Η «εσωτερική υποτίμηση» – Η κατασπατάληση παραγωγικών πόρων της χώρας για να ενισχυθεί η κατανάλωση υπήρξε μία δραματική επιλογή, η οποία δυστυχώς οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα στο τέλος των ψευδαισθήσεων.

 

Του Αθαν.Χ. Παπανδρόπουλου.

 

«Πόση λογική, άραγε, θα είχε το να ανοίξει κάποιος εν πτήσει την πόρτα και να πηδήξει στο κενό, χωρίς αλεξίπτωτο, επειδή θυμήθηκε πως μπήκε σε λάθος αεροπλάνο; Προφανώς, καμμία. Και όμως, αυτό είναι που προτείνουν όσοι υποστηρίζουν την ανάγκη επιστροφής της χώρας στην δραχμή επειδή η συμμετοχή στην ευρωζώνη ήταν λάθος».

Με αυτά τα λόγια ξεκινά ένα πολύ σημαντικό άρθρο του ο οικονομολόγος και σύμβουλος στο ΥΠΕΞ κ. Δημήτρης Α. Ιωάννου στο μηνιαίο περιοδικό Athens Review of Books (ARB), όπου και αναφέρεται στο αναπόφευκτο της «εσωτερικής υποτιμήσεως». Αναπόφευκτο, βέβαια, από την στιγμή που η Ελλάδα επέλεξε τον δρόμο της εισόδου της στην ευρωζώνη χωρίς, ωστόσο, να έχει την πρόθεση να πραγματοποιήσει και τις βαθύτατες μεταρρυθμίσεις που η είσοδος αυτή συνεπαγόταν για την ελληνική οικονομία, αφ’ ενός, και για τις κοινωνικο-πολιτικές δομές της χώρας, αφ’ ετέρου.

Στο θέμα αυτό πρέπει άπαξ και δια παντός να βάλουμε κάποια πράγματα στην σωστή τους βάση. Όταν η Ελλάδα απεφάσισε να εισέλθει στην λέσχη των πιο παραγωγικών οικονομιών της Ευρώπης, η παραγωγική της βάση απείχε αισθητά από την αντίστοιχη των εταίρων της, με εξαίρεση ενδεχομένως την Πορτογαλία. Με άλλα λόγια, μία οικονομία αμιγώς καταναλωτική και με πολύ χαμηλής εξωστρέφειας παραγωγική βάση εκαλείτο να πορευθεί σε μία ανοικτή ενιαία αγορά και υπό ενιαίο νόμισμα –το ευρώ, εν προκειμένω. Στόχος και φιλοδοξία την εποχή εκείνη των κ.κ. Κ.Σημίτη, Γ. Παπαντωνίου, Τ.Γιαννίτση και των συνεργατών τους ήταν να γίνει η Ελλάδα μέλος μιας ισχυρής οικονομικής λέσχης, μέσω της οποίας θα εξασφάλιζε φθηνή αναπτυξιακή χρηματοδότηση και χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η οποία είναι αφ’ εαυτής αναπτυξιακό εργαλείο.

Δυστυχώς, όμως, η επίτευξη του στόχου αυτού απαιτούσε και πολύ γενναία μέτρα, τα οποία ουδέποτε δρομολογήθηκαν από την κυβέρνηση Κ. Σημίτη. Αντιθέτως, η τολμηρή μεταρρύθμιση που θέλησε να πραγματοποιήσει ο Τάσος Γιαννίτσης στο ασφαλιστικό, υπονομεύθηκε από τους πρωτομάστορες της ελληνικής χρεοκοπίας, του συνδικαλιστικού δημόσιου τομέα και τους συνοδοιπόρους στα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Την ίδια περίοδο, όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Δημ. Ιωάννου, η ελληνική οικονομία έμπαινε σε φάση αναμενόμενης καταστροφής –την οποία έχουμε περιγράψει με αμέτρητα άρθρα από την στήλη αυτή.

Έτσι, λόγω αδράνειας, η ελληνική οικονομία αποφάσιζε να αυτοκτονήσει μέσω του βασικού οικονομικού οφελήματος που τής προσέφερε η συμμετοχή της στην ευρωζώνη: την επάρκεια οικονομικών πόρων. Αυτό συνέβη διότι η δημιουργία της ευρωζώνης συνέπεσε με το διεθνές φαινόμενο που έγινε γνωστό ως global savings glut. Τεράστια ποσά κεφαλαίου ανά την υφήλιο αναζητούσαν επικερδείς, αλλά και ασφαλείς, τοποθετήσεις. Οι πολιτικές και νομισματικές αρχές της Ελλάδας δεν παρέλειψαν να αδράξουν την λαμπρή ευκαιρία και να προσφέρουν άφθονη ρευστότητα και πρωτόγνωρη ευημερία! Άλλωστε, ακόμα και αν –θεωρητικά– κάποιος διαφωνούσε, δεν θα μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα για να ανατρέψει την καλπάζουσα «υπερθέρμανση», την υπερχρέωση και την ανατροπή του έρματος στο σκάφος της ελληνικής οικονομίας. Από την στιγμή που τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια δανεισμού της ΕΚΤ ήταν τόσο χαμηλά για τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας, τα μακροχρόνια –καθώς ουσιαστικά δεν υπήρχε και risk premium– δεν γινόταν να είναι πολύ υψηλότερα.

Το αποτέλεσμα του άκριτου υπερδανεισμού ήταν μία δεκαετία «υπερθέρμανσης», υπερχρέωσης και ραγδαίας μετατόπισης των δομικών ισορροπιών της οικονομίας. Η υπερβάλλουσα ρευστότητα ασκούσε διαρκώς αυξητικές πιέσεις στο επίπεδο των τιμών –όχι, όμως, όλων των προϊόντων. Αυτά που προέρχονταν από τον μη προστατευμένο, ανταγωνιστικό τομέα παρέμεναν σταθερά, διότι η (factory gate) τιμή τους καθοριζόταν, όπως πάντοτε, σε διεθνές επίπεδο. Αυξάνονταν οι τιμές μόνον των «διεθνώς μη εμπορεύσιμων» προϊόντων, γεγονός που είχε σαν αποτέλεσμα οι παραγωγικοί πόροι να εγκαταλείπουν τον πρώτο τομέα και να μεταφέρονται στον δεύτερο, όπου η αύξηση των τιμών δημιουργούσε μεγαλύτερα περιθώρια αμοιβών για τους συντελεστής της παραγωγής. Έτσι, ήταν πιο επικερδές να εισάγεις προϊόντα από το εξωτερικό και να τα εμπορεύεσαι, παρά να τα παράγεις εγχωρίως. Επίσης, ήταν πιο επικερδές να αγοράζεις γη και τίτλους στο εξωτερικό, παρά στην Ελλάδα.

Τελείως φυσιολογικά, στην δεκαετία μέχρι το 2009, η χώρα είχε μέσο ετήσιο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών που πλησίαζε το 10% του ΑΕΠ. Το 2008 προσέγγισε το απίστευτο ύψος του 15%. Παράλληλα, δεδομένου ότι οι αμοιβές καθορίζονταν με βάση το κριτήριο πως έπρεπε να «συλλάβουν» όλο τον πληθωρισμό ώστε να «διαφυλάξουν» το εισόδημα των εργαζομένων, οι αυξήσεις τους ακολουθούσαν το μέσο επίπεδο τιμών, ανεξαρτήτως του επιπέδου της παραγωγικότητας. Αποτέλεσμα ήταν να διαβρώνεται ταχέως η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας –στον τομέα των «διεθνώς εμπορεύσιμων»– και να εντείνεται ο παρασιτικός της χαρακτήρας.

Επετεύχθη, έτσι, αυτό που ο κ.Δημ. Ιωάννου αποκαλεί «εσωτερική αντιτίμηση» και εμείς θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «χρηματοπιστωτική μέθη». Παρόμοια κατάσταση, υπό τις σημερινές συνθήκες, κάνει αναπόφευκτη την επίπονη και δραματική «εσωτερική υποτίμηση» –η οποία, ωστόσο, θα έχει ως αποτέλεσμα και την κατάργηση του πελατειακού πολιτικού συστήματος, το οποίο, πέρα από θέσεις εργασίας, επί τριάντα χρόνια καθόριζε και τις αμοιβές του δημοσίου τομέα ερήμην της παραγωγικότητος.

Όλες αυτές τις καταστάσεις, που απειλούν πλέον και την διεθνή οικονομία, η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί να τις σώσει ρίχνοντας πακτωλό ευρώ σε μιαν Ελλάδα η οποία προφανώς αγνοεί ακόμα και τους νόμους της βαρύτητος. Αν κρίνουμε έτσι από τις τελευταίες εξελίξεις, η χώρα ναι μεν βελτίωσε κάποια σοβαρά μακροοικονομικά μεγέθη της, όμως από διαρθρωτικής πλευράς ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει –πολύ φοβούμεθα δε ότι η ακινησία θα είναι και το κύριο χαρακτηριστικό μας, λίαν προσεχώς.