπεραξίας με συντελεστή 15% επιβάλλεται στους πωλητές ακινήτων και προκύπτει από τη διαφορά της τιμής κτήσης και την τιμή πώλησης του ακινήτου. Με βάση τον νόμο, ως υπεραξία νοείται η διαφορά μεταξύ της τιμής κτήσης που κατέβαλε ο φορολογούμενος και της τιμής πώλησης που καταβάλλεται σε αυτόν και λαμβάνεται αποπληθωρισμένη. Η τιμή κτήσης είναι το τίμημα που αναγράφεται στο συμβόλαιο ή το πραγματικό τίμημα που καταβλήθηκε, όπως προκύπτει από κατάλληλα δικαιολογητικά ή το πραγματικό κόστος σε περίπτωση ανέγερσης κτίσματος και σε περίπτωση που δεν υπάρχει τίμημα, η αξία βάσει της οποίας προσδιορίστηκε ο φόρος μεταβίβασης ακινήτου ή κατοχής κατά το χρόνο κτήσης. Δηλαδή θα λαμβάνεται υπόψη η αντικειμενική αξία του ακινήτου κατά τον χρόνο κτήσης ή η αξία την οποία προσδιόρισε η εφορία για τον υπολογισμό του φόρου μεταβίβασης, την εποχή που ο πωλητής απέκτησε το ακίνητο. Σε περίπτωση που το πωλούμενο ακίνητο έχει αποκτηθεί με κληρονομιά, δωρεά ή γονική παροχή, η τιμή κτήσης προσδιορίζεται με βάση τη φορολογητέα αξία κατά τον χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς ή κατά τον χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου δωρεάς ή γονικής παροχής.

 

 

(Γερμανο-Ελληνική  Ένωση Προστασίας Ιδιοκτητών Ακινήτων)