Βιβλιοπαρουσίαση

Γιάννης ΔελόγλουΓράφει ο Γιάννης Δελόγλου
j.deloglou@elliniki-gnomi.eu

Θεσσαλονίκη. Ο Βασίλειος Νικόπουλος δεν είναι άγνωστο πρόσωπο στην Ελληνική επικράτεια. Ούτε είναι από εκείνους που βάζουν φραγμούς στις δραστηριότητες τους γιατί τους ερεθίζουν ενδιαφέροντα που οδηγούν στο πουθενά. Ανήσυχος από τα φοιτητικά του χρόνια ασχολείται με τη λογοτεχνία. Γράφει σε γνωστά φιλολογικά και καλλιεργεί τη γνώση παράλληλα με τις σπουδές του. Από το Γυμνάσιο της Κόνιτσας στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ και από 1971 στο Δικαστικό Σώμα από όπου διήλθε όλες τις βαθμίδες της δικαστικής ιεραρχίας και το 2007 επελέγη Πρόεδρος τού Αρείου Πάγου. Εκτός από τη νομική διατριβή του στο θέμα «Η Νομική Σκέψη τού Αποστόλου Παύλου», δημοσίευση πολλές μελέτες και άρθρα σε διάφορα Νομικά περιοδικά και το 2009 εξέδωσε τη μελέτη με τίτλο «Η περί ανθρωποκτονίας διδασκαλία τού Μ. Βασιλείου», ως μια πρώτη προσπάθεια εκ μέρους του προς αναζήτηση της δικαστικής μας ταυτότητας. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η μελέτη του με τίτλο «Η νομική παιδεία τού Νεοκαισαρείας Αγίου Γρηγορίου τού Θαυματουργού».

Το νέο του βιβλίο που έχει τον ξεχωριστό αλλά και λατρευτικό τίτλο «Το συναξάρι της αγιά-Φτώχειας» είναι μια νέα λογοτεχνική κατάκτηση με κείμενα που σε οδηγούν από την αλήθεια στη φαντασία και από την φαντασία στην αλήθεια. Είναι ένα διαφορετικό πόνημα που διδάσκει αλήθειες στους νεολαίους, που προειδοποιεί τις νέες γενιές για ότι πέρασαν αυτοί που τίμια πότισαν με αίμα, δάκρυα, πίκρα αλλά και ηρωισμό, πίστη και υπερηφάνεια αυτόν τον άγιο τόπο, που έσπειρε τη φύτρα τής Χριστιανοσύνης, ευαγγέλιο αγάπης, με τέτοιο τρόπο που αν δεν είχε το όνομά του θα μας οδηγούσε στη σκέψη ότι ο συγγραφέας του είναι κάποιος θεολόγος. Κι ενώ δεν είναι αυτός που μας οδηγούν τα κείμενά του, ανακαλύπτουμε τον θαυμάσιο τρόπο γραφής του στον ανοιχτό ορίζοντα τού ερευνητή ιστορικού. Μας προβληματίζει από την τουρκική σκλαβιά στην σκλαβιά τής αγία φτωχειάς και αυτό ως προϋπόθεση ηρωισμού των Ελλήνων θα ελευθερώσουν την Ελλάδα αλλά θα παραμείνει η σκλαβιά τής φτώχειας, που δεν μπορείς να την πολεμήσεις με τα όπλα. Μπορείς να την πολεμήσεις με την καλλιέργεια τής γης αλλά όταν αυτή είναι άγονη; «Τελικά η φτώχεια δεν είναι μόνο αγία και τίμια, αλλά κοντά στ’ άλλα και σοφή!». Μέσα όμως από τη φτώχεια και την σκλαβιά βοήθησε ο Θεός το ξεχασμένο από Έλληνες και Τούρκους, το φτωχό και περιφρονημένο από όλους Μποντσικό στέλνοντας τον Παπά-Δωρόθεο, που τους έμαθε γράμματα και τους ευλόγησε τα παιδιά τους. Έφτασαν όμως όλα αυτά, για να δώσουν ευτυχία στην αγιά-φτωχειά; Πού τυχερό για τους δύστυχους Μποντσικιώτες. Χώρισαν τα μέρη τους οι ελευθερωτές στα δυο και έμεινε το χωριό τους στην Αλβανία.

Γράφει ο Β. Νικόπουλος «Από εδώ Ελλάδα, Ρωμαίικο, από εκεί Αλβανία «Σκηπητάρικο». Θρήνος και οδυρμός πολύς! Ντροπή και καταισχύνη! Χώρισαν ανθρώπους συγγενείς, γνωστούς και φίλους. Δεν λογάριασαν κανέναν. Ανάγκασαν Έλληνες Χριστιανούς να ζουν με τους αρβανίτες μουσουλμάνους στο ίδιο Κουβέρνειο!». Μεγάλο ανακάτωμα λαών. Ήρθαν και τα γεγονότα τού ‘40, η Γερμανική επέλαση, η Ιταλική επίθεση. Γενική επιστράτευση και πάντρεμα φόβου και ελπίδας. Αλλά ο ηρωισμός του Έλληνα στρατιώτη έκανε το δικό του θαύμα. Ένα θαύμα που νικήθηκε και πάλι από την άγια φτώχεια. Με το αντάρτικο να παίρνει μερίδιο ευθύνης στον αφανισμό τού χωριού, που βρισκόταν στο πέρασμα για την Αλβανία, λίγα μέτρα από τα σύνορα. Άλλη μια δοκιμασία. Απάνθρωπη σκληρή. «Θεέ μου! Οι θρήνοι και τα μοιρολόγια έρχονταν από τ’ αντικριστό σπίτι του Προέδρου του χωριού. Έριξε πάνω της το πολυκαιρίσιο της σάλι και βγήκε. Είχαν μαζευτεί όλοι στο σπίτι του Προέδρου, του κυρ Αριστείδη τού Κώττη, μόλις είχε έρθει το φοβερό μαντάτο: Οι αντάρτες σκότωσαν τον Πρόεδρο! Πάγωσαν όλοι κι έπιασαν τα μοιρολόγια». «Τί σόι Έλληνες όμως ετούτοι, Θεέ μου, να μη χορταίνουν από αδελφικό αίμα!». Αργότερα στο σπίτι τους στην Κόνιτσα πολλές φορές ο Ευτύχιος έπιανε κουβέντα με τη Χαρίκλω, η με κανένα μουσαφίρη, κι ακόμα διάβαζε γι’ αυτούς πολλά και διάφορα στις εφημερίδες, που κουβαλούσε κάθε τόσο, τον «Εθνικό Κήρυκα» και την «Ακρόπολιν». Απ’ όσα άρπαξαν τ’ αυτιά της καταλάβαινε πως είχαν να κάνουν με πολύ κακούς ανθρώπους, που δεν λογάριαζαν τίποτε, ούτε πίστη, ούτε πατρίδα, ούτε σπίτι και οικογένεια, αλλά ζούσαν και δούλευαν για κάτι άλλο, ανώτερο τάχα απ’ όλα αυτά, που δεν πολυκαταλάβαινε, το «κόμμα», όπως τουλάχιστον άκουγε που έγραφαν οι εφημερίδες.

Συνεχίζει ο συγγραφέας για τις μετακινήσεις των κατοίκων από τα ορεινά χωριά για ασφάλειά τους σε κεφαλοχώρια και αναφέρει τις στερήσεις και την ταλαιπωρία τους στη διάρκεια των εσωτερικών συγκρούσεων.

Γράφει για την «Πρόνοια», για την «Ούνδρα», για το σχέδιο «Μάρσαλ» που το άκουγαν και δεν το έβλεπαν. «Ποιός είναι πάλι αυτός παιδί μου; πρώτη φορά τον ακούω, είπε γεμάτη απορία η μάνα». «Είναι στρατάρχης, μάνα, που νίκησε τους συμμορίτες στο Γράμμο. Σε αυτόν χρωστάμε το τέλος του πολέμου. Σπουδαίος άνθρωπος! Ο Αρχηγός του Στρατού μας. Αυτός μας έσωσε, έλεγε ασυγκράτητος τώρα ο Ευτύχιος». «Τί μου λες, παιδί μου, να ’ναι καλά ο άνθρωπος, άξιος ο μισθός του. Για δος μου λίγο την εφημερίδα, κι άπλωσε το χέρι να πάρει την «ΑΚΡΟΠΟΛΙΝ» που είχε τη φωτογραφία τού Παπάγου, ντυμένο με τη μεγάλη στρατιωτική του στολή, πλάκες τα Παράσημα στο στήθος και στο χέρι κρατούσε τη Στραταρχική ράβδο …

Έτσι κυλούσε ο καιρός και τα γεγονότα έτρεχαν και την προσπερνούσαν. Πέθανε ο Παπάγος κι ο κόσμος προς στιγμή πάγωσε. Η ζωή κάποτε τελειώνει. Έτσι όπως ορίζει ο Θεός. Ο αρχάγγελος είχε έρθει. Εκείνο το βράδυ, το τελευταίο του Ιουνίου τού έτους 1960 έφυγε για τον ουρανό … Όλοι όσοι την γνώρισαν είπαν: «Πέθανε η Αγιά-Φτωχειά !»

Αυτό και άλλα υπέροχα βιβλία στο ναό της σοφίας. Εκδοτικός οίκος Αδελφών Κυριακίδη, τηλ. 2310208540, www.kyriakidis.gr