Αστάθεια ή σταθερότητα;

Μια διαφορετική οπτική και προτάσεις. Του πανεπιστημιακού και συγγραφέα Νίκου Κοτζιά.

Ποιά είναι η εμπειρία από την κυβέρνηση Παπαδήμου που αναγκάστηκε να οδηγηθεί σε εκλογές πολύ πριν τη λήξη της θητείας της; Ότι όσο μεγάλη και αν είναι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία αν η πολιτική που έχει επιλέξει να εφαρμόσει δεν έχει την συναίνεση, έστω ανοχή, της κοινωνίας, τότε δεν μπορεί και δεν αντέχει να κυβερνήσει. Η κυβέρνηση Παπαδήμου εκλέχτηκε με τα 5/6 της βουλής και είχε τη στήριξη κομμάτων που είχαν λάβει άνω των 80% των ψήφων. Τώρα, οι κυβερνήσεις που μπορεί να προκύψουν από τις επόμενες εκλογές, αν προκύψουν θα αθροίζουν στην καλύτερη περίπτωση ποσοστά γύρω στα 40% και 155-160 βουλευτές, λιγότερο, δηλαδή, από όσα είχε μόνο του το ΠΑΣΟΚ όταν εκλέχτηκε η κυβέρνηση Γ.Παπανδρέου το 2009.

Τα πιθανά σενάρια κυβέρνησης είναι μόνο δύο

Ποια είναι τα πιθανά σενάρια; Δύο, ευθέως εξαρτώμενα από το ποιο κόμμα θα βγει πρώτο, ο Σύριζα ή η ΝΔ. Και αυτό διότι είναι παραπάνω από δύσκολο να συγκροτηθεί στη χώρα κυβέρνηση χωρίς να συμμετέχει το πρώτο κόμμα. Εφόσον ισχύουν οι προσωρινές εκτιμήσεις μου, το πρώτο κόμμα θα έχει περί τις 120-130 έδρες, λίγες παραπάνω, λίγες πιο κάτω. Η «λογική» των πραγμάτων είναι να βγει πρώτο κόμμα η ΝΔ, η φορά τους, όμως, είναι να βγει ο Σύριζα. Κανείς δεν μπορεί να είναι απόλυτος διότι οι τρεις εβδομάδες μέχρι τις εκλογές μπορεί να αποδειχτούν 21 ημέρες, μπορεί, όμως, και να αποδειχτούν ένας αιώνας αλλαγών.  Σε κάθε περίπτωση αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι τα δύο αυτά κόμματα δεν πρόκειται να συμφωνήσουν σε συγκυβέρνηση.

Τα δύο πιθανά σενάρια, λοιπόν, είναι ότι ένα από τα δύο κόμματα, Σύριζα ή ΝΔ θα έχουν τη δυνατότητα να κυβερνήσουν μέσα από σύμμαχα σχήματα. Η ΝΔ με τον νεοφιλελεύθερο χώρο που θα έχει παραμείνει εκτός των γραμμών της, αν μπει αυτός στη βουλή και το ΠΑΣΟΚ. Ο Σύριζα με άλλες αριστερές και οικολογικές πολιτικές δυνάμεις. Σε αυτούς του συνδυασμούς ανοικτή είναι η στάση δύο άλλων δυνάμεων. Η μία είναι η Δημοκρατική Αριστερά (ΔΗΜΑΡ). Ελπίζω μέχρι τις εκλογές να έχει ξεκαθαρίσει προοδευτικά τις επιλογές της. Η άλλη «οι ανεξάρτητοι Έλληνες» τουλάχιστον όσον αφορά ότι είχαν πει τους προηγούμενους δύο μήνες θα στήριζαν μια αντιμνημονιακή κυβέρνηση, αλλά δεν νομίζω να έχει κλείσει εκ νέου κάθε άλλη επιλογή.

Ανεξάρτητα των συνδυασμών μπορούμε να κάνουμε τις εξής εκτιμήσεις: α) πιθανότερος πυρήνας μιας νέας κυβέρνησης θα είναι το πρώτο κόμμα, αφού λαμβάνει και τις πενήντα έδρες μπόνους. Β) υπάρχουν αρκετές δυνάμεις για να συμμαχήσουν ή ανεχθούν μια κυβέρνηση του πρώτου κόμματος, αφού όλα δείχνουν ότι η απόσταση μέχρι τα 151 θα είναι σχετική μικρή. Γ) Οποιοδήποτε κυβερνητικό μπλοκ θα έχει απέναντί του στη βουλή μια ισχυρή αντιπολίτευση, αριθμητικά μεγαλύτερη εκείνης της κυβέρνησης Παπαδήμου και, τέλος, δ) είναι αμφίβολο αν θα εκφράζει την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος και κατά προέκταση των πολιτών. Με βάση αυτά τα στοιχεία είναι πιθανότατο και η επόμενη κυβέρνηση να είναι σχετικά ασταθής μ πολλά προβλήματα αντοχής απέναντι στα προβλήματα και δοκιμασίες επιβίωσης. Πιθανόν δε, να μην αντέξει για μεγάλο χρονικό διάστημα και να χρειαστούν να γίνουν και τρίτες εκλογές προς το τέλος του 2012.

Όλα τα πιο πάνω είναι εικασίες και σενάρια. Παρόλο που τα πράγματα πιθανά να μην εξελιχθούν με αυτό τον τρόπο, η Πολιτική οφείλει να σκέφτεται πιθανές εξελίξεις και δυσκολίες ώστε να βρίσκει τρόπους να τις «κάψει» και να τις αντιμετωπίσει. Η ανάδειξη ενός προβλήματος, δηλαδή, δεν σημαίνει ούτε υπόκλιση σε αυτό, ούτε παράδοση στις δυσκολίες που εμπεριέχει, αλλά συνειδητή γνώση προβλημάτων προς αντιμετώπιση.

 Τρόποι αντιμετώπισης των επερχόμενων δυσκολιών διακυβέρνησης  

Τι μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση που έχει σχετικά μικρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία και δεν έχει εκλεγεί από μια πραγματική λαϊκή πλειοψηφία; Και εδώ υπάρχουν δύο δρόμοι. Ο ένας είναι να «υποτάξει» με τρόπο αυταρχικό την λαϊκή πλειοψηφία ώστε να μην εκδηλωθεί ούτε ως άποψη, ούτε και ως δράση. Αυτό σημαίνει ότι αν τυχόν εκλεγεί μια κυβέρνηση με κορμό την ΝΔ, ένα από τα πρώτιστα καθήκοντα του δημοκρατικού κινήματος είναι να κόψει τον δρόμο υποβάθμισης των δημοκρατικών θεσμών και λήψης αυταρχικών μέτρων. Η ΝΔ έχει και έναν δεύτερο δρόμο για να κυβερνήσει, είναι να λάβει «ανακουφιστικά δώρα» από τον ξένο παράγοντα και την τρόικα. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο υπό δύο όρους. Ο πρώτος είναι η ίδια να θέσει φραγμούς στις σε μια πρώτη ματιά εύκολες λύσεις του αυταρχισμού και να κατανοήσει ότι μέσα σε περίοδο ανθρωπιστικής κρίσης αυτό θα είναι το τελικό κτύπημα στην Ελληνική Δημοκρατία. Το δεύτερο είναι να αναγκαστούν να κατανοήσουν οι ξένοι ότι το πράγμα δεν πάει άλλο με τέτοιες λογικές ύφεσης, άγριας ανακατανομής πλούτου και εισοδημάτων σε βάρος του λαού.

Διαφορετικά τίθενται τα ζητήματα για μια κυβέρνηση που θα στηρίζεται στον Σύριζα. Σε αυτή την περίπτωση οι διαθέσεις «παραχωρήσεων» των ξένων θα είναι μικρότερη, ενώ δεν μπορεί να αποκλείσει κανείς ότι θα υπάρξουν προκλήσεις που να δίνουν πειστικότητα στις πολλαπλές πιέσεις. Ο Σύριζα συμμετέχοντας σε μια κυβέρνηση που δεν θα έχει την συντριπτική πλειοψηφία του λαού μαζί της έχει μόνο μία λύση: να πείσει με την πρακτική της και να αυξήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών απέναντί της. Για να το πετύχει αυτό θα πρέπει να είναι στη λειτουργία της (χωρίς ιεράρχηση) α) δημοκρατική, β) αποτελεσματική, γ) με βαθιά ηθική στάση και συμπάσχουσα με τον λαό, δ) ικανή να κατανοήσει το νέο διεθνές περιβάλλον και να το αξιοποιήσει με μια ενεργητική ευρωπαϊκή και εξωτερική πολιτική, ε) να αποδείξει ότι αυτά που έλεγε προεκλογικά, και όχι μόνο, τα εννοούσε με ειλικρίνεια και μην αφήσει περιθώρια προκλήσεων τόσο στον άμεσο εξωτερικό περίγυρο, όσο και στο εσωτερικό, θα χρειαστεί, δηλαδή, πολύ μυαλό, νηφαλιότητα, σύνεση και αντοχές. Δεν είμαι σίγουρος αν σήμερα τα διαθέτει όλα αυτά σε επάρκεια, είμαι, όμως, σίγουρος ότι οφείλει σύντομα και εντατικά να τα αποκτήσει.

 Άμεσα προγράμματα ή άμεση νομοθεσία;

Στην παράδοση των αριστερών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ανήκει και η πρόταση ενός κυβερνητικού προγράμματος για το τι θα κάνει ένα κόμμα τις εκατό πρώτες ημέρες. Ένα τέτοιο πρόγραμμα εμφάνισε το ΠΑΣΟΚ το 1981. Είναι γνωστή η τύχη αυτών των προγραμμάτων, ένα μέρος -το πιο εύκολο- πραγματώνεται, ενώ ένα άλλο –κατά κανόνα το πιο δύσκολο- εγκαταλείπεται στον χρόνο. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι πάντα σίγουρο εάν το εφαρμοσθέν τμήμα αυξάνει την εμπιστοσύνη των πολιτών, ή αυτή μειώνεται από το τμήμα που δεν εφαρμόζεται.

Η δική μου πρόταση εδώ και χρόνια είναι διαφορετική. Μεθοδεύει τα πράγματα με διαφορετικά εργαλεία και προσεγγίσεις από εκείνα που προτείνει το πρόγραμμα των εκατό ημερών. Επίσης, κατά τη γνώμη μου, διασφαλίζει καλύτερα τόσο την άμεση υλοποίηση, όσο και την αύξηση της εμπιστοσύνης του λαού απέναντι σε μια κυβέρνηση. Αύξηση που σημαίνει ότι οι πολίτες μετά τα πρώτα δείγματα δίνουν περιθώρια κινήσεων στην κυβέρνηση. Χρησιμοποιήθηκε από την κυβέρνηση του Ρούσβελτ μετά την μεγάλη κρίση προκειμένου να υπάρξει χρόνος για πιο μακρόπνοες πολιτικές και αλλαγές.

Η πρότασή μου είναι η διαμόρφωση ενός προγράμματος «100 ωρών». Δεν παίζω με το χρόνο. Εννοώ ότι ένα κόμμα που βρίσκεται στα πρόθυρα της διακυβέρνησης και διαθέτει ένα σύνθετο και μεγάλο πρόγραμμα, μαζί με την παρουσίαση του στον λαό, οφείλει να δεσμευτεί ότι τις πρώτες εκατό (120, 150 κοκ) ώρες λειτουργίας της Βουλής θα καταθέσεις και θα ψηφίσει πέντε (6, 7, κοκ) νομοσχέδια ανακούφισης της κατάστασής του πολίτη (όπως ελάχιστη σύνταξη, συλλογικές συμβάσεις) και διασφάλισης της δημοκρατίας (όπως νόμος τιμωρίας υπουργών προηγούμενων κυβερνήσεων, καθιέρωση εκλογικού νόμου απλής αναλογικής). Με αυτό τον τρόπο, με το που θα ψηφίσει η κυβέρνηση στις πρώτες ώρες λειτουργίας της βουλής τέτοια νομοσχέδια, αυτόματα αυξάνει τις σχέσεις εμπιστοσύνης με το λαό, κερδίζει πολύτιμη υποστήριξη και χρόνο.

Εν τέλει, και κατά τη γνώμη μου, το κύριο δεν είναι απλά ποιες δυνάμεις καλούνται να κυβερνήσουν, κάτι που έχει ασφαλώς κομβική σημασία, αλλά με ποιο πρόγραμμα και μέσα από ποιες διαδικασίες θα κυβερνήσει κάποιος. Το πρώτο ερώτημα οδηγεί σε αναζήτηση μιας εκ των πραγμάτων μπλοκαρισμένης από ορισμένες δυνάμεις «αριστερής κυβέρνησης», το δεύτερο σε μια δημοκρατική-προοδευτική και πατριωτική κυβέρνηση που λύνει προβλήματα δημοκρατικής σωτηρίας της χώρας σε όλο το εύρος της πολιτικής.