Κάποιοι υποστηρίζουν, ωστόσο, ότι οι αποζημιώσεις θα έπρεπε να είναι πολύ πιο γενναιόδωρες και να καταβληθούν πολύ πιο νωρίς μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Εικάζεται ότι από την άνοδο των ναζί στην εξουσία το 1933 μέχρι το τέλος του πολέμου το 1945 περίπου 26 εκατομμύρια άνθρωποι υποχρεώθηκαν σε καταναγκαστική εργασία. Οι μισοί από αυτούς ζούσαν εκτός Γερμανίας, σε χώρες που είχαν καταλάβει τα ναζιστικά στρατεύματα. Ιστορικές έρευνες εκτιμούν ότι εάν επρόκειτο να αποζημιωθούν όλα τα θύματα καταναγκαστικής εργασίας, το Ίδρυμα θα έπρεπε να εκταμιεύσει ένα ποσό μεταξύ 90 και 120 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
«Σχεδόν όλοι επωφελούνταν…»
Είχε λοιπόν την απαραίτητη οικονομική ισχύ το Ταμείο αποζημιώσεων του Ιδρύματος; «Προσωπικά, εάν με ρωτάτε, και αναλογιζόμενη το μέγεθος της αδικίας που είχε διαπραχθεί, θα σας έλεγα ότι προφανώς δεν την είχε» επισημαίνει η διευθύντρια του EVZ Αντρέα Ντέσποτ. «Σε καταναγκαστική εργασία είχαν υποχρεωθεί περίπου 26 εκατομμύρια άνθρωποι. Σε εργοστάσια, στις αγροτικές καλλιέργειες, σε επιχειρήσεις, εκκλησίες, ιδιωτικές κατοικίες. Σχεδόν όλοι στην κοινωνία της εποχής επωφελούνταν (από την καταναγκαστική εργασία). Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ούτε κατά προσέγγιση δεν αντισταθμίζεται η ζημία και η εκμετάλλευση…»
Το «Ίδρυμα για τη Μνήμη, την Ευθύνη και το Μέλλον» δημιουργήθηκε αφενός για να αποζημιωθούν οι επιζώντες και αφετέρου για να χρηματοδοτεί δράσεις που προωθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις δημοκρατικές αξίες.
Ο αρχικός προϋπολογισμός του Ιδρύματος ανερχόταν σε 10,1 δισεκατομμύρια γερμανικά μάρκα της εποχής, εκ των οποίων το ήμισυ κατέβαλε η γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση και το υπόλοιπο περίπου 6.500 γερμανικές επιχειρήσεις στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας German Business Foundation Initiative. Πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις, αν όχι όλες, είχαν επωφεληθεί και οι ίδιες από την καταναγκαστική εργασία των δικαιούχων.
«Συμβολικές» οι αποζημιώσεις
Το 1953 η τότε Δυτική Γερμανία είχε καταβάλει κάποιες αποζημιώσεις σε θύματα διακρίσεων για πολιτικούς, φυλετικούς ή θρησκευτικούς λόγους, χωρίς όμως να περιλαμβάνει στους δικαιούχους τα θύματα καταναγκαστικής εργασίας. Στα επόμενα 30 χρόνια και μετά από ισχυρή πίεση της κοινής γνώμης, κάποιες γερμανικές επιχειρήσεις κατέβαλαν εκατομμύρια γερμανικά μάρκα σε θύματα αναγκαστικής εργασίας. Ωστόσο αυτές οι πληρωμές γίνονταν σε εθελοντική βάση και σε καμία περίπτωση δεν περιελάμβαναν επιζώντες σε ανατολικοευρωπαϊκές χώρες.
Η σχετική συζήτηση αναζωπυρώθηκε στη δεκαετία του '90. Αρχικά, πολλές γερμανικές επιχειρήσεις αρνήθηκαν να συνεισφέρουν στο υπό ίδρυση Ταμείο και να επωμιστούν ευθύνες. «Τελικά, ήταν μάλλον συμβολική» η όποια αποζημίωση, λέει ο ιστορικός Κόνσταντιν Γκόσλερ, ο οποίος το 2012 είχε δημοσιεύσει εμπεριστατωμένες μελέτες για την καταβολή αποζημιώσεων σε θύματα αναγκαστικής εργασίας.
Όπως εξηγεί ο ίδιος «οι εκπρόσωποι των δικαιούχων έλεγαν ότι απαιτείται τουλάχιστον ένα διψήφιο ποσό δισεκατομμυρίων, ενώ από την πλευρά τους όσοι συνεισέφεραν στη χρηματοδότηση του Ταμείου έλεγαν ότι θα καταβάλουν το πολύ ένα διψήφιο ποσό δισεκατομμυρίων. Έτσι ορίστηκε το αρχικό ποσό, ύψους 10,1 δισεκατομμυρίων γερμανικών μάρκων».
Γιατί άργησαν οι αποζημιώσεις;
Στην απόφαση για τη σύσταση του Ταμείου συνέβαλαν και άλλες διεργασίες, καθώς πολλοί επιζώντες – και ιδιαίτερα όσοι διέμεναν στις ΗΠΑ – άρχισαν να ανακαλύπτουν το νομικό όπλο που λέγεται ομαδική προσφυγή. «Μετά από δεκαετίες οχλήσεων σε φραστικό επίπεδο, εντάθηκαν οι πιέσεις για νομικές προσφυγές, ιδιαίτερα από τις ΗΠΑ και από την πλευρά των εβραϊκών οργανώσεων», τονίζει η Αντρέα Ντέσποτ. Αυτή η εξέλιξη ανάγκασε τη γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, ώστε να υπάρξει νομική σαφήνεια για το μέλλον.
Όπως λέει στην Deutsche Welle ο Κόνσταντιν Γκόσλερ, υπήρχε ένας ακόμα λόγος που καθυστέρησε η καταβολή αποζημιώσεων. «Ήταν ο Ψυχρός Πόλεμος, στη διάρκεια του οποίου ίσχυε μία απαράβατη αρχή: δεν στέλνουμε χρήματα πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα», τονίζει ο Γερμανός ιστορικός.
Συν τοις άλλοις, σημειώνει ο Κόνσταντιν Γκόσλερ, τα θύματα καταναγκαστικής εργασίας στην ανατολική Ευρώπη αντιμετωπίζονταν πολλές φορές με δυσπιστία: «Στη Σοβιετικη Ένωση τους έβλεπαν ως δοσίλογους, ως συνεργάτες στην 'πολεμική οικονομία' των ναζί», οπότε όταν άρχισαν να καταβάλλονται αποζημιώσεις, για τους επιζώντες το πιο σημαντικό ήταν η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας. «Δεν τους ενδιέφερε τόσο πολύ το μικρό ποσό που θα εισέπρατταν από τη Γερμανία, όσο η επιβεβαίωση ότι υπήρξαν θύματα και όχι προδότες», σημειώνει ο ιστορικός.
Προασπίζοντας τα ανθρώπινα δικαιώματα
Πολλοί είναι ακόμη οι επιζώντες. Σύμφωνα με υπολογισμούς της Jewish Claims Conference, ο συνολικός αριθμός τους ανέρχεται σε 200.000, χωρίς να συνυπολογίζονται εκατοντάδες χιλιάδες Ανατολικοευρωπαίοι, Σίντι και Ρομά, καθώς και πρώην πολιτικοί κρατούμενοι που υποχρεώθηκαν σε καταναγκαστική εργασία.
Σήμερα το γερμανικό «Ίδρυμα για την Μνήμη, την Ευθύνη και το Μέλλον» λειτουργεί ως φιλανθρωπική οργάνωση, που προωθεί δράσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις δημοκρατικές αξίες, την πολιτική και ιστορική επιμόρφωση. Το 2025 χαρακτηρίστηκε «ανεπιθύμητη οργάνωση» από το Κρεμλίνο, λόγω των δράσεων που είχε αναπτύξει στην Ουκρανία. Η Αντρέα Ντέσποτ τονίζει ότι «η Ουκρανία, η Λευκορωσία και η Ρωσία υπέφεραν ιδιαίτερα από την εκμετάλλευση στη γερμανική κατοχή, που έφτανε στα όρια της γενοκτονίας. Εμείς είδαμε τις χώρες αυτές ως συνεργάτες στη δουλειά που κάνουμε. Ο σημερινός πόλεμος της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας είναι και μία επίθεση με στόχο την ουκρανική ταυτότητα και την ουκρανική ιστορία».
Επιμέλεια: Γιάννης Παπαδημητρίου






