Μητρόπολη απάντων των Δωριέων, κοιτίδα των αρχαίων Σπαρτιατών

Του Ιωάννη Παν. Μπούγα
Διδάκτωρ Στατιστικής, συγγραφέας

«… ποιεῦσι γῶν τὰ ἂν ἐκεῖνος ἀνώγῃ· ἀνώγει δὲ τὠυτὸ αἰεί,
οὐκ ἐῶν φεύγειν οὐδὲν πλῆθος ἀνθρώπων ἐκ μάχης, αλλὰ
μένοντας ἐν τῇ τάξι ἐπικρατέ ειν ἢ ἀπόλλυσθαι.»

(… και ο νόμος αυτός επιτάσσει πάντα το ίδιο πράγμα,
δεν τους επιτρέπει δηλαδή να εγκαταλείπουν το πεδίο
της μάχης,όσο κι αν είναι το πλήθος του εχθρού. Αντίθετα,
τους επιβάλλει,παραμένοντας ακλόνητοι στις γραμμές τους,
να υπερισχύσουν ή να σκοτωθούν.)
Ηρόδοτος – Πολύμνια 104

Το βιβλίο του σχεδόν συννονόματού μου Ιωάννη Π. Μπούγα (έχουμε διαφορά μόνο στο πατρώνυμο και τον τονισμό του επωνύμου(!)) με ξάφνιασε όταν το έλαβα –ευγενικά σταλμένο από τον συγγραφέα- και με εντυπωσίασε όταν το διάβασα. Μου θύμισε κομμάτια της Ελληνικής μας παράδοσης ξεχασμένα από καιρό, αλλά το πιό σημαντικό είναι ότι συμπλήρωσε κενά για τους πρώτους μας ιστορικούς χρόνους και ξεδίπλωσε πολλά τελείως νέα στο τετράδιο της εθνογνωσίας μας.

Το βιβλίο ξεκινά με μιά συνοπτική αφήγηση κεντρικών στοιχείων της Ελληνικής μυθολογίας και προϊστορίας που συνδέονται με τα βουνά της κεντρικής Ελλάδος. Από τον Παρνασσό, όπου προσάραξε η κιβωτός του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, που γέννησαν τον Έλληνα, γενάρχη των Ελλήνων, την Οίτη, τόπο θανάτου του Ηρακλή διά πυρράς, την Πίνδο, όπου ανδρώθηκε η φυλή των Δωριέων, και φυσικά το βουνό των θεών, τον Όλυμπο.

Εν συνεχεία ακολουθεί την πορεία και προσφορά του Δωρικού φύλλου των Ελλήνων, από την κάθοδό τους και εγκατάσταση, γύρω στα 1200 π.Χ., στη Δωρική Κοιλάδα, την περιοχή μεταξύ των βουνών Παρνασσός, Γκιώνα, Οίτη και Καλλίδρομον, μέχρι την μετακίνησή τους νότια στην Πελοπόννησο, τα νησιά του Αιγαίου και την Ιωνία. Είναι η εποχή μετά τον Τρωϊκό πόλεμο (1280-1270 π.Χ), που προκάλεσε μεγάλο μαρασμό στα στρατιωτικά και πολιτιστικά κέντρα της νότιας Ελλάδας, και το τέλος της Μινωϊκής και Μυκηναϊκής περιόδου. Έτσι η κάθοδος των Δωριέων δεν συνάντησε σημαντική αντίσταση από τα άλλα Ελληνικά φύλλα.

Βασισμένος σε συγκριτική μελέτη αρχαίων κειμένων, ιστορικών και περιηγητών, και αρχαιολογικών ευρυμάτων (επιγραφών, κλπ.), τα οποία συμπλήρωσε με προσωπική γνώση της περιοχής και λεπτομερή έρευνα των ερειπίων της, δίνει μιά ζωντανή και τεκμηριωμένη τοπογραφική περιγραφή της Δωρικής τετράπολης –Κιτύνιον (άνθος ροδιάς), Πίνδος, Βόϊον, και Ερινεός (άγρια συκιά)- και της ανάπτυξής της στο πρώτο κέντρο δύναμης του φύλου των Δωριέων. Η τετράπολη της εύφορης Δωρικής Κοιλάδας, τοποθετημένη γεωγραφικά σε κομβικό σημείο διάβασης, με την ασφάλεια των γύρω βουνών, πολύ κοντά και στον «ομφαλό της γης», το Μαντείο των Δελφών, εξελίσσεται γρήγορα σε Μητρόπολη των απανταχού Δωριέων.

Μετά από πάροδο 100 περίπου ετών, ο πληθυσμός της Δωρικής τετράπολης είχε αυξηθεί σημαντικά, σε βαθμό που δεν μπορούσε πλέον να εκτραφεί επαρκώς στην περιοχή. Ταυτόχρονα ένοιωθε πολεμικά πολύ υπέρτερος με την οργάνωση της φάλαγγας και την εισαγωγή της ολόσωμης ασπίδας και του μακρού δόρατος. Έτσι ξεκίνησαν οι επόμενες μετακινήσεις των Δωριέων νοτιότερα, στην Πελοπόννησο, στα νησιά του νότιου Αιγαίου -στην Κάρπαθο δημιούργησαν και εκεί τετράπολη (Βρυκούντα, Νίσυρο, Αρκεσία και Ποτίδαιο) – και στην Μικρά Ασία, που ο συγγραφέας τις περιγράφει συνοπτικά και με περισσή δεξιοσύνη.

Το σώμα που μετακινήθηκε από τη Μητροπολιτική Δωρίδα γιά την Πελεπόννησο ήταν το μεγαλύτερο, και ιστορικά δικαιολογήθηκε αργότερα και ως η «επάνοδος» των απογόνων του ήρωα Ηρακλή που είχαν εκδιωχθεί παλαιότερα από την Τίρυνθα της Αργολίδος. Οι Δωριείς που κατευθύνθηκαν στην Πελοπόννησο αποτελούνταν από αρκετές χιλιάδες νέους πολεμιστές, που τους ακολουθούσαν και πιό πολλές χιλιάδες γυναικόπεδα. Γιά να αποφύγουν τα δύσκολα περάσματα του Κιθερρώνα, που έπρεπε να διαβούν γιά να φθάσουν εκεί μέσω του Ισθμού της Κορίνθου, αναζητούν μιά διαφορετική οδό και μέσα. Κατευθύνονται δυτικά μέσω της χώρας των Οζολών Λοκρών, και φθάνουν στην περιοχή της Ναυπάκτου. Εκεί με την βοήθεια των Αιτωλών ναυπήγησαν σχεδίες, και πέρασαν απέναντι στην αφύλακτη Αχαϊα, λίγο δυτικά του Αιγίου. Στην τοποθεσία έδωσαν το όνομα Ερινεός, μία από τις πόλεις της Τετράπολης από όπου ξεκίνησαν. Στην περιοχή υπάρχει μέχρι σήμερα χωριό με το όνομα Ερινεός.

Από εκεί εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την Πελοπόννησο, εκτός της Ηλείας στην οποία κατοικούσαν ήδη φιλικές πρωτο-Δωρικές φυλές, που είχαν κατέλθει εκεί ενωρίτερα. Οι Δωριείς δοκίμασαν μέσω του Ισθμού της Κορίνθου να εισέλθουν και να εποικίσουν και την Αττική, αλλά δεν μπόρεσαν να προχωρήσουν πέρα από την πόλη των Μεγάρων, την οποίαν κατέλαβαν.

Παντού όπου εγκαταστάθηκαν έγιναν η κυρίαρχη φυλή, συνήθως ενσωματώνοντας τους εντοπίους, υποδουλώνοντας άλλους ή αναγκάζοντάς τους να μετοικίσουν κάπου αλλού. Γενικά, οι μετακινήσεις των πρωτο-Ελληνικών και Ελληνικών φύλλων, που συνήθως γίνονταν προς αναζήτηση πιό εύφορων ή πιό ασφαλών περιοχών, συχνά συνοδεύονταν από πολεμικές συγκρούσεις, αλλά όχι από γενοκτονίες εις βάρος των ηττημένων. Γιά ένα μεγάλο διάστημα, οι Δωριείς είχαν θεωρηθεί αποκλειστικά υπεύθυνοι καταστροφής των Μυκηνών, που η απουσία τους από τα Ελληνικά πράγματα συμπίπτει περίπου με την κάθοδο των Δωριέων στην Αργολίδα. Όμως, άλλα στοιχεία οδηγούν στην εκτίμηση ότι οι Μυκήνες μπορεί να κατεστράφησαν από εσωτερική εξέγερση των κατοίκων ή να εγκατελείφθησαν λόγω πολύχρονης ξηρασίας που έπληξε την περιοχή.

Εκεί που ο μεγαλύτερος αριθμός των μεταναστών Δωριέων εγκαταστάθηκε στην Πελοπόννησο ήταν η Σπάρτη, στην κοιλάδα του Ευρώτα. Ακολουθώντας το πρότυπο της Δωρικής μητρόπολής τους, οργάνωσαν 5 οικισμούς, εκ των οποίων γνωρίζουμε με βεβαιότητα τα ονόματα των τεσσάρων, την Πιτάνη, τις Λίμνες, την Μεσόα, και την Κινόσουρα. Σύντομα η Σπάρτη αναδείχθηκε σε κυρίαρχη στρατιωτική δύναμη στην Ελληνική χερσόνησο και την Ανατολική Μεσόγειο. Ο στρατός της ήταν αήττητος για περίπου 400 χρόνια, και υπολογίσιμος αντίπαλος γιά σχεδόν 800 χρόνια. Η Σπάρτη υπήρξε μαζί με την Ιωνική Αθήνα το δίδυμο των μεγάλων πυλώνων της αρχαίας Ελλάδος.

Μετά την αποχώρηση των περισσοτέρων νέων τους γιά την Πελοπόννησο, τα νησιά, και την Μικρά Ασία, οι πόλεις της Μητροπολιτικής Δωρίδας έπεσαν σε παρακμή. Πάντως, οι Σπαρτιάτες ποτέ δεν τις λησμόνησαν. Πολλές φορές προσέτρεξαν σε βοήθεια της Μητρόπολης με στρατό όταν κινδύνευαν από τους Φωκείς, τους Αθηναίους, και άλλους. Αντίστοιχα όμως και οι πόλεις της Μητροπολιτικής Δωρίδας, όσες φορές χρειαζόταν να πάρουν θέση, όπως στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, τάσσονταν πάντοτε με τους Σπαρτιάτες. Όσο η Σπάρτη ήταν δυνατή και η Μητρόπολή της ήταν ασφαλής, γιατί οι εχθροί της την απέφευγαν φοβούμενοι τη δύναμη των Σπαρτιατών. Άς σημειωθεί ότι βασιλιάς της Σπάρτης Λεωνίδας με τους 300 Σπαρτιάτες έδωσε την ξακουστή μάχη των Θερμοπυλών στη γειτονιά των προγόνων του Δωριέων. Οι 700 Θεσπιείς που επίσης έμειναν και θυσιάσθηκαν μαζί τους ήταν γείτονες των Δωριέων της Μητρόπολης.

Το βιβλίο είναι ιδιαίτερο ευανάγνωστο, παρά το πλήθος των λεπτομερών πληροφοριών που περιέχει, πολλές εκ των οποίων είναι μοναδικές, ειδικά όσον αφορά την γεωγραφική ταυτοποίηση των πόλεων και άλλων μνημείων της Δωρικής τετράπολης στην Δωρική Κοιλάδα,. Το όλο κείμενο του βιβλίου είναι ισχυρά δεμένο, και αφήνει ισχυρές εντυπώσεις στον αναγνώστη. Παρουσιάζει περιλειπτικά, αλλά πλήρως τις μετακινήσεις των Δωριέων, που εν πολλοίς καθόρισαν τις μετέπειτα εξελίξεις στην Ελληνική χερσόνησο. Με την πολεμική τους δυνότητα, που αναγκαστικά πολλά στοιχεία της πέρασαν και στις άλλες μεγάλες Ελληνικές φυλές, πρωτοστάτησαν στο να κρατηθεί γιά 800 χρόνια η αρχαία Ελλάδα ανέπαφη από εξωτερικούς επιδρομείς. Αυτό επέτρεψε την ανάπτυξη της Ελλάδος του πνεύματος και των τεχνών, που συνεχίζει να εκπλήσει και να οδηγεί. Οι ίδιοι οι Δωριείς αρίστευσαν στην αρχιτεκτονική, και ο Δωρικός ρυθμός κοσμεί άπειρα αρχαία μνημεία και σύγχρονα οικήματα ανά την υφήλιο. Και βέβαια στους νόμους και στην δημόσια διοίκηση που ήταν απαράμιλλοι, με πρώτους τους Σπαρτιάτες.

Ο συγγραφέας φαίνεται ότι οδηγήθηκε στη συγγραφή του βιβλίου του από την αγάπη του γιά τον τόπο καταγωγής του, και από το γεγονός ότι έβλεπε την Δωρική τετράπολη και τα αρχαιολογικά μνημεία της να παραμένουν άγνωστα, θαμμένα ακόμη, ή το χειρότερο να καταστρέφονται από ανθρώπινη δραστηριότητα. Οι μεγάλες πόλεις της Δωρικής μητρόπολης, κυρίως λόγω θέσεως επάνω στο πέρασμα όλων των επιδρομέων από τον βορρά που ακολούθησαν τους Ρωμαίους, κατεστράφησαν γρήγορα και ολοκληρωτικά. Έτσι τα μνημεία τους είτε θάφτηκαν κάτω από πολύ νεώτερες πόλεις και χωριά, είναι ακόμη θαμμένα σε δασωμένες περιοχές, ή και κατεστράφησαν από τη σύγχρονη μηχανική καλλιέργεια και τις εκδασώσεις που έγιναν.

Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν γίνει λίγες αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή, περισσότερο από ξένους ερευνητές, και προσπάθειες από Ελληνικές αρχαιολογικές υπηρεσίες να συγκεντρώσουν τα ευρήματα σε μουσεία και να τα καταγράψουν. Ελπίζω ότι αυτό το πολύτιμο βιβλίο θα βοηθήσει περαιτέρω αυτήν την προσπάθεια με τις εξαιρετικές πληροφορίες που περιέχει, ώστε να γίνουν έστω και τώρα αυτά που έπρεπε να είχαν γίνει πολλές – πολλές δεκαετίες ενωρίτερα. Θέλω να πιστεύω ότι θα προκαλέσει και το ενδιαφέρον των απλών πολιτών και των φορέων της περιοχής να εργασθούν γιά την ανάδειξη και προβολή της ξεχασμένης Δωρικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Να γίνει η σπίθα που θα ανάψει φλόγα αρχαιολογικού έργου στη Δωρική τετράπολη –Ερινεός, Βόϊον, Πίνδος, Κυτίνιον- που γαλούχησε τους Δωριείς, το ισχυρό Ελληνικό φύλλο που μαζί με τους Ίωνες, τους Αχαιούς, τους Αιολείς και τα άλλα μικρότερα, δημιούργησαν το μεγαλείο της Αρχαίας Ελλάδος που λαμπρύνει μέχρι σήμερα τον κόσμο.

Η περιοχή κατέχει ήδη εξέχουσα θέση στην Ελληνική ιστορία, αφού εκεί βρίσκονται οι Θερμοπύλες, η Αλαμάνα και η Γραβιά, τόποι όπου η Ελληνική ανδρεία, η αυτοθυσία και η φιλοπατρία έγιναν σύμβολα του έθνους μας. Ανάδειξη της Δωρικής τετράπολης θα ανυψώσει ακόμη περισσότερο και θα συμπληρώσει την ιστορική αξία της.

Εύχομαι ολόψυχα στον συγγραφέα να είναι καλοτάξιδο το έργο του, όπως και οι πρόγονοί του Δωριείς!

Ιωάννης Κων. Μπουγάς,
Διδάκτωρ Στατιστικής, συγγραφέας

Μόντρεαλ, Καναδάς, 12 Δεκεμβρίου, 2011

Για όποιον ενδιαφέρεται μπορεί να επικοινωνήσει με τον συγγραφέα στο τηλέφωνο: 01130- 6977-541-090