Καλό και ευχάριστο Δεκαπενταύγουστο 2011

«Μη με μαλώνεις, βρε πουλί, και μη με παραδιώχνεις,
τί εγώ πολύ δεν κάθομαι στον τόπο το δικό σου.
Αν κάτσω Μάη και Θεριστή κι όλον τον Αλωνάρη,
κι αν πάρω κι απ’ τον Αύγουστο, τον Τρυγητή μισεύω,
κι αφήνω γεια στις όμορφες και γεια στις μαυρομάτες
κι εγώ πάγω στον τόπο μου, γυρνώ στους εδικούς μου.»

 (Δημοτικό)

Ανταπόκριση από την Ελλάδα

Γράφει ο Απόστολος Δίκογλου

 

Πανάρχαια είναι, φίλοι της ξενιτιάς, η λαχτάρα του Έλληνα να ξενιτευτεί. Δεν ήταν πάντα αιτία η ανέχεια, η φτώχεια και τα κοντράτα του Βελγίου και της Γερμανίας του καιρού μας. Τα παλικάρια, οι Αργοναύτες, που φεύγουν από την Ιωλκό με την Αργώ τους για τη μαύρη θάλασσα, ο απόπλους του στόλου των ενωμένων Ελλήνων από την Αυλώνα για την Τροία, ο Ηρακλής για να φέρει τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων, ο Σόλων που πάει στην αυλή του Κροίσου, ο Πυθαγόρας στις Πυραμίδες και στους ιερείς της Αιγύπτου, ο Στρατηλάτης Αλέξανδρος στην Όαση του Σίβα και στους Γιόγκι των Ινδιών, είναι λίγο-πολύ γνωστά σε όλους τους Έλληνες από τη σχολική τους αγωγή και παιδεία. Οι πρόγονοί μας ήρωες έχουν ένα κοινό γνώρισμα μεταξύ τους που εξηγεί και τα κατορθώματά τους. Πρόκειται για τη γόνιμη κι ανήσυχη ιδιοσυγκρασία των Ελλήνων που διψούν κυριολεκτικά για το άγνωστο και το επικίνδυνο της περιπέτειας. Σιμά η απορία, η περιέργεια της θεώρησης του κόσμου. Αδημονεί ο Έλληνας, να πάθει και να μάθει από τους σπουδαγμένους. Το μεράκι της μάθησης και της γνώσης φλογίζει αδιάκοπα το νου και την καρδιά. Έτσι βγαίνει μια μέρα στους δρόμους του κόσμου. Και ο ποιητής (Κωνσταντίνος Καβάφης) από κοντά τον συμβουλεύει: -«Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη/ να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος/ γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.» Ενώ ο άλλος πάλι (Κωστής Παλαμάς) τον εμψυχώνει: -«Μες στο σεισμό, το χαλασμό, κάστρο τη γνώμη σου να στήσεις.»

Από τα εγκαίνια ενός νέου Υποκαταστήματος της Dresdner Bank στην περιοχή Lörick-Düsseldorf στα μέσα του 1970. Στη γερμανική Τράπεζα (δεύτερη σε όγκο συναλλαγών μετά τη Deutsche Bank. Την 3 θέση κρατούσε η Commerzbank και ακολουθούσε η Τράπεζα των Συνδικάτων Bank für Gemeinwirtschaft) εργάστηκα από το 1970 ως το 1984. Από εκεί μεταπήδησα, μετά από σχετική πρόταση, στη Handelsbank GMBH Δυτικής Γερμανίας, Θυγατρική της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος

Μέσα, λοιπόν, σ’ αυτό πανάρχαιο γίγνεσθαι της φυλής στροβιλιζόμαστε κι εμείς σήμερα, οι Νεοέλληνες. Δεν υπάρχει γωνιά τούτης της γης να μην υπάρχει, να μη ζει και να μην προκόβει ο Έλληνας. Που πήγαμε και δεν στεριώσαμε, που μείναμε και δεν δημιουργήσαμε, που δραστηριοποιηθήκαμε και δεν μεγαλουργήσαμε! Στην Αμερική απ’ άκρη σε άκρη, στην Αυστραλία, στην Ασία των παλαιών και των νέων χρόνων, στην Αφρική και τέλος στη γειτονιά μας, τη γηραιά Ήπειρο, η οποία φέρει με περισσή υπερηφάνεια το ωραίο όνομα της πεντάμορφης πριγκιποπούλας Ευρώπης. Ξετρελαμένος, μας λέει ο Μύθος, από ερωτικό πόθο ο αλανιάρης θεός των Ελλήνων Ζευς, μαγεμένος από την ωραιότητα και τα κάλλη τής πριγκιποπούλας, μην αντέχοντας άλλο -ας είναι και θεός- το σαράκι στα σωθικά του, σοφίζεται την μεταμφίεσή του σε Ταύρο και την απαγάγει μέρα μεσημέρι μέσα από την αγκαλιά των δικών της. Γνωρίζουμε τη συνέχεια, το άγριο κυνηγητό από τους αδελφούς τής κοπέλας και τον κρυψώνα που βρίσκει αποσταμένος, στα πανύψηλα και απάτητα βουνά της Κρήτης. Από την Ευρώπη, λοιπόν, και το σπέρμα του θεού των θεών Δία, κρατάει το σόι της γηραιάς ηπείρου! Γι αυτό κι αυτή φιλότιμα προσπαθεί, μερικές δεκαετίες τώρα, να γίνει αυτό που ήθελε πάντα να γίνει και δεν το κατόρθωσε ποτέ: μια ενωμένη ενιαία χώρα, ειρηνική και ευημερούσα, χωρίς φραγμούς και σύνορα! Η Ευρώπη! Μια ήπειρος φορτωμένη ιστορία, γνώση, επιστήμες και δόξα, αλλά και φοβερούς πολέμους και βιβλικές καταστροφές. Ο απαράμιλλος Πολιτισμός της (και όπου γης άνθρωποι το γνωρίζουν αυτό) εκπηγάζει από τις απύθμενες κι αστείρευτες Δεξαμενές του Ελληνικού Πολιτισμού, του Πολιτισμού μας! Είναι ετούτη η βαριά κληρονομιά και υποθήκη συνάμα, που κάνει καμιά φορά εμάς τους απογόνους να γινόμαστε υπέρμετρα υπερήφανοι και μάλιστα σε σημείο που να ενοχλούνται οι ξένοι γύρω μας. Ιδιαίτερα όταν, πάνω στο δίκαιο θυμό μας, εκστομίζουμε προς τη μεριά τους την προσβλητική φράση: Απολίτιστοι, εμείς σας δώσαμε τα φώτα και τα πρότυπα για να οργανώσετε τις πρώτες κοινωνίες σας! Και όντως έτσι έχει. Είμαστε οι δωρητές των μεγάλων ιδανικών, των μεγάλων εμπνεύσεων και οραμάτων της ανθρωπότητας!

Στο Κεντρικό Κατάστημα της Dresdner Bank στην Königsallee είχε στηθεί (αφορμή μια καμπάνια των τοπικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων υπέρ της ποδοσφαιρικής ομάδας της πόλης Fortuna, που πήγαινε από το κακό στο χειρότερο) μέσα στην τεράστια αίθουσα συναλλαγών ένα κανονικό ομοίωμα (Tor, χωρίς τερματοφύλακα), όπου στη δεξιά γωνία υπήρχε οπή μεγέθους ενός καλαθιού. Καθένας, πελάτης και μη, είχε την εύκαιρα να κερδίσει διάφορα δωράκια και επαίνους αν κατόρθωνε με μόνο 3 σουτ να καρφώσει τη μπάλα στο δίχτυ. Ο φακός έπιασε και μένα (ήμουν στο Τμήμα Werbung-Verkaufsförderung) τη στιγμή που δοκίμαζα την ευστοχία του δεξιού μου ποδιού. Αν θυμάμαι καλά χωρίς επιτυχία …

Δεν είναι, λοιπόν, υπερβολή τα όσα γράφονται δωπέρα. Εμείς που ζούμε σαράντα ολάκερα χρόνια στη Γερμανία πόσες φορές δεν γίναμε αυτόπτες μάρτυρες όπου επιφανείς πολιτικοί, συγγραφείς, καθηγητές, φιλόσοφοι και άλλοι διανοούμενοι αναφέρονταν με αφτιασίδωτους επαίνους στα αξεπέραστα επιτεύγματα των προγόνων μας; Πόσες φορές δεν ακούσαμε με τα ίδια μας τα αυτιά τα λόγια τα μεγάλα; Οι Έλληνες είναι εκείνοι που μας δώσανε δυνατές εμπνεύσεις για μεγάλα και φωτεινά έργα, τα Muster-Πρότυπα, για να οικοδομηθεί έπειτα με υπομονή αυτό που σήμερα ονομάζουμε όλοι Ευρωπαϊκό ή Δυτικό Πολιτισμό. «Εσείς οι Έλληνες μας έχετε χαρίσει υπέροχες, θεϊκές, μοναδικές λέξεις με βαθυστόχαστο και ανεξάντλητο περιεχόμενο. Λέξεις όπως: αρμονία, νοσταλγία, φιλοσοφία, αρχιτεκτονική, άλγος, ειρήνη, θεωρία, πράξη, οργάνωση, διάγνωση, πρόγνωση, αυτοψία, παθολογία, δημοκρατία, ακαδημία, πολιτική, λέξη, βιβλίο, παιδαγωγική, μαθηματικά, αλφάβητο, γραμματική, σύνταξη, σφαίρα, ατμός, ψυχή, φυσική, τέχνη, θήκη, λογική, ιδέα, άτομο, ενέργεια, κοσμοπολίτης, αθλητής, θρίαμβος, θέατρο, δράμα, κωμωδία, μουσική, μελωδία, ψαλμός, ωδή, βιολογία, ανατομία, δίαιτα, λύση, πρόβλημα, πρόγραμμα, ιστορία, λυρισμός, ειδύλλιο, ευχαριστία, ευδαιμονία, χαρακτήρας, φιλανθρωπία, φιλοξενία, ήρωες, ευθανασία, σύνδρομο, ψυχανάλυση, σύνθεση, ήχος, σύμβολο, ψυχοσωματική, αναιμία, αέρας, αγωνία, αναρχία, τυραννία, φοβία, πανικός, καταστροφή! Χιλιάδες είναι οι λέξεις από τη γλώσσα σας στα λεξικά μας, θεμέλιοι λίθοι του γλωσσικού και πνευματικού μας οικοδομήματος!» Το ίδιο βέβαια ισχύει και στις άλλες γλώσσες της Ευρώπης. Και στο σημείο αυτό ταιριάζει, νομίζω, να σας διηγηθώ μια άγνωστη, για κάποιους ίσως, ιστορία. Πριν από αρκετά χρόνια ο γνωστός Τραπεζίτης, και για ένα διάστημα Πρωθυπουργός (Οικουμενική Κυβέρνηση1989) της χώρας, Ξενοφών Ζολώτας, μίλησε σε Συνέδριο Άγγλων συναδέλφων του στο Λονδίνο χρησιμοποιώντας μόνο ελληνικές λέξεις που τις είχε πάρει από την αγγλική. Και ω του θαύματος! Ο λόγος του έγινε απόλυτα κατανοητός και καταχειροκροτήθηκε. Αυτό Συνέλληνες, εδώθε και εκείθε των συνόρων, δεν είναι μύθευμα. Το κείμενο υπάρχει! Αμέτρητες φορές έχουμε ακούσει στα εργοστάσια, αλλά και στην καθημερινή μας ζωή, να μας λένε οι Γερμανοί Vorarbeiter: Jetzt meine Herren machen wir Pause! Αυτή η χιλιοειπωμένη λέξη Πάουζε, που την ακούμε συνεχώς γύρω μας, δεν είναι άλλη από την ελληνικότατη λέξη παύσις! Από το ρήμα παύω. Δηλαδή σταμάτημα, διακοπή από έναν αέναο ρυθμό, όπως είναι η εργασία, αλλά δυστυχώς καμιά φορά και της ίδιας της καρδιάς μας! Ναι, έτσι είναι, συμπατριώτες και συμπατριώτισσες της ξενιτιάς. Είμαστε, είτε το θέλουν, είτε δεν το θέλουν κάποιοι, το άλας της γης! Κι αυτό πρέπει να παραμείνουμε.

Θα μου πείτε τώρα, φίλε Δίκογλου, και τι σχέση έχουν όλα αυτά τα καλά και τα ωραία που μας λες με τον μήνα Αύγουστο; Να σας απολογηθώ: Στα μύχια της ψυχής τού Έλληνα δεν βρίσκεται μόνο η λαχτάρα της φυγής, αλλά και αυτή της νοσταλγίας, ο Νόστος της επιστροφής στον τόπο που γεννήθηκε. -Να δω τον καπνό από το τζάκι του σπιτιού μου, μονολογούσε ο πολυταξιδεμένος Οδυσσέας, και έπειτα ας πεθάνω! Και οι παλαιοί, στα μαύρα χρόνια της οθωμανικής σκλαβιάς, σιγοψιθυρίζανε ο ένας στον άλλο: θέλω να γυρίσω στον τόπο των δικών μου «στον τόπο που γεννήθηκα κι ας τον πατούν οι ξένοι.»

Τον καιρό που δεν υπήρχαν ακόμη αεροπλάνα, αυτοκίνητα και κινητά τηλέφωνα, Internet, Facebook κλπ. η λαχτάρα να μάθουμε κάτι νέο από την μακρινή μας πατρίδα, ιδιαίτερα αυτονών που μένανε στην Αμερική, γινότανε με το να γυροφέρνουν λιμάνια και σιδηροδρομικούς σταθμούς με την ελπίδα μήπως και συναντήσουν κάποιον νεοφερμένο πατριώτη και να μάθουν απ’ αυτόν τα νέα της πατρίδας. Κι αν αυτά ήσαν καλά χαιρόντουσαν σαν τα μικρά παιδιά και ύστερα σε κάποιο καπηλειό ευφραίνανε τις καρδιές τους με ένα ποτήρι κρασί και κουβεντούλα. Και όταν πάλι αυτά ήσαν άσχημα και πένθιμα, θλίψη, βουβαμάρα και μαύρη σκιά ολόγυρα. Συχνά το παράπονο και η ανημπορεσιά γινόταν πικρό δάκρυ για να κυλήσει από τις κόγχες των ματιών στα μάγουλα. Αλλά και επί των ημερών μας. Θυμάστε, στα πρώτα χρόνια της ξενιτιάς μας, με τις ώρες γυροφέρναμε κι εμείς μέσα στους μεγάλους σταθμούς του Μονάχου, της Στουτγάρδης, της Φραγκφούρτης, της Κολωνίας, του Ντύσσελντορφ, του Ντόρτμουντ και του Ανοβέρου. Από τον Πειραιά ξεκινούσε το τραίνο των Gastarbeiter για τη Γερμανία, παίρνοντας μαζί του από σταθμό σε σταθμό τα νιάτα της μάνας Ελλάδας. Τί ήταν ανήμπορη η πατρίδα να μας χορτάσει ψωμί και παιδεία, να μας εξασφαλίσει μια θέση δουλειάς. Κι εμείς παλικαράκια και·κοπελιές στο άνθος της ηλικίας μας, χωρίς γλώσσα, χωρίς χρήματα, χωρίς καν γνώση του προορισμού μας, νιώθαμε ένα πικροχαρούμενο συναίσθημα να βαραίνει την καρδιά μας. Μια γιατί αφήναμε πίσω μας γονείς, αδέλφια, φίλους, αγαπητικιά, και από την άλλη ηδονιζόμασταν από το άγνωστο που μας περίμενε στην μακρινή, για κείνα τα χρόνια, Γερμανία. –«Μανούλα θα φύγω, μην κλάψεις για μένα, η μοίρα το γράφει μονάχος να ζω» τραγουδούσαμε ασυντόνιστα το γνωστό λυπητερό τραγούδι του Στέλιου Καζαντζίδη, μέσα στα εργατοβαγόνια με σκέψεις ανάκατες. Το Dortmund ήταν ο τελευταίος σταθμός! Θυμάστε, πως τεντώναμε το αυτί, μήπως κι αρπάξουμε από κάπου την ελληνική λαλιά, τη λαλιά τη γνώριμη που τόσο μας έλειπε.

Στην Κολωνία 4 Απριλίου 1967 έξω από το σπίτι που έμεινε ο επιστήθιος φίλος (η φιλία άρχισε (αριστερός αυτός δεξιός εγώ) το Φθινόπωρο 1959 και κρατάει έως σήμερα) Γιώργος Κασμερίδης. Ο Γιώργος, μετά το πτυχίο του στην ΑΣΟΕ, έκανε εκείνον τον καρό την διδακτορική του διατριβή στα Οικονομικά / Betriebswirtschaft, στο Πανεπιστήμιο zu Köln. Είχε αγοράσει μια φωτογραφική μηχανή μάρκα Exakta και μαθαίνοντας φωτογράφιζε ό,τι έβρισκε μπροστά του. Άτυχος, βρέθηκα κι εγώ στο δρόμο του. Όσο για την πίπα: Τότε μας είχε πιάσει όλους η σοσιαλίζουσα μανία (Μάριος Νικολινάκος, Θωμάς Ρηνιώτης, Γιώργος Κασμερίδης, Αχιλλέας Νικολαϊδης, Γιάννης Χανούμης, Κώστας Νικολάου, Βάσος Μαθιόπουλος, Κάρολος Παπούλιας και άλλοι). Πρότυπο, εκτός από την αριστερή διανόηση, υψηλόβαθμα στελέχη της SPD (στο ζενίθ τότε τής πολιτικής της εξουσίας και αίγλης), όπως ο Fraktionschef Herbert Wehner, o Vordenker Egon Bahr, o Professor Horst Ehmke = αυτός έφερε από την Ελλάδα στη Γερμανία τον κρατούμενο στις φυλακές Καθηγητή Γεώργιο-Αλέξανδρο Μαγκάκη), ο Karl Wienand, οι 3 τελευταίοι πρωτοπαλίκαρα του χαρισματικού αρχηγού τους Willy Brandt. Από τους παραπάνω δικούς μας αρκετοί ευεργετήθηκαν από την SPD με θέσεις στη Deutsche Welle για τις ελληνικές εκπομπές (Βάσος Μαθιόπουλος, Κάρολος Παπούλιας, Κώστας Νικολάου) και άλλοι σε θέσεις Κοινωνικών Λειτουργών, για την εξυπηρέτηση των Ελλήνων Gastarbeiter, με τη μεσολάβηση και την πολύπλευρη στήριξη του Georg Albrecht (ζει στο Ντύσσελντορφ), διευθυντικό και δραστήριο στέλεχος στο Diakonische Werk της τότε πανίσχυρης Ευαγγελικής Εκκλησίας στη Ρηνανία-Βεστφαλία

Υπάρχει, φίλοι αναγνώστες, και αγαπητές αναγνώστριες, ένα συγκινητικό ανέκδοτο επεισόδιο και θαρρώ αξίζει να σας το αναφέρω σήμερα. Σε μια τέτοια, τυχαία, συνάντηση στην πρώτη μαζική μεταναστευτική έξοδο των Ελλήνων προς την Αμερική, ένας απόκληρος μετανάστης έφερνε βόλτες σε μέρη που συνήθως σύχναζαν οι αλλοδαποί. Εκεί στη γύρα, για κανένα συμπατριώτη, κάποια στιγμή ρωτάει έναν ξένο σε σπαστά αμερικάνικα, που του φάνηκε για Έλληνας, από πούθε κατάγεται. Ο ρωτηθείς όμως δεν του απαντάει ευθεία, αλλά αρχίζει να του περιγράφει όσο καλύτερα μπορούσε στην ξένη γλώσσα τις ομορφιές του τόπου του, να του μιλάει για τον καταγάλανο ουρανό, τις γαλάζιες θάλασσες με τις αμέτρητες ακρογιαλιές, για τα ψηλά βουνά και τις καταπράσινες πεδιάδες, για την ιστορία και τους ήρωες της πατρίδας του, τις φιλόξενες καρδιές που κατοικούν στη χώρα του, ώσπου ο άλλος δεν άντεξε. Του λέει να σταματήσει και με βουρκωμένα μάτια του απαντάει με τα λόγια του ποιητή: «Σώπα, τη χώρα που μου λες τη γνώρισα, την είδα, την μακρινή πατρίδα σου έχω κι εγώ πατρίδα.»

Ύστερα κύλησαν τα χρόνια, μεστώσαμε στην ξένη γη, μάθαμε τη γλώσσα τους, το πρώτο εργαλείο για κάθε επιτυχία. Έπειτα παρατήσαμε τις σίγουρες δουλειές μας στα ανθρακωρυχεία, στα χυτήρια και στα εργοστάσια για τους άλλους αλλοδαπούς, κι εμείς, με το έμφυτο χάρισμα της φυλής, ριχτήκαμε στο εμπόριο, στα γράμματα και τις επιστήμες, στις τέχνες και στις χρηματιστηριακές συναλλαγές. Κάποιοι σκοντάψαμε. Δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα ο δρόμος της επαγγελματικής ανεξαρτησίας και αυτονόμησης που επιλέξαμε. Αρκετοί και εκείνοι που χάσανε τις μικρές τους οικονομίες, που είχανε συγκεντρώσει με στερήσεις και θυσίες μάρκο-μάρκο, από την σκληρή δουλειά στις φάμπρικες. Μα οι περισσότεροι ανασηκωθήκαμε, ορθοποδήσαμε, υπερνικήσαμε εμπόδια και δυσκολίες και τέλος στεριώσαμε για τα καλά. Σήμερα οι Έλληνες της Γερμανίας, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, ευημερούν! Το δηλώνει αυτό υπεύθυνα κάποιος που εργάστηκε 30 χρόνια σε Πιστωτικά Ιδρύματα (γερμανικό και ελληνικό) και παράλληλα υπήρξε, από το 1974 μέχρι στις μέρες μας, ορκωτός διερμηνέας και μεταφραστής στο Εφετείο του Ντύσσελντορφ. Είναι, όπως ξέρετε, οι δύο τομείς όπου το άτομο αποκρυπτογραφεί τον εαυτό του και εμπιστεύεται τον συνομιλητή του φανερώνοντάς του κρυφές πτυχές της ζωής του. Στην πρώτη περίπτωση δίνει πληροφορίες για τα χρήματά του (το πιο πολύτιμο αγαθό για πολλούς συνανθρώπους μας) και στη δεύτερη για τα προσωπικά του βιώματα, συναισθήματα και προβλήματα. Συχνά έχω την εντύπωση ότι όσοι ασκούνε το επαγγέλματα του τραπεζικού -υψηλόβαθμα στελέχη- και αυτό του διερμηνέα-μεταφραστή, γνωρίζουν περισσότερα πράγματα κι απ’ αυτούς τους ιερείς εξομολόγους. (κι αυτοί πηγαίνουν στην Τράπεζα). Άσε που οι εξομολογήσεις δεν είναι πια της μόδας, αλλά και παλιά, ποτέ οι άνθρωποι δεν τα λέγανε όλα στους παπάδες που τους εξομολογούσαν. Στον τραπεζικό όμως λένε τα πράγματα με το όνομά τους: κύριε Νικόπουλε, έχω αυτές κι αυτές τις οικονομίες, τι να κάνω; δεν θέλω να μάθει τίποτα ο άνδρας μου. Είναι χαρτοπαίκτης, είναι του πιοτού, είναι του καφενείου, είναι γυναικάς κλπ. Και από την άλλη μεριά: το μάτι της γυναίκας μου γυαλίζει επικίνδυνα, κύριε διευθυντά, δεν την έχω πια εμπιστοσύνη. Το ποσό αυτό πρέπει να·μείνει μυστικό στο όνομά μου, για την ώρα την κακιά και τη δύσκολη, για τα παιδιά, αν όλα δεν πάνε καλά με τη γυναίκα μου και στο τέλος χωρίσουμε. Αχ, βιβλίο τρίτομο θα μπορούσε κανείς να συγγράψει πάνω σ’ αυτό το θέμα. Αλλά είναι και το καταραμένο το απόρρητο που μας καταδιώκει μέχρι τον τάφο.

Ο Αύγουστος μήνας, λοιπόν, είναι ο ευλογημένος μήνας των ανθρώπων από τα πολύ παλιά χρόνια. Ο μήνας της ξεγνοιασιάς και της αφθονίας, ο μήνας που ο τζίτζικας σκάει από το πολύ τραγούδι και ο μέρμηγκας από την πολλή δουλειά. Αυτό το γνώριζαν φαίνεται οι εργοστασιάρχες στη Γερμανία αλλά και αλλού. Το ίδιο και εκείνοι που επινόησαν τα εκπαιδευτικά συστήματα. Έτσι μας έγινε συνήθειο να παίρνουμε την άδειά μας τον Αύγουστο και να αναχωρούμε οικογενειακώς για την αγαπημένη μας πατρίδα Ελλάδα. Θα θυμούνται οι παλαιότεροι, ότι η προσωρινή επιστροφή, η ποθητή μας άδεια, γινόταν στην αρχή οδικώς μέσω Αυστρίας και Γιουγκοσλαβίας που το μήκος της δεύτερης δεν έλεγε να τελειώσει. Ο δρόμος ένας και μοναδικός και σε άθλια κατάσταση. Η κυκλοφορία μεγάλη και αχαλίνωτη. Εκατοντάδες κάθε καλοκαίρι τα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα, πολλές δεκάδες οι νεκροί, Τούρκοι, Έλληνες, τουρίστες, ντόπιοι κ.α. Κάθε δυο-τρία χιλιόμετρα και σταυρός, κάθε χαντάκι και ένα αυτοκίνητο με γερμανικά νούμερα. Φτάναμε στον προορισμό μας, στο σπίτι μας, με την ψυχή στο στόμα. Ανάβαμε κερί στην Παναγιά του χωριού και την παρακαλούσαμε η Χάρη της να μας συνοδεύει και κατά την επιστροφή μας στη χώρα της εργασίας μας. Έπειτα, όλως ξαφνικά, αλλάξανε τα πολιτικά πράγματα και ούτε που προφτάσαμε να χαρούμε την περίφημη Autoput, τον αυτοκινητόδρομό τους που γινόταν με γοργούς ρυθμούς με τα χρήματα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας. Φλόγες τυλίξανε τη γείτονα χώρα. Διαλύσανε την οντότητά της, μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλου του κόσμου, μέσα σε λίγους μήνες, χωρίς να κουνηθεί φύλλο-διαμαρτυρία από πουθενά -εκτός των ΕΛΛΗΝΩΝ!

Από τις Παιδικές Κατασκηνώσεις στην Καλλιθέα Δράμας στα τέλη του 50ντα. Μαθητής τότε Γυμνασίου εργαζόμουν τα καλοκαίρια στις Κατασκηνώσεις ως βοηθός του Αποθηκάριου αείμνηστου πια Μπάρμπα-Θανάση. Αρχιμάγειρας ο καλόκαρδος και σφόδρα καλαμπουρτζής Βαγγέλης Πίσπας από την Ήπειρο. Στη φωτογραφία συνοδεύω ομαδάρχισσες με τα «παιδιά» τους που μεταφέρουν μέσα σε μεγάλα ταψιά το μεσημεριάτικο φαγητό από το φούρνο του χωριού, ιδιοκτησία κ. Σκαφίδα, στην τραπεζαρία τής Κατασκήνώσης. Φτωχοί μα όμορφοι καιροί ...

Αλληλοματώσανε τα χέρια τους οι πρώην γείτονες ο ένας στη ζωή του άλλου, το μίσος πήρε παρανοητικές διαστάσεις και τα βάσανα των απλών ανθρώπων, ιδιαίτερα αυτά των Σέρβων, δεν έχουν τελειωμό μέχρι στις μέρες μας. Και μέσα σε όλη αυτή τη θολούρα και τη συμφορά, νάσου και οι Σκοπιανοί να αυτοβαπτίζονται «Μακεδόνες» απόγονοι του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, του Αμύντα και του Αριστοτέλη και αναιδέστατοι, όπως όλοι οι πλαστογράφοι, να κυκλοφορούν χάρτες της «Μακεδονίας του Αιγαίου» στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και το λίκνο του ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, ο θεϊκός ΟΛΥΜΠΟΣ! Αλλά και ο τάφος των γονιών μου στη Δράμα. Μπράβο σας γείτονες, αν δεν σας κόψουμε τη φόρα, είστε σε θέση να τυπώσετε και νέους χάρτες όπου θάναι μέσα και η Ήπειρος, μια και η μάνα του Αλέξανδρου ήταν Ηπειρώτισσα, αλλά και μέρη της Θεσσαλίας αφού το ξακουστό άλογο του Στρατηλάτη, ο Βουκεφάλας, ήταν θεσσαλική ράστα από τα ξακουστά λειβάδια της.

Όμως τα αδέρφια μας στην πατρίδα, το Ελληνικό δαιμόνιο που δεν κοιμάται, κι ας το νομίζουν κάποιοι ότι είναι έτσι, αυξήσανε τα δρομολόγια, ιδρύσανε νέες αεροπορικές εταιρίες, παραγγείλανε τα πιο σύγχρονα και γοργοτάξιδα καράβια του κόσμου -περίπατος είναι πια η θαλάσσια απόσταση από την Ιταλία για την Ηγουμενίτσα και την Πάτρα. Κι εκεί στα σύγχρονα λιμάνια·μας, περιμένει η Εγνατία Οδός για να μας φέρει γρήγορα και ασφαλέστατα στα πατρογονικά μας, στους ανθρώπους που μας αγαπούν και μας περιμένουν.

Καλό και ευχάριστο Δεκαπενταύγουστο 2011