Βέβηκεν προς αιθέρος πτυχάς

Διήγημα του Βαναργιώτη Αλέξανδου, φιλόλογου, συγγραφέα του βιβλίου «Διηγήματα για το τέλος της μέρας», εκδόσεις «Λογείον».

Στα κενά και στα διαλείμματα χωνόταν προσεκτικά, μήπως τον δει κανείς, στις άδειες αίθουσες και κάπνιζε. Δεν ήταν άνθρωπος που περιφρονούσε τους νόμους και τους κανονισμούς. Τελευταία  όμως τον είχε πιάσει μια θλίψη που του βγήκε σε αντίδραση. Έκλεινε τέσσερα χρόνια στο Γυμνάσιο αυτό, με το οποίο τον συνέδεαν ισχυροί δεσμοί. Από κει αποφοίτησαν οι περισσότεροι συγγενείς του. Παιδιά φτωχά, ανηφόριζαν με τα πόδια τα έξι χιλιόμετρα της απόστασης από το χωριό μ’ έναν τροβά στον ώμο, που περιείχε τα βιβλία και λίγο ψωμί. Ιστορικό σχολείο, από τα πρώτα που δημιουργήθηκαν αμέσως μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, σε άλλο κτήριο βέβαια. Στα μαθητολόγια βρήκε τα ονόματα από θείους, ξαδέλφια, συγχωριανούς, και στο ποινολόγιο τις ποινές για τους ταραξίες.

Με τη συρρίκνωση της ελληνικής επαρχίας και την υπογεννητικότητα μειώθηκαν και τα τμήματα του Γυμνασίου το οποίο συστεγαζόταν με το Λύκειο στον ίδιο χώρο. Πέρυσι, στα πλαίσια της ανάλγητης και αδιακρίτως εφαρμοσμένης συγχώνευσης των σχολείων, έκλεισε το Λύκειο. Ήρθαν οι υπάλληλοι του ιστορικού αρχείου του κράτους και πήραν έγγραφα και αρχεία που σώζονταν στις βιβλιοθήκες. Τους ξέφυγαν ευτυχώς καναδυό κιτρινισμένα βιβλία που παρέμειναν για να μαρτυρούν την ιστορία, τυπωθέντα εν έτει 1896 παρά τω τυπογραφείω των αφών…

Φήμες σέρνονταν ότι με το τέλος του σχολικού έτους θα έκλεινε και το Γυμνάσιο. Αναγκάστηκε να κάνει αίτηση μετάθεσης. Όσο προχωρούσε η σχολική χρονιά, τόσο προχωρούσε και το σαράκι της θλίψης μέσα του. Λες και μια σκληρή, παγερή μέγγενη έσφιγγε την καρδιά του. Κοίταζε τους μαθητές του που θα ξεριζώνονταν και θα κατέληγαν ποιος ξέρει σε ποια απρόσωπα σχολεία των γειτονικών πόλεων. Αριθμοί σε μια μάζα· τα παιδιά που ήξερε με το μικρό τους όνομα, την οικογένεια, τα προβλήματα και την ιστορία τους.

Κι έτσι του βγήκε η αντίδραση. Κλεινόταν στις αίθουσες του Λυκείου, παρατηρούσε τα σκονισμένα θρανία, τις άδειες έδρες, τους άγραφους πίνακες, και κάπνιζε από συγκίνηση. Σκεφτόταν τις γενιές των μαθητών που πάσχισαν να μάθουν μέσα σε πολέμους, κατοχή, εμφύλιο και δικτατορίες, ελπίζοντας σε ένα καλύτερο αύριο, σε μια καλύτερη Ελλάδα, και κάπνιζε από οργή, επειδή μια ομάδα πολιτικών – ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος… – μετέτρεψε την ελπίδα σε απελπισία. Έβλεπε στη σχολική βιβλιοθήκη τα έπη του Ομήρου, τις τραγωδίες, τα έργα των φιλοσόφων, και κάπνιζε από αγανάκτηση, γιατί μια παρέα ανιστόρητων τεχνοκρατών, για τα σχολεία της χώρας που γέννησε την παιδεία, δαπανούν λιγότερα από τις επιχορηγήσεις στα κόμματα και από τα έξοδα για τα ταξίδια των υπουργών.

Κάπνιζε βαθιά και φυσούσε τον καπνό με πάθος, αργά, τελετουργικά, σαν να έκανε ένα ιδιότυπο μνημόσυνο. Έτσι μαλάκωνε λίγο η καρδιά του. Είχε την αίσθηση ότι μαζί με τον καπνό ανέβαινε σιγά σιγά και η αύρα τόσων ψυχών, τόσων παιδικών γέλιων και φωνών, που πότισαν χρόνια και χρόνια τους, -άδειους πλέον-, τοίχους των αιθουσών. Κι ανέβαιναν με τον καπνό ψηλά, σ’ ένα παιχνίδι σχημάτων και μορφών, μέχρι να ενωθούν με τον αιθέρα, εκεί που πηγαίνουν όλα τα φαντάσματα· «βέβηκεν προς αιθέρος πτυχάς, αρθείσ’ άφαντος», όπως έγραψε κι ο Ευριπίδης για την Ελένη στην ομώνυμη τραγωδία του.