Γράφει ο Αριστοτέλης Ράπτης*.

Κόσμον τόνδε, τον αυτόν απάντων, ούτε τις θεών, ούτε ανθρώπων εποίησε αλλ’ ην αεί και εστίν και έσται πυρ  αείζωον, απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα». Ηράκλειτος.

Η ρήση αυτή του Ηράκλειτου, του «σκοτεινού φιλόσοφου», φαίνεται ότι «βρήκε το φως της» δυόμισι χιλιετηρίδες μετά, μέσα από όλους τους διαλεκτικούς φιλοσόφους Χέγκελ, Εγκελς, Μαρξ και μέσα από τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν. Το «πυρ το αείζωον» μετατρεπόταν σε νερό και μετά σε χώμα και αντίστροφα. Αυτό θυμίζει την εξίσωση μάζας και ενέργειας του Αϊνστάιν με το λόγο και την ορολογία της εποχής εκείνης.

Δεν είναι τυχαίο ότι αρχίζουμε με τα λόγια αυτά του Ηράκλειτου το αφιέρωμα στον Αϊνστάιν, την κορυφαία φυσιογνωμία του αιώνα μας. Και οι δύο, τηρουμένων των αναλογιών, υπήρξαν «επαναστάτες» της επιστήμης, διότι ανέτρεψαν την έννοια της στατικότητας στη φύση και κατέδειξαν τη ρευστότητα και την ενότητα του σύμπαντος. 
Ο Αλβέρτος Αϊνστάιν είναι η προσωποποίηση του σοφού του εικοστού αιώνα, ο καθηγητής της μυστικής γνώσης, ο «όγδοος δημιουργός του κόσμου» μετά τον Πυθαγόρα, τον Αριστοτέλη, τον Πτολεμαίο, τον Κοπέρνικο, τον Γαλιλαίο, τον Κέπλερ και τον Νεύτωνα , όπως τον αποκάλεσε ο Μπέρναντ Σο. 
Ο άνθρωπος που χάρισε στην ανθρωπότητα το «κλειδί του κόσμου», που κατάφερε να τον ξέρει και ο πιο απλός άνθρωπος ακόμα και χωρίς να τον καταλαβαίνει και που εξακολουθεί και σήμερα να παραμένει επίκαιρος.

Όταν πέθανε, οι επιστήμονες αφαίρεσαν το μυαλό του και το κράτησαν για ιατρικές έρευνες. Οι εξετάσεις βέβαια δεν έδειξαν τίποτα το εξαιρετικό, όπως ακριβώς και οι επιδόσεις της πρώιμης ηλικίας του δεν έδειξαν την κατοπινή εξέλιξη του περίφημου αυτού ανθρώπου.

Γεννήθηκε στο Ουλμ της Γερμανίας, στις 14 Μαρτίου 1879, από Εβραίους γονείς που ασχολήθηκαν με τις επιχειρήσεις χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Το συναισθηματικό κλίμα όμως της οικογένειας ήταν θετικό και οι σχέσεις καλές, παρ’ όλο που ο πατέρας του είχε πιο προσγειωμένες προσδοκίες γι’ αυτόν και τον προέτρεπε να γίνει μηχανικός. 
Τον συνέδεε βαθιά αγάπη με την αδελφή του. Χαρακτηριστικό είναι ότι, σε αντίθεση με τα ήθη της εποχής, οι γονείς ενθάρρυναν στα παιδιά τους την ανάπτυξη της ανεξαρτησίας και της αυτονομίας. Ο πατέρας του, παρότι Εβραίος δεν ήταν προσκολλημένος στον τύπο της θρησκείας. Η μητέρα του τον μπόλιασε με την αγάπη για τη μουσική και τη λογοτεχνία. Ο θείος του Ιακώβ τον εισήγαγε στον ευχάριστο κόσμο των μαθηματικών. Του έφερνε συνεχώς βιβλία μαθηματικών και ήταν περήφανος για τον ανιψιό του που κατόρθωνε να βρίσκει πρωτότυπες λύσεις για γνωστά προβλήματα, όπως αυτό του πυθαγορείου θεωρήματος. 
Εκείνος που έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο στην εξωσχολική του μόρφωση ήταν ένας φοιτητής της Ιατρικής του Μονάχου, ο Μαχ Τάμουντ . Συνηθιζόταν τότε στην κοινότητα των Εβραίων οι οικογένειες της μεσαίας τάξης να βοηθούν φτωχότερες οικογένειες ακόμα και στην εξωσχολική μόρφωση. 
Ο Μαχ Τάμουντ επισκεπτόταν την οικογένεια του Αϊνστάιν κάθε Πέμπτη και πάντα έφερνε τα καλύτερα βιβλία της εποχής εκείνης που αναφέρονταν στις φυσικές επιστήμες και τα μαθηματικά. Σύμφωνα με αυτά που είπε αργότερα ο Αϊνστάιν, η βοήθεια αυτή υπήρξε ο πιο σημαντικός παράγοντας για τη στροφή του αλλά και την αγάπη του για τη φυσική και τα μαθηματικά. Ήταν ένα ήσυχο παιδί με σπάνιες ξαφνικές εκρήξεις, του άρεσε η μοναξιά και η διανοητική απομόνωση για να μπορεί να εργάζεται αποτελεσματικά. Δεν ήταν ποτέ ένας «παίκτης ομάδας». Στην παιδική του ηλικία δεν υπήρχε κανένα σημάδι που να δείχνει ότι αυτό το οκνηρό παιδί με τον αργό τρόπο σκέψης που όταν μιλούσε κόμπιαζε, θα γινόταν ένας από τους πιο διακεκριμένους επιστήμονες στην ιστορία.

Όταν ο πατέρας του Αϊνστάιν συμβουλεύτηκε το διευθυντή του Δημοτικού σχολείου για τη μελλοντική καριέρα του παιδιού του, εκείνος απάντησε με τρόπο που εννοούσε «να μην το ψάχνει», γιατί ο γιος του δεν είχε επιτυχία σε κανένα μάθημα. 
Σήμερα, οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι ήταν άτομο με «ειδικές ανάγκες», αφού πρέπει να είχε δυσλεξία!

Τις σπουδές του στο Δημοτικό ο Άλμπερτ τις έκανε σε ένα καθολικό σχoλείo, με το γνωστό σχολαστικισμό της εποχής όπου ήταν ο μόνος Εβραίος.
 Ήταν η εποχή του ανερχόμενου αντισημιτισμού, γι’ αυτό και ένιωσε στο πετσί του την εμπειρία της καταπιεζόμενης μειονότητας και την επίδραση του ναζισμού. 
Μπορεί σαν μαθητής ο Άλμπερτ να ήταν από τους χειρότερους μέσα στην τάξη, αλλά από πολύ μικρή ηλικία άρχισε να έχει επιστημονικές ανησυχίες.

Ήταν πέντε χρονών και ήταν άρρωστος στο κρεβάτι όταν ο πατέρας του έφερε μια πυξίδα για να τον παρηγορήσει. 
Ο Άλμπερτ εντυπωσιάστηκε από το γεγονός ότι η βελόνα είχε σταθερό προσανατολισμό ανεξάρτητα από τη θέση της πυξίδας. Ήταν η πρώτη του συνειδητοποίηση ότι ένα εγκλωβισμένο αντικείμενο επηρεάζεται από μια αόρατη και σε απόσταση δύναμη.

Στην ηλικία των δέκα χρόνων ο Άλμπερτ γράφτηκε στο Γυμνάσιο. Αν και ήταν πολύ δύσκολο γι’ αυτόν να προσαρμόζεται σε καθεστώς μάθησης στρατιωτικής πειθαρχίας στα δύο πρώτα χρόνια ήταν ένας από τους καλύτερους μαθητές μέσα στην τάξη. Αλλά αυτή η υπομονή του δεν μπόρεσε να κρατήσει μέχρι το τέλος των σπουδών του στο Γυμνάσιο και ήρθε τελικά σε σύγκρουση με τη νοοτροπία του σχολείου και των καθηγητών του. 
Μόνον ένας από τους καθηγητές του διέφερε από τους άλλους και μάθαινε στα παιδιά να σκέπτονται αυτόνομα και να ανακαλύπτουν μόνοι τους τη γνώση.

Όταν αργότερα ο Αϊνστάιν έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο και το έργο του αναγνωρίσθηκε από όλο τον κόσμο, πήγε να ευχαριστήσει αυτόν τον καθηγητή. Δυστυχώς, όμως, ο καθηγητής του δεν τον δέχθηκε γιατί, με τον τρόπο που ντυνόταν ο Αϊνστάιν, τον πέρασε για ζητιάνο.

Η διεύθυνση του σχολείου, χωρίς να δείξει καμιά συμπάθεια για τον τρόπο που σκεπτόταν και εργαζόταν ο Αϊνστάιν , τον έκρινε ανεπιθύμητο. Ο Αϊνστάιν πρέπει να κατάλαβε ότι επρόκειτο να τον αποβάλουν και φαίνεται ότι ήθελε να τους προλάβει. Έτσι, φρόντισε να πάρει ένα χαρτί από έναν φίλο του γιατρό, που πιστοποιούσε ότι έπασχε από νευρική διαταραχή. 
Όταν ο Άλμπερτ πήγε στο διευθυντή του και κατέθεσε το χαρτί και του ανακοίνωσε ότι αφήνει το σχολείο, ο διευθυντής του είπε: «Στην πραγματικότητα εμείς σε αποβάλλουμε». Σημειωτέον ότι το σχολείο αυτό κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο βομβαρδίστηκε και επανακτίστηκε φέροντας καινούργιο όνομα « Γυμνάσιο του Άλμπερτ Αϊνστάιν ». (τι ειρωνεία αλήθεια κι αυτή!).

Έτσι, εγκαταλείποντας τις σπουδές του στο Γυμνάσιο, επισκέφθηκε τους γονείς του, οι οποίοι είχαν ήδη μετακομίσει στην Ιταλία. Εκεί τους ανακοίνωσε ότι αποφάσισε α) να απαρνηθεί τη γερμανική του υπηκοότητα και την εβραϊκή του πίστη και β) να δημιουργήσει μόνος του ένα πρόγραμμα αυτοδιδασκαλίας και αυτομόρφωσης. 
Αυτό σόκαρε βέβαια τους γονείς του. Τελικά σεβάστηκαν τις αποφάσεις του και του επέτρεψαν μάλιστα να ταξιδέψει σε όλη την Ιταλία και να επισκεφτεί διάφορες πόλεις για να μπορέσει να αναπτύξει και την πολιτιστική του μόρφωση. 
Αυτή η κίνησή του μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν μια προσπάθεια αυτονομίας και απομόνωσης από τον κόσμο, ώστε ο ίδιος να γίνει κύριος του δικού του προορισμού. Όμως, αυτή η τακτική η οποία δεν ανταποκρίνεται στον τυπικό τρόπο μόρφωσης, είχε και δυσάρεστα αποτελέσματα. 
Απέτυχε στις εξετάσεις για την εισαγωγή του στην Τεχνική Σχολή της Ζυρίχης γιατί δεν είχε καλές επιδόσεις σε κανένα άλλο μάθημα εκτός από τα μαθηματικά.

Όμως, όταν υπάρχει το εσωτερικό κίνητρο, δεν υπάρχουν εμπόδια για τη μόρφωση. Έτσι, παρακολούθησε πάλι την τελευταία τάξη σε ένα Γυμνάσιο της Ελβετίας. 
Στο σχολείο αυτό ο Άλμπερτ υπήρξε τυχερός, γιατί βρέθηκε ένας καθηγητής με φιλελεύθερο μυαλό που συμπεριφερόταν στα παιδιά όπως σε μεγάλους. Προσέγγιζε την εκπαίδευση με τρόπο που έδινε ευκαιρίες στο παιδί να αναπτύξει την ελεύθερη σκέψη, κάτι που ο Αϊνστάιν το βρήκε συναρπαστικό.
Συνδέθηκε πολύ μαζί του και η αδελφή του αργότερα παντρεύτηκε το γιό του.

Τον επόμενο χρόνο εισάχθηκε στην Τεχνική Σχολή για να σπουδάσει φυσική και μαθηματικά. Απέφευγε να παρακολουθεί τις παραδόσεις και ήταν τακτικός θαμώνας των εργαστηρίων, όπου εκεί μπορούσε να εργάζεται με αυτά που απασχολούσαν το δικό του μυαλό.

Το ερευνητικό του πνεύμα διείσδυσε σε περιοχές της φυσικής και αντιμετώπιζε με σκεπτικισμό, αλλά και με θαυμασμό τα επιτεύγματα της νευτώνειας κοσμοαντίληψης που κυριαρχούσε από τον 180 αιώνα.

Από τις πρώτες του επιστημονικές εργασίες, φαίνεται καθαρά η προσπάθειά του να ενοποιεί τις έννοιες στα θέματα της φυσικής και να βρίσκει ομοιότητες. Το οικοδόμημα της φυσικής (Νευτώνεια Μηχανική, Θερμοδυναμική, Ηλεκτρισμός, Μαγνητισμός, Οπτική) βασιζόταν στις απόλυτες έννοιες του χώρου και του χρόνου.

Οι έννοιες αυτές ικανοποιούσαν όλους τους τομείς της φυσικής και λειτουργούσαν χωρίς προβλήματα. Ήταν, όμως, προβληματικές στο ζήτημα της ταχύτητας του φωτός. Από τη Νευτώνεια Μηχανική έβγαινε το συμπέρασμα πως η απόσταση και ο χρόνος είναι έννοιες απόλυτες και η ταχύτητα είναι σχετική.

Ο Αϊνστάιν απέδειξε πως η ταχύτητα του φωτός είναι απόλυτη, ενώ η απόσταση και ο χρόνος είναι σχετικές έννοιες. Με το έργο του επιβεβαιώνεται για μια ακόμη φορά η άποψη ότι η ιστορία των σημαντικών ανακαλύψεων είναι και η ιστορία ανθρώπων που δεν έμειναν ικανοποιημένοι με τις κρατούσες αντιλήψεις.

Ήταν ένα πρωινό του 1905 όταν ο Αϊνστάιν επισκέφθηκε τα γραφεία του επιστημονικού περιοδικού «Χρονικά της Φυσικής» και παρέδωσε ένα φάκελο με μια εργασία του με τίτλο «Ηλεκτροδυναμική των σωμάτων εν κινήσει» λέγοντας «αν έχετε την υπομονή να το διαβάσετε κι αν το βρείτε ενδιαφέρον δημοσιεύστε το».

Η θεωρία της σχετικότητας είναι πια μια πραγματικότητα. Όλοι οι μεγάλοι επιστήμονες εκείνης της εποχής αναστατώθηκαν από τη δημοσίευση αυτή. 
Η θεωρία του. φώτισε πολλά φαινόμενα της Φυσικής και της Αστρονομίας, από τη μετατροπή της ύλης σε ενέργεια μέχρι το φαινόμενο της διαστολής του σύμπαντος, της μαύρης τρύπας κ.ά. Η θεωρία του συνεχώς επιβεβαιώνεται και από τις επιστημονικές «»παρατηρήσεις και την εμπειρία από τις μέχρι τώρα εξερευνήσεις στο Διάστημα.

Βέβαια τα παραδείγματα με τα οποία θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε καλύτερα την έννοια της σχετικότητας είναι πολύ δύσκολο να γίνουν αμέσως αντιληπτά, διότι δεν υπάρχουν βιωματικές εμπειρίες με γεγονότα που μπορεί να έχουν ταχύτητες πλησίον της ταχύτητας του φωτός.

Ο Αϊνστάιν ονόμασε αυτά τα πειράματα «νοητικά πειράματα» « gentanken e xp e ri mente »). Δηλαδή, ο ερευνητής έχει «αποθηκευμένους» όλους τους νόμους στο μυαλό του και ξεκινά με την υπόθεση ότι η ταχύτητα του φωτός είναι σταθερά και βλέπει τις επιπτώσεις της υπόθεσης αυτής στο χώρο και το χρόνο μέσα στο μυαλό του.

Είναι χαρακτηριστικό ότι και οι επιστήμονες της ειδικότητας της φυσικής ήταν δύσκολο να κατανοήσουν τη θεωρία της σχετικότητας. Όταν στη «Βασιλική Εταιρεία του Λονδίνου» έγινε ένα συνέδριο για να ανακοινωθούν τα αποτελέσματα δύο αστρονομικών αποστολών με τα οποία επιβεβαιωνόταν η θεωρία της σχετικότητας, ο πρόεδρος της Ακαδημίας είπε ότι κανείς δεν στάθηκε ικανός να εξηγήσει με σαφή τρόπο τη θεωρία του Αϊνστάιν.

Επίσης στην ίδια εποχή, κάποιος Αμερικανός προκήρυξε ένα διαγωνισμό πέντε χιλιάδων δολαρίων γι’ αυτόν που θα κατόρθωνε να κάνει κατανοητή σε άρθρο εφημερίδας τη θεωρία της σχετικότητας.

Σε μια συνέντευξη, επίσης, που έδωσε ο Αϊνστάιν σε ένα δημοσιογράφο ρωτήθηκε αν θα μπορούσε να εξηγήσει με ένα παράδειγμα τη θεωρία της σχετικότητας, έτσι ώστε να την καταλάβει και ένας απλός άνθρωπος. 
Και ο Αϊνστάιν απάντησε: «Μέχρι τώρα πιστεύαμε ότι αν εξαφανίζονταν όλα τα υλικά αντικείμενα από το σύμπαν, ο χώρος και ο χρόνος θα παρέμεναν. Αντίθετα, σύμφωνα με τη θεωρία μου, μαζί με τα υλικά αντικείμενα θα εξαφανιζόταν και ο χώρος και ο χρόνος».

Στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα τη θεωρία της σχετικότητας, με παράδειγμα νοητικό μεν, αλλά απλό. 
Καταρχήν ο Αϊνστάιν ανέλυσε το φαινόμενο των «ταυτόχρονων περιστατικών». Όταν ο χρόνος παίζει κάποιο ρόλο σε γεγονότα, τότε έχουμε πάντα την υπόθεση των ταυτόχρονων περιστατικών. Για παράδειγμα, το τρένο φτάνει στις 8, ο δείκτης του ρολογιού θα είναι στον αριθμό 8. Αυτά είναι δύο ταυτόχρονα περιστατικά. Αυτό βέβαια ισχύει για τον παρατηρητή που βρίσκεται στην Αθήνα. 
Για τον παρατηρητή που βρίσκεται στο Λονδίνο θα λέγαμε ότι το τρένο φθάνει στις 8, ο δείκτης του ρολογιού θα είναι στις 6. Όπως αντιλαμβανόμαστε, στα ταυτόχρονα περιστατικά έχει ιδιαίτερη σημασία το πλαίσιο αναφοράς.

Για να γίνει πιο κατανοητό αυτό θεωρούμε ένα υποθετικό τρένο που κινείται. Υπάρχουν δύο παρατηρητές, ένας μέσα σε ένα βαγόνι και ένας άλλος στην αποβάθρα. Υπάρχουν δηλαδή δύο πλαίσια αναφοράς: α) το κινούμενο πλαίσιο αναφοράς που είναι το βαγόνι και δ) το ακίνητο πλαίσιο αναφοράς που είναι η αποβάθρα. Παρατηρούμε τώρα ένα γεγονός ταυτόχρονων περιστατικών πώς φαίνεται από τα δύο πλαίσια αναφοράς. Ο παρατηρητής που βρίσκεται μέσα στο τρένο πάει στο κέντρο ενός βαγονιού και κρατάει μια συσκευή, η οποία στέλνει ταυτόχρονα δύο ακτίνες φωτός σε αντίθετη κατεύθυνση. Μόλις οι ακτίνες φτάσουν στις πόρτες, τότε αυτές ανοίγουν αυτομάτως. Για τον παρατηρητή μέσα στο τρένο οι ακτίνες φωτός θα φτάσουν την ίδια στιγμή στις δύο πόρτες και κατά συνέπεια, θα ανοίξουν την ίδια χρονική στιγμή. Για τον παρατηρητή που βρίσκεται στην αποβάθρα, το φως θα φτάσει νωρίτερα στην πίσω πόρτα γιατί το τρένο φεύγει προς τα μπρος και η πίσω πόρτα πλησιάζει την πηγή εκτόξευσης. Δηλαδή ενώ τα γεγονότα είναι ταυτόχρονα με πλαίσιο αναφοράς τον παρατηρητή μέσα στο τρένο, τα ίδια γεγονότα δεν είναι ταυτόχρονα για τον παρατηρητή που βρίσκεται στην αποβάθρα. Δεδομένου όμως ότι η ταχύτητα του φωτός είναι σταθερή, συμπεραίνεται ότι ο χρόνος που κύλησε είναι σχετικό μέτρο. Ενώ η διαφορά χρόνου ανάμεσα στο άνοιγμα της μπροστινής και πισινής πόρτας είναι μηδέν για τον κινούμενο παρατηρητή δεν συμβαίνει το ίδιο και για τον παρατηρητή που βρίσκεται στην αποβάθρα. Επίσης το μήκος του τρένου για τον κινούμενο παρατηρητή δεν είναι το ίδιο με το μήκος του τρένου για τον κινούμενο παρατηρητή της αποβάθρας. Αν δηλαδή ο κινούμενος παρατηρητής μετρήσει το βαγόνι σε ευθεία γραμμή και ο παρατηρητής στην αποβάθρα σημαδέψει τα σημεία επαφής από τα οποία περνούν η μπροστινή και η πισινή πόρτα την ίδια στιγμή και μετρήσουμε την απόσταση των σημαδεμένων αυτών σημείων, θα διαπιστώνουμε, θεωρητικά τουλάχιστον, πως τα μήκη αυτά είναι διαφορετικά. Και ο χώρος λοιπόν είναι σχετικό μέτρο.

Έτσι δημιουργήθηκε η θεωρία της σχετικότητας, δηλαδή ένας καινούργιος μύθος που εξηγεί μέχρι σήμερα τα περισσότερα φαινόμενα. Ο νέος μύθος λέει ότι όλοι μας τρέχουμε με την ταχύτητα του φωτός μέσα στο χρόνο. Αν παρακάμψουμε τη διαδρομή μας μέσα στο χώρο, τότε θα δαπανήσουμε μέρος της ταχύτητάς μας. 
Κι αυτό σημαίνει θα γερνάμε λιγότερο. Κι αν καταφέρουμε να δαπανήσουμε όλη μας την ταχύτητα και να κινούμαστε μόνο μέσα στο χώρο, τότε δεν θα υπάρχει πια χρονομέτρηση και θα πάψουμε να γερνάμε.

Ανάμεσα στις ανακαλύψεις που είχαν εφαρμογές τα επόμενα χρόνια -που στην αρχή φαίνονταν παράλογες- ήταν η περίφημη εξίσωση μάζας και ενέργειας. E=m c 2 . Δηλαδή ύλη σημαίνει μια συμπυκνωμένη μορφή ενέργειας. Ύλη και ενέργεια είναι δύο καταστάσεις εναλλασσόμενες. Το πιο φημισμένο παράδειγμα της εξίσωσης αυτής στην πράξη είναι η πυρηνική βόμβα. Ένα γραμμάριο μάζας περικλείει μέσα της ενέργεια 90 εκατομμυρίων δισεκατομμυρίων μετρικών μονάδων. Πράγματι, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η θεωρία της σχετικότητας δεν είναι παρά μια ακριβής περιγραφή της πραγματικότητας.

Ο Αϊνστάιν , όμως, εκτός από επιστήμονας ήταν και ένας ταλαντούχος μουσικός, φιλόσοφος και πολυμαθής, μια εξαιρετικά ευχάριστη προσωπικότητα, αλλά και πολύ απόμακρη. Ένας άνθρωπος γεμάτος από αντιθέσεις, του οποίου οι απόψεις σε πολλά θέματα έδειχναν μια εκπληκτική ευελιξία.

Παντρεύτηκε δύο φορές και απέκτησε δύο παιδιά. Η πρώτη του γυναίκα δεν μπόρεσε να του συμπαρασταθεί, ούτε, όπως φαίνεται, να τον καταλάβει, παρ’ όλο που ο Αϊνστάιν βρισκόταν στο ζενίθ της δόξας του. 
Η δεύτερη του γυναίκα ήταν η ξαδέλφη του, κόρη του θείου του Ιακώβ, ο οποίος έπαιξε βασικό ρόλο για τη σταδιοδρομία του.

(Όταν ο Άλμπερτ ήταν μικρός ο θείος του τού δώριζε βιβλία Άλγεβρας για να τον μυήση στον κόσμο των μαθηματικών). Η νέα του γυναίκα μπόρεσε και έπαιξε το ρόλο της συζύγου μιας ιδιοφυίας. Ο Αϊνστάιν είχε ανάγκη από μία στοργική σύντροφο, η οποία θα του υπενθύμιζε να μην ξεχνά την ομπρέλα του όταν έβρεχε ή να μην πάει στη δουλειά του με τις πιτζάμες ή χωρίς κάλτσες. 
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανεξικακίας του και της περιφρόνησης που είχε για το χρήμα είναι ο τρόπος που διέθεσε τα χρήματα που πήρε από το βραβείο Νόμπελ. Ένα μέρος του τα έδωσε στην προηγούμενη γυναίκα του, που αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και τα υπόλοιπα τα δώρισε σε διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ο ίδιος δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για καταναλωτικά αγαθά.

Διέθετε επίσης και την αίσθηση του χιούμορ. Ένα χαρακτηριστικό γεγονός που του συνέβη το 1929 ήταν ότι μπλέχτηκε στα γρανάζια της γραφειοκρατίας και της δυσκαμψίας των κρατικών υπηρεσιών της εποχής εκείνης, χωρίς ο ίδιος να το θέλει. Το Δημοτικό Συμβούλιο του Βερολίνου, λόγω της επετείου των γενεθλίων του Άλμπερτ , αποφάσισε να του προσφέρει σαν δώρο ένα μικρό σπίτι στις όχθες του ποταμού Χάβελ, για να μπορεί να επιδίδεται στο χόμπι του που ήταν το πάθος για τις βάρκες. Όταν πήγε να μείνει στο σπίτι του που του «δωρήθηκε» διαπιστώθηκε το λάθος του Δημοτικού Συμ60υλίου, ότι δώρισε ένα σπίτι που δεν του ανήκε. Για να διορθώσει το σφάλμα του, το Δημοτικό Συμβούλιο πρότεινε άλλες λύσεις που καμιά τους δεν ευδοκίμησε. Τελικά πρότειναν στον Αϊνστάιν να βρει ένα οικόπεδο που του αρέσει και να αγοραστεί από το Δήμο. Όταν όμως έφθασε η ώρα της πληρωμής, ξέσπασε φιλονικία στο Δημοτικό Συμβούλιο αν και κατά πόσο αυτό το δώρο άξιζε να δοθεί στον Αϊνστάιν . 
Τότε ο Αλμπερτ δεν άντεξε άλλο και έγραψε το εξής γράμμα στο δήμαρχο: «Αγαπητέ κύριε. Η ανθρώπινη ζωή είναι πολύ σύντομη, ενώ ο τρόπος με τον οποίο εργάζονται οι Αρχές σας είναι πολύ αργός. Για το λόγο αυτό αισθάνομαι ότι η ζωή μου είναι πολύ μικρή για να προσαρμοσθώ στις μεθόδους σας. Σας ευχαριστώ για τις προθέσεις σας. Εξάλλου τα γενέθλια μου έχουν παρέλθει από πολλού και παραιτούμαι του δώρου σας».

Η πίστη και η θεσμοθετημένη θρησκεία ήταν δύο έννοιες απόλυτα αντίθετες προς τα δύο πρωταρχικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της προσωπικότητας του Αϊνστάιν : την επιστημονική του σκέψη και την αποστροφή του στις αυθεντίες. Η κατανόηση της έννοιας της σχετικότητας φαίνεται να διευκολύνθηκε από το γεγονός, ότι δεν ταυτίστηκε απόλυτα με μια κοινωνική ομάδα και τις αντιλήψεις της. Η απόλυτη ταύτιση εμποδίζει τον άνθρωπο να κατανοήσει τη σημασία στη σχετικότητας. Θα ήταν σημαντικό να τονίσουμε εδώ ότι η αρχή της σχετικότητας είναι μια ιδέα. που σε συνδυασμό με τη θεωρία της φαινομενολογίας, άλλαξε τον τρόπο που κατανοούμε και παρεμβαίνουμε, όχι μόνο στα φυσικά φαινόμενα, αλλά και στα ανθρώπινα, δηλαδή τα ψυχολογικά και τα κοινωνικά.

Καμιά πρόοδος δεν είναι δυνατή στην ανθρώπινη επικοινωνία, στις διαπροσωπικές και κοινωνικές σχέσεις, στις ιστορικές και πολιτικές ερμηνείες, αν δεν λάβουμε υπόψη την έννοια της σχετικότητας ως προς το χώρο και το χρόνο των υπό εξέταση φαινόμενων και ως προς το πλαίσιο αναφοράς ενός ατόμου ή μιας ομάδας. 
Η κατανόηση της διαφορετικότητας αυτού του πλαισίου ενώνει τους ανθρώπους και ευνοεί τις ανοιχτές και δημοκρατικές συμπεριφορές. Η περίπτωση του Αϊνστάιν , επίσης, προσφέρει ένα πολύ χρήσιμο «ηθικό δίδαγμα» για γονείς. εκπαιδευτικούς και συμβούλους των παιδιών: να μην είναι δηλαδή τόσο σίγουροι για τις διαγνώσεις και τους χαρακτηρισμούς των επιδόσεων ενός παιδιού. 
Κανείς -ακόμα και ο πιο ειδικός- δεν μπορεί να γνωρίζει τι πραγματικά κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα της σχολικής αξιολόγησης ενός παιδιού και πολύ περισσότερο αν -και ποιες- αγαθές συγκυρίες θα αλληλεπιδράσουν ευνοϊκά για την εξέλιξή του στο μέλλον, άσχετα αν πρόκειται για έναν Αϊνστάιν ή για ένα επιτυχημένο ή ευτυχισμένο στη ζωή του άτομο. Η ανυπόταχτη προσωπικότητα του Αϊνστάιν , το θάρρος του να καλλιεργεί την αποκλίουσα σκέψη και να πιστεύει σ’ αυτό που είναι χωρίς να μπαίνει στα καλούπια της κοινωνικής ματαιοδοξίας, η απλότητα στις σχέσεις του, η βαθιά πίστη του στις αξίες της ελευθερίας, του πλουραλισμού και της δικαιοσύνης, η αντίθεσή του σε κάθε είδους αυθεντία, δογματισμό και αυθαιρεσία δείχνουν μια προσωπικότητα αυτόνομη και δημοκρατική. Ο ίδιος αναφέρει, ότι πιστεύει στη δημοκρατία παρά τις αδυναμίες της, που δεν τις αγνοεί. Αν και μοναχικός τύπος, δεν ένιωσε ποτέ απομονωμένος από το κοινωνικό σύνολο.

Στο «Πιστεύω» του (μια ομιλία προς το Γερμανικό Σύνδεσμο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα) διακηρύσσει πως «ένιωθε πάντα ότι ανήκει στην αόρατη κοινότητα των συνανθρώπων του που αγωνίζονται για την αλήθεια, την ομορφιά και τη δικαιοσύνη». Όσο για τη θρησκευτική διάσταση της κοσμοθεωρίας του, ο Αϊνστάιν δεν υιοθέτησε τις συγκεκριμένες δοξασίες καμιάς θρησκείας, αν και κατανοούσε τους λόγους που οι άνθρωποι πιστεύουν. Η αίσθηση του μυστηρίου -που δεν εκφράζεται πάντα με λόγια και αποτελεί την αφετηρία κάθε σοβαρής αναζήτησης όχι μόνο στη θρησκεία αλλά και στην επιστήμη και στην Τέχνη- είναι γι’ αυτόν μία από τις όμορφες και κορυφαίες εμπειρίες που ο άνθρωπος μπορεί να νιώσει.

Η κορυφαία αυτή εμπειρία δεν απορρέει από τη «βεβαιότητα» της γνώσης αλλά από τη βαθιά αίσθηση της απορίας και της χωρίς αλαζονείας αναζήτησης. που ενοποιούν τον εσωτερικό με τον εξωτερικό του κόσμο. Αυτή είναι και η μορφή που δίνει στο δικό του θρησκευτικό συναίσθημα.

 

Η ιστορία όμως μας διδάσκει. ότι ουδέποτε τέτοιες προσωπικότητες έμειναν έξω από το στόχαστρο οργανωμένων συμφερόντων και ομάδων κοινωνικής παρακμής και δολιότητας. Το 1923 ο Αϊνστάιν επέστρεψε στο Βερολίνο, όπου άρχισε να δίνει μαθήματα στο Πανεπιστήμιο. Μέχρι το 1932, χρονολογία που αυτοεξορίστηκε στην Αμερική, ο Αϊνστάιν ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα για την ειρήνη, γιατί ονειρευόταν έναν κόσμο χωρίς πείνα. πόλεμο και διαιρεμένο σε έχοντες και μη έχοντες. Πίστευε έντονα σε μια παγκόσμια κυβέρνηση χωρίς στρατεύματα και όπλα, όπου οι Αρχές να μπορούν να προμηθεύουν στους πολίτες αυτά που είναι απαραίτητα για τη ζωή τους. 
Την περίοδο αυτή επισκεπτόταν διάφορες μεγάλες πόλεις στον κόσμο και μιλούσε σε οργανώσεις ειρήνης και αφοπλισμού. Για το θέμα αυτό δημοσιογραφούσε σε εφημερίδες και περιοδικά μεγάλης κυκλοφορίας στην Ευρώπη και την Αμερική. Το 1929 δημιουργήθηκε μια ανησυχητική κίνηση εναντίον του. Μάλιστα η θεωρία της σχετικότητας είχε χαρακτηριστεί από πολλούς πνευματικούς κύκλους της εποχής ως «μπολσεβικισμός στη Φυσική». 
Οι εφημερίδες έγραφαν κακόβουλες και ψευδείς ειδήσεις, ότι δήθεν ο Αϊνστάιν επισκέφτηκε τη Μόσχα και την Πετρούπολη, όπου του επιφυλάχθηκε θερμότατη υποδοχή. Βέβαια ο Αϊνστάιν ουδέποτε επισκέφθηκε τη Ρωσία. Την περίοδο εκείνη ο Αδόλφος Χίτλερ ανεβαίνει στην εξουσία. Z
Ο αντισημιτισμός εδραιώνεται σε «θεωρητικές βάσεις». Ο ναζισμός δεν χαρακτήρισε μόνο τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν ως «μπολσεβικισμό στη φυσική» αλλά και ως «εβραϊκό δάκτυλο» επικίνδυνης παρέμβασης στη μελέτη της Φύσης. Ένας εχθρός του Άλμπερτ και μέλος του Εθνοσοσιαλιστικού κόμματος έγραφε: «Το σημαντικότερο δείγμα της επικίνδυνης επίδρασης των εβραϊκών κύκλων στη μελέτη της φύσης διατυπώθηκε από τον Αϊνστάιν με τις μαθηματικές θεωρίες, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα μείγμα από προϋπάρχουσες γνώσεις και αυθαίρετες προσθήκες. Τώρα οι θεωρίες αυτές θρυμματίζονται, όπως είναι η μοίρα όλων των κατασκευασμάτων που απομακρύνονται από τη φύση».

Το 1933 οι ναζιστές έγραψαν έναν κατάλογο ονομάτων των εχθρών του κράτους, που συνοδεύονταν από φωτογραφίες καθόλου κολακευτικές. Στο κάτω μέρος της κάθε φωτογραφίας υπήρχαν σχόλια. Ο Αϊνστάιν κατείχε την πρώτη θέση στον κατάλογο αυτό και κάτω από τη φωτογραφία έγραφαν: «Δεν κρεμάστηκε ακόμα. Ευτυχώς που ο Αϊνστάιν ήδη βρισκόταν στην Αμερική. Το 1932 αποφάσισε να εγκαταλείψει την πατρίδα του και να πάει στην Αμερική γιατί δεν μπορούσε πια να ανασαίνει τον αέρα της σήψης και της παραφροσύνης της ανερχόμενης ναζιστικής λαίλαπας. Ήταν ένα φθινοπωρινό απόγευμα. όταν με τη γυναίκα του επισκέφθηκε το σπίτι που είχαν κτίσει κοντά σε μια λίμνη και που αγάπησε πολύ. Τότε είπε στην γυναίκα του: «Πριν αφήσεις αυτή τη φορά το σπίτι, κοίταξέ το καλά γιατί δεν πρόκειται να το ξαναδείς».

Ο Αϊνστάιν είχε διαισθανθεί την επερχόμενη καταστροφή λόγω της επικράτησης του ναζισμού. Όταν ένα χρόνο αργότερα επέστρεψε στην Ευρώπη, αλλά αυτή τη φορά στο Βέλγιο, οι ναζί τον απείλησαν με απαγωγή και θανατική εκτέλεση. Όλα τα υπάρχοντά του στη Γερμανία ακόμη και το αγαπημένο του σπίτι στη λίμνη, κατασχέθηκαν. Η μόνιμη παραμονή πια στην Αμερική ήταν ένα γεγονός.

Ο Αϊνστάιν κατηγορήθηκε -και πέθανε με αυτή την πικρία- ότι ήταν «ο πατέρας της ατομικής βόμβας» και κατά συνέπεια ένας από τους υπαίτιους της καταστροφής της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι με το να υπογράψει και να συνταχθεί με το «σχέδιο Μανχάταν». Εδώ φαίνεται καθαρά πόσο αδύνατος είναι ένας επιστήμονας μπρος στα οργανωμένα συμφέροντα και της πολιτικής τους έκφρασης και με τι ευκολία αποδίδεται η ευθύνη από τους πραγματικά υπαίτιους στους ανεύθυνους και ρομαντικούς επιστήμονες που αφιερώνουν τη ζωή τους για το καλό της ανθρωπότητας.

Θεωρώ υποχρέωση και καθήκον να καταγράψουμε με κάθε λεπτομέρεια -παρ’ όλο που θα είναι λίγο κουραστικό- όλο το χρονικό αυτής της εμπλοκής του Αϊνστάιν στο « σχέδιο Μανχάταν». της δημιουργίας δηλαδή της ατομικής βόμβας. Την περίοδο εκείνη οι επιστήμονες πλησίαζαν όλο και περισσότερο στην επαλήθευση της θεωρίας του Αϊνστάιν. Ο ίδιος ο Αϊνστάιν είπε: «Πίστευα ότι η θεωρία μου είναι θεωρητικά πιθανή, αλλά δεν περίμενα ότι θα έβλεπα την εφαρμογή της τόσο σύντομα. Δύο επιστήμονες από την Ευρώπη, ο Ιταλός Φέρμι και ο Ουγγαρέζο ς Τζίλαρντ , αυτοεξορισθέντες από την Ευρώπη ως καταδιωκόμενοι από τους ναζιστές διαπίστωσαν πως μπορεί να χρησιμοποιηθεί το ουράνιο για την κατασκευή ατομικής βόμβας. Επειδή η πρότασή τους θα μπορούσε να μη γίνει πιστευτή από την κυβέρνηση του Ρούσβελτ , αποφάσισαν να ακολουθήσουν μια άλλη διαδικασία που θα έπειθε τον Ρούσβελτ να δώσει την άδεια για τη μελέτη και κατασκευή μιας βόμβας που δεν είναι άλλο παρά η εφαρμογή της θεωρίας του Αϊνστάιν . Έτσι μέσου του φυσικού Φρεδερίκου Λίντεμαν , ο οποίος φιλοξενούσε τον Αϊνστάιν , όταν επισκεπτόταν την Αγγλία, οι δύο αυτοί επιστήμονες συνάντησαν τον Αϊνστάιν και είχαν μια συζήτηση μαζί του.

Οι Φέρμι και Τζίλαρντ του είπαν ότι υπάρχουν πληροφορίες ότι ο Χίλτερ ετοιμάζει την κατασκευή ατομικής βόμβας. Αυτό διαπιστώνεται από το γεγονός ότι οι Γερμανοί κρατούν όλο το ουράνιο που εκμεταλλεύονται από τα ορυχεία της Τσεχοσλοβακίας και δεν το μεταπωλούν όπως συνήθιζαν.
 Ο Αϊνστάιν συνειδητοποιώντας το δράμα της χιτλερικής παραφροσύνης και την τραγικότητα του κινδύνου που κρεμόταν πάνω από την ανθρωπότητα καλύτερα ίσως από κάθε άλλον αντιμετώπισε συνειδησιακό πρόβλημα. 
Πώς ένας ειρηνιστής να συμβάλει στην κατασκευή ενός τέτοιου καταστρεπτικού όπλου; Αν όμως οι σύμμαχοι δεν κατασκεύαζαν αυτό το όπλο, τότε σίγουρα θα το κατασκεύαζαν οι ναζί. Οι παθητικές αντιστάσεις δεν έχουν λόγο σε τέτοιες στιγμές και υπέγραψε το γράμμα που ήδη είχαν ετοιμάσει οι δύο επιστήμονες. Για το θέμα αυτής της υπογραφής του είπε αργότερα: «Για την επιστολή προς τον Ρούσβελτ χρησίμευσα σαν ταχυδρομική θυρίδα. Μου την έφεραν γραμμένη και την υπέγραψα». Το γράμμα αυτό υπογράφτηκε στις 2 Αυγούστου 1939. Όμως παραδόθηκε στον Ρούσβελτ στις 11 Οκτωβρίου σαν την πιο κατάλληλη στιγμή για να πεισθεί ο πρόεδρος Ρούσβελτ . Διαβάζοντας το γράμμα ο Ρούσβελτ είπε: «Να τεθεί άμεσα σε ενέργεια». Ύστερα από λίγες μέρες σχηματίσθηκε η επιτροπή στην οποία συμμετείχαν οι Οπενχάιμερ, Φέρμι και Τζίλαρντ, αλλά ουδέποτε ο Αϊνστάιν . Στο μεταξύ η παρουσία ενός τέτοιου μεγάλου επιστήμονα στην Αμερική δεν θα μπορούσε να αφήσει αδιάφορη την FBI. Του άνοιξε Φάκελο 1.500 σελίδων, όπου χαρακτηριζόταν σαν «ακραίος ριζοσπάστης» και «συμπαθών του κομμουνισμού». 
Έτσι ο αρχηγός της FBl, Χούβερ , συνέστησε στον πρόεδρο Ρούσβελτ να μην τον συμπεριλάβει στην επιτροπή και ούτε να έχει καμιά σχέση με την επιτροπή για λόγους ασφαλείας των στρατιωτικών μυστικών.

Έτσι συνδέθηκε το όνομά του με την ατομική βόμβα, στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που έκανε ήταν να διατρανώσει την αντίθεσή του στη χρησιμοποίηση της πυρηνικής ενέργειας για πολεμικούς σκοπούς σ’ όλο τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του. Χαρακτηριστική ήταν η φράση του όταν ρίχτηκε η βόμβα στη Χιροσίμα : 
«Αν ήξερα πως θα το έκαναν αυτό δεν θα γινόμουν επιστήμονας αλλά τσαγκάρης». Το 1952 προτάθηκε από το νεοσύστατο κράτος του Ισραήλ να γίνει ο δεύτερος κατά σειρά πρόεδρος. Ο Αϊνστάιν αρνήθηκε διακριτικά.

Η γυναίκα του πέθανε το Δεκέμβριο του 1936. Η πρώτη του γυναίκα πέθανε αργότερα το 1948, στην Ελβετία, όπου ζούσε με τα δύο παιδιά της, τον Εδουάρδο και το Χανς Αλμπερτ. Ο Εδουάρδος ήταν σχιζοφρενής και πέθανε σε ψυχιατρικό νοσοκομείο στη Ζυρίχη το 1965. Ο Χανς Αλβερτ μετά τον πόλεμο εγκαταστάθηκε στην Αμερική όπου εργάστηκε ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ και πέθανε το 1951. 
Μαζί του έμειναν μέχρι το τέλος μία από τις θετές του κόρες και η πιστή του γραμματέας Ελένη Δούκα. Στις 18 Απριλίου 1955, άφησε την τελευταία του πνοή σε νοσοκομείο του Πρίνστον, στην πόλη που έζησε 22 ολόκληρα χρόνια. 
Λίγες στιγμές πριν δαπανήσει όλη την «ταχύτητά» του στη διάσταση του χρόνου για να κινηθεί μέσα στο χώρο, όπου δεν υπάρχει χρονομέτρηση και δεν γερνάς ποτέ, ψέλλισε κάποιες φράσεις. Στην προσπάθειά της η νοσοκόμα να καταλάβει τι ήθελε να πει διαπίστωσε ότι μιλούσε στα γερμανικά, στη γλώσσα της πατρίδας του που τον αγνόησε, τον συκοφάντησε και τον δίωξε.

Στη σημερινή περίοδο της κρίσης αξιών που ζούμε, πρέπει να δούμε τoν Αϊνστάιν ως μια-εξαιρετική προσωπικότητα που δεν υιοθέτησε το ύφος της ιδιοφυίας. Έναν επιστήμονα με ανοιχτή και δημιουργική σκέψη, αλλά και με τα χαρακτηριστικά της ανθρωπιστικής ηθικής. Ο άνθρωπος που δεν υποτασσόταν σε οποιοδήποτε χρησιμοθηρικό σκοπό που θα «αξιοποιούσε» τις επιστημονικές κατακτήσεις κατά τρόπο που θα έθεταν σε κίνδυνο την ειρήνη, τη δημοκρατία και το σεβασμό στον άνθρωπο. Από την άποψη αυτή όλοι νιώθουμε ότι και σήμερα ο Αϊνστάιν είναι τραγικά επίκαιρος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Αξελός Κώστας: Ο Ηράκλειτος και η Φιλοσοφία, Αθήνα: Εξάντας 1974

2. White Μ ., & Griden G.: EINSTEIN. Α L ife Science, London: Simon & Schuster (1993).

3. Σβαρτζ Τ. – Γκίννες Μ.: Ο Αινστάιν για αρχάριους: Θεσ/νίκη: Επιλογή (1979).

4. E n stein L., Εικόνες της Σχετικότητας Αθήνα: Κάτοπτρο 1992.

 

*Ο κ. Αριστοτέλης Ράπτης είναι πτυχιούχος του Μαθηματικού τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος (Doctor of Philosophy) του τμήματος της Πληροφορικής του Πανεπιστημίου της Γλασκόβης όπου σπούδασε ως υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (Ι.Κ.Υ).

Εργάσθηκε ως ερευνητής στο Πολυτεχνείο του City του Λονδίνου και στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και κατόπιν εξελέγη Επιμελητής, Λέκτορας και Επίκουρος Καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.

Η διδακτορική διατριβή με τίτλο «Numerical solution of the Schrodinger Equation» όσο και το μετέπειτα έργο του χάραξε ένα νέο ορίζοντα για την αριθμητική λύση διαφορικών εξισώσεων. 
Οι νέες μέθοδοι με την επωνυμία «Methods of Raptis and Alison» ή εναλλακτικά «Exponential fitting Methods» αναπτύχθηκαν για πρώτη φορά στη διδακτορική του διατριβή και εφαρμόστηκαν με επιτυχία στην εξίσωση του Schrodinger. 
Σήμερα οι μέθοδοι αυτές έχουν καθιερωθεί στη διεθνή βιβλιογραφία και πολλοί επιστήμονες ασχολούνται βελτιώνοντας τις μεθόδους αυτές σε πολλές εφαρμογές. Οι αναφορές στο έργο του, με βάση το Citation Index, υπερβαίνουν τις χίλιες.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 έστρεψε το ενδιαφέρον του στη διαφαινόμενη ανάπτυξη των Nέων Tεχνολογιών και τις επιπτώσεις της στην εκπαίδευση και την κοινωνία γενικότερα. Το 1993 εξελέγη Αναπληρωτής Καθηγητής στο Παιδαγωγικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 198 εξελέγη στη θέση του Καθηγητή με γνωστικό αντικείμενο οι Νέες Τεχνολογίες στην Εκπαίδευση και από τότε έχει αναπτύξει πολύπλευρη επιστημονική και διδακτική δράση σε θέματα που έχουν σχέση με την εκπαιδευτική και παιδαγωγική διάσταση της χρήσης του υπολογιστή. 
Έχει διατελέσει επιστημονικός υπεύθυνος πολλών ερευνητικών και επιμορφωτικών προγραμμάτων της Ε.Ε.