Γλείφοντας το κόμμα κέρδιζες τη θέση εις βάρος των άλλων

Συνέντευξη του συγγραφέα Μάκη Καραγιάννη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη.

Ο δημοσιογράφος Οδυσσέας Πανταζής αναλαμβάνει να εξιχνιάσει τον φόνο του φίλου του Στέφανου, αντιπρύτανη του Πανεπιστήμιου της Θεσσαλονίκης. Ο Στέφανος Δενδρινός, σύμβολο της αντίστασης κατά της Χούντας, βρίσκεται μπλεγμένος στη δίνη ενός σκανδάλου: ο ανακριτής τον καλεί για κατάθεση, με την κατηγορία της υπεξαίρεσης κονδυλίων του πανεπιστήμιου που προορίζονταν για την έρευνα. Ήταν δυνατόν να καταλήξει ξανά στη φυλακή; 

Η ηθική χρεοκοπία της γενιάς της μεταπολίτευσης, που διαλύθηκε σε μια μπελ-επόκ της κατανάλωσης, η Ελλάδα της παρακμής και της διαφθοράς, αποτελεί τον κύριο θεματικό άξονα του βιβλίου. Μια απόπειρα βιογραφίας του Στέφανου και της χαμένης γενιάς του, που νικήθηκε από τη ζωή. Άντεξε τον φάλαγγα και τον βούρδουλα, αλλά λύγισε στο βελούδινο χέρι.

Ταυτόχρονα, οι ποικίλες εκδοχές της έννοιας της πατρίδας, η διαμάχη Ανατολής-Δύσης που διατρέχει την ελληνική φυσιογνωμία, η φρίκη της βίας στην Ιστορία του 20ού αιώνα, είναι μερικά από τα προβλήματα που φωτίζει το μυθιστόρημα. Στο βάθος αντηχούν αναφορές σε επεισόδια της ομηρικής «Οδύσσειας» και του «Οδυσσέα» του Τζόις από τον οποίο το «Όνειρο του Οδυσσέα» δανείζεται την πρώτη γραμμή.

Ποια ήταν η αφορμή για να γραφεί το μυθιστόρημα «Το όνειρο του Οδυσσέα», εκδόσεις Μεταίχμιο;

Πολύ νωρίς είχε κατασταλάξει μέσα μου ένα αρνητικό συναίσθημα αγανάκτησης και απογοήτευσης για όσα συνέβαιναν την περίοδο της μεταπολίτευσης. Θέλησα λοιπόν να μιλήσω γι’ αυτή τη χαμένη γενιά που ξεκίνησε  κάποτε με την ωραία ματαιοδοξία να αλλάξει τον κόσμο, αλλά διαλύθηκε σε μια μπελ εποκ της κατανάλωσης. Η Ελλάδα της παρακμής και της διαφθοράς, αποτελεί τον κύριο θεματικό άξονα του βιβλίου. Ο Οδυσσέας, που είναι ο αφηγητής, ζει τη διάλυση του ονείρου μιας εποχής και θέτει το ερώτημα πώς αναποδογυρίστηκαν οι αξίες;  

Ο δημοσιογράφος Οδυσσέας Πανταζής αναλαμβάνει να εξιχνιάσει τον φόνο του φίλου του. Στην πραγματικότητα δεν είναι δύσκολο για ένα δημοσιογράφο να διερευνήσει ένα έγκλημα;

Κανένα «έγκλημα» δεν μπορεί να διερευνηθεί όταν υπάρχει η πρόθεση της συγκάλυψης, όπως συνέβαινε στη διάρκεια της μεταπολίτευσης, με τη διαπλοκή να οργιάζει μέσα στους θεσμούς.

 

Ο Στέφανος Δενδρινός, σύμβολο της αντίστασης κατά της χούντας, βρίσκεται μπλεγμένος στη δίνη ενός σκανδάλου. Γιατί όταν ανέβηκε στην ιεραρχία και έγινε αντιπρύτανης δεν κράτησε την σύνεση που είχε και εξέπεσε ηθικά με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στο δικαστήριο;

Είναι γεγονός ότι η γενιά του Δενδρινού  άφησε στην άκρη το φωτοστέφανο και αναζήτησε με πάθος την κοινωνική άνοδο, το εύκολο χρήμα, τη γκλαμουριά και τη χλιδάτη ζωή, ξεχνώντας την ηθική και την κοινωνική της συνείδηση. Άντεξε τον φάλαγγα και τον βούρδουλα αλλά απέτυχε στα εύκολα.  Όπως θα έλεγε και   ο Μπρέχτ: «Ξέφυγε από τους καρχαρίες και νίκησε τους τίγρεις, την έφαγαν όμως οι κοριοί». Το πρώτο κεφάλαιο  –όχι τυχαία –  επιγράφεται «το βελούδινο χέρι». Ο «εχθρός» στην μεταπολίτευση σε χάιδευε στο μάγουλο, σου πρόσφερε θέσεις, αξιώματα και εύκολο χρήμα. Αυτό ήταν το πνεύμα της εποχής. Ο καημός των άλλων είναι μια αλήθεια. Αλλά  «πόσοι είναι έτοιµοι να ζήσουν µε την αλήθεια; Η συµµόρφωση είναι αναπαυτική. Δεν έχεις παρά να αφήσεις τον εαυτό σου να τον παρασύρει το ρεύµα της εποχής. Η αλήθεια είναι κουραστική. Πρέπει να κωπηλατείς συνεχώς κόντρα στο ρεύµα».  «Το όνειρο του Οδυσσέα» σελ. 214

Ο Στέφανος Δενδρινός ανήκει στη γενιά της μεταπολίτευσης. Γιατί την συγκεκριμένη γενιά την κατηγορούν ως μια από τις αιτίες της ηθικής χρεωκοπίας;

Τα τελευταία δυο χρόνια αναπτυχθεί ένας δημόσιος διάλογος γύρω από τις ευθύνες της «γενιάς του Πολυτεχνείου». Ενδεικτικά αναφέρω μόνον τους Στέλιο Ράμφο, Νίκο Μπίστη, Ριχάρδο Σωμερίτη, Μίμη Σουλιώτη, Δημήτρη Σεβαστάκη, Κώστα Ιορδανίδη, Λαοκράτη Βάσση, κ. ά. Κι επειδή το βιβλίο εκφράζει έναν παράλληλο στοχασμό για το ίδιο θέμα, -όχι δοκιμιακό αλλά μυθιστορηματικό-  θα ήθελα να διευκρινίσω ορισμένα πράγματα. Κατά τη δική μου άποψη, η οποία νομίζω δεν απέχει από εκείνη του βιβλίου, δεν φταίει για όλα εκείνη η γενιά. Αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, δεν ήταν αυτή που είχε τον έλεγχο των πραγμάτων, αλλά οι παλαιοκομματικοί μηχανισμοί. Παρ’ όλα αυτά πιστεύω ότι δεν αντιστάθηκε. Αντίθετα ενσωματώθηκε στα κόμματα και το σύστημα, συμβιβάστηκε, έχτισε και συνυπέγραψε την σημερινή Ελλάδα της παρακμής. Το μυθιστόρημα ήθελε να επισημάνει τις ευθύνες της με ένα κραυγαλέο παράδειγμα.  Είναι πολλοί αυτοί που σιώπησαν και κράτησαν την αξιοπρέπειά τους και απ’ αυτή τη γενιά και από τις προηγούμενες. Αλλά αυτούς η κοινωνία τους πέταξε στο περιθώριο.  Όμως παρά τις καίριες ευθύνες της ας μη σπεύσουμε να την μετατρέψουμε βολικά σε αποδιοπομπαίο τράγο.Ο ήρωας του μυθιστορήματος, ο Στέφανος Δενδρινός, που συμμετείχε στα γεγονότα του Πολυτεχνείου και βασανίστηκε γι’ αυτό, υπέκυψε στο όνειρο του εύκολου χρήματος. Διέπραξε την ύβρη της απληστίας. Αλλά όπως λέει στο μυθιστόρημα και η Μιράντα ας μη βιαστούμε να τον καταδικάσουμε. «Ο ιατροδικαστής θα έκανε την εξής διάγνω­ση: υπερβολική δόση. Εµείς προσέχουµε, αλλά δεν είµαστε αδιάβροχοι». ό.π. σελ. 309

Γράφετε ότι «δεν μπορείς να γίνεις τίποτα, αν δεν φιλήσεις κατουρημένες ποδιές». Μπορείτε να αιτιολογήσετε την γνώμη σας;

Το όνειρο του νεοέλληνα της μεταπολίτευσης ήταν μια θέση στο δημόσιο. Γλείφοντας το κόμμα κέρδιζες τη θέση εις βάρος των άλλων. Η  άνοδος ενός δημοσιογράφου, όπως ήταν ο Οδυσσέας, γινόταν να σιωπούσες και υπηρετούσες τα αφεντικά. Ακόμα και οι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα για να προχωρήσουν έπρεπε να λαδώσουν και να φιλήσουν κατουρημένες ποδιές. Αυτά για τα οποία θα έπρεπε να ντρεπόμαστε  -σε μια πλήρη αντιστροφή των λέξεων-  τα είχαμε αναγάγει σε μαγκιά και καπατσοσύνη του νεοέλληνα. Επρόκειτο όχι για ατομικές αλλά για κοινωνικές συμπεριφορές που επικυρώνονταν με εκείνα τα προεκλογικά πάρτυ στις πλατείες κραδαίνοντας τις πλαστικές σημαίες του πελατειακού κράτους.

 

Ο Στέφανος Δενδρινός καταχράστηκε τα χρήματα του Δημοσίου. Ένα σκάνδαλο από τα πολλά που συνέβησαν στην ελληνική κοινωνία. Υπάρχει ελπίδα κάτι να αλλάξει και να ελπίζουμε σε ένα καλύτερο μέλλον;

Η κρίση αποτελεί πάντα μια ευκαιρία. Αρκεί να είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε το κόστος των επιλογών μας.

 

Ο Οδυσσέας Πανταζής ο δημοσιογράφος έχει εμμονές με τον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή. Ποια είναι η γνώμη σας για τον διάσημο μαθηματικό;

Πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους μαθηματικούς του 20ου  αιώνα. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την αξία του. Βοήθησε την πατρίδα του με την αναδιοργάνωση του Πανεπιστήμιου της Θεσσαλονίκης και την ίδρυση Πανεπιστήμιου της Σμύρνης. Ήταν τέλειος; Νομίζω ότι ξακρίζοντας τους «μύθους» ανακαλύπτουμε  ανθρώπους με  αδύνατα σημεία. Όπως αναφέρω και στο μυθιστόρημα  δεν αντέδρασε στο ναζιστικό καθεστώς, σιώπησε σε κρίσιμες στιγμές, ακόμη και όταν οι Γερμανοί εισέβαλλαν στην πατρίδα του. Όμως «γιατί θέλουµε από τους µεγάλους να είναι τέλειοι; Να πάψουν να είναι άνθρωποι; Να έχουν αδυναµίες; Έκαναν κανένα συµβόλαιο µαζί µας;» ό.π. σελ.214  Η βιογραφία της Μαρίας Γεωργιάδου πιστεύω ότι αποδίδει την εικόνα του και η επίθεση εναντίον της από την Ακαδημία Αθηνών δεν είναι παρά μια ακόμη άτυχη στιγμή για αυτό το σώμα. Η αλήθεια στέκεται πάντα πάνω από ωραιοποιήσεις και κακώς εννοούμενους «εθνικούς» υπολογισμούς.

 

Αναφέρετε ότι ο συγγραφέας Τζέιμς Τζόις αγαπούσε την Ελλάδα και ότι μαζί με τους φίλους του τραγουδούσε τον ελληνικό εθνικό ύμνο; Είναι αλήθεια ή όλα αυτά ανήκουν στην σφαίρα της μυθιστορηματικής φαντασίας;

Όλα είναι απολύτως ακριβή. Ο Τζόυς είχε πολλούς Έλληνες φίλους όπως ο Νικόλας Σάντας, μανάβης στην Τεργέστη, που συνήθιζε να του απαγγέλει ολόκληρες ραψωδίες από τον Όμηρο και να του δανείζει χρήματα, ο Παύλος Φωκάς και ο Θεσσαλονικιός Πωλ Ρουτζιέρο  στη Ζυρίχη κ. α. Όπως έλεγε στον φίλο του Φρανκ Μπάτζεν: «Ανήκω σ’ αυτή τη γλώσσα, είναι το πεπρωμένο μου να μπω σ’ αυτό τον κόσμο». (Frank Budgen, “James Joyce and  the making of Ulysses”. Ο Μπάτζεν μας πληροφορεί επίσης για τις βραδιές που τραγουδούσε τον ελληνικό εθνικό ύμνο με τον Ρουτζιέρο, «τον ομορφότερο εθνικό ύμνο στον κόσμο» όπως έγραφε ο Τζόυς στη Miss Weaver. Αψευδής μάρτυς της αγάπης του για τα ελληνικά είναι και   «Τα τετράδια της Ζυρίχης», που μελέτησε η Μαντώ Αραβαντινού. Πρόκειται για τα σημειωματάρια της περιόδου 1915-1919 όταν μάθαινε  ελληνικά με δάσκαλο τον Παύλο Φωκά σημειώνοντας λέξεις, φράσεις ακόμη και τραγούδια όπως το «Μαύρη είν’ η νύχτα στα βουνά…». Πολλές απ’ αυτές τις φράσεις πέρασαν στον “Οδυσσέα” και το “Finnengans Wake”. Περισσότερα μπορεί να βρει  ο αναγνώστης στην θαυμάσια βιογραφία του Richard Ellmann για τον Τζόυς και τα βιβλία της Μαντώς Αραβαντινού.

 

Γράφετε ότι οι νεκροί της πόλης(Θεσσαλονίκη) γνωρίζουν πολλά. Αλλά είναι σιωπηλοί. Μια αόρατη πόλη με το ίδιο όνομα και άλλους θεούς… Είναι η ίδια πόλη όμως η Θεσσαλονίκη  με την πόλη του προηγούμενου αιώνα;

Ασφαλώς δεν είναι. Όχι μόνον γιατί στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν ένα κοσμοπολίτικο κέντρο, αλλά γιατί τα τελευταία χρόνια είχε επικρατήσει ένας οπισθοδρομικός συντηρητισμός που την έκανε ασήμαντη επαρχία.

 

Η Ελλάδα , σκέφτεται ο Οδυσσέας, είναι μια χώρα που έχασε την αλήθεια της. Υπάρχει ελπίδα για να ξαναβρούμε πάλι αυτά που χάσαμε από την υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων μας;

Η σημερινή κατάσταση θα μπορούσε να αποτελέσει μια ευκαιρία για αναστοχασμό. Να δούμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη και να τον αλλάξουμε. Κρίση είναι η στιγμή κατά την οποία διαπιστώνουμε ότι οι  λέξεις που ξέρουμε ως τώρα δεν εφαρμόζουν πάνω στα πράγματα. Γι’ αυτό και η πιο κρίσιμη απ’ όλες τις μάχες είναι εκείνη των λέξεων. Αναμφισβήτητα  η κρίση έχει και  τη διεθνή της πλευρά. Όμως κάτω από την επιφάνεια ανέδειξε πάλι την ελληνική ιδιαιτερότητα, για την οποία έχουν μιλήσει μεγάλοι έλληνες στοχαστές όπως ο Κώστας Αξελός, ο Παναγιώτης Κονδύλης, ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Τη βαθιά θεσμική υπανάπτυξη σε σχέση με τη Δύση. Πίσω από τη ψευδεπίγραφη βιτρίνα των ευρωπαϊκών θεσμών, αιώνες τώρα, διανυκτερεύει η βαλκανική νοοτροπία και ένας νόθος αστισμός. Αντί της ευθύνης του ατόμου, πάνω στην οποία στηρίχτηκε η νεωτερικότητα, έχουμε ακόμη κινούμενες κομματικές αγέλες. Δεν θεμελιώθηκε ποτέ το κράτος ως εκφραστής και εγγυητής του δημόσιου συμφέροντος. Αν αυτά τα συνειδητοποιήσουμε και αναλάβουμε το κόστος της αλλαγής τότε ναι  υπάρχει ελπίδα.

 Διαβάζοντας το μυθιστόρημά σας διαπίστωσα ότι οι ήρωες σας είναι μπλεγμένοι στην δίνη της ανασφάλειας. Αυτό όμως δεν εκφράζει και την άσχημη οικονομική κατάσταση της χώρας μας;

Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται σε μια εποχή πριν την οικονομική κρίση. Αρκετοί ήρωες όπως ο Οδυσσέας ή η Μιράντα είναι ουσιαστικά άνεργοι και ανασφαλείς. Όμως δεν μπορούσαν να τους ακούσουν οι χορτάτοι της κοινωνίας. Αγανακτισμένοι τότε ήταν όσοι έχαναν την κομματική πρόσβαση στο πάρτυ της εξουσίας. Οι υπόλοιποι υπέφεραν σιωπηρά και στο περιθώριο, μακριά από τις κομματικές κραυγές. Η  σημερινή κρίση βέβαια μοιάζει με οδοστρωτήρα που δεν αφήνει τίποτε όρθιο. Σαρώνει οικονομίες, αντιλήψεις, συναισθήματα  και ανθρώπους και αναδεικνύει τις σαθρές βάσεις εκείνου του οικοδομήματος.

 

Πέρα από συγγραφέας ήσασταν καισυν-εκδότηςτου περιοδικού Παρέμβαση στην Κοζάνη. Γιατί τα περισσότερα περιοδικά έχουν σταματήσει να εκδίδονται;

Τα τελευταία τρία χρόνια  κυρίως λόγω της οικονομικής κρίσης. Βεβαίως, η μακροχρόνια έκδοση ενός περιοδικού συνεπάγεται μια δαπάνη χειρωνακτική και πνευματική που λίγοι είναι διατειθεμένοι να καταθέσουν. Ένα ωραίο παράδειγμα είναι ο Γιώργος Κορδομενίδης που συνεχίζει με το «Εντευκτήριό» του τη λαμπρή πορεία των περιοδικών της Θεσσαλονίκης.

 

Δημοσιογραφείτε σε εφημερίδες και σε περιοδικά. Πώς συνδυάζετε και τις δύο ιδιότητες;

Η βιβλιοκριτική στην εφημερίδα θέτει τους δικούς της περιορισμούς από την άποψη του χώρου, αλλά απευθύνεσαι σε ένα ευρύτερο κοινό. Τα περιοδικά διαθέτουν άνετο  χώρο ώστε να δημοσιεύονται και εκτενείς μελέτες. Διακρίνονται επίσης με τους  δονκιχωτισμούς και τις ζωτικές αυταπάτες, απαραίτητες για τέτοια οικονομικά ζημιογόνα εγχειρήματα.

 

Μπορείτε να προτείνετε στους αναγνώστες μας  μερικά βιβλία για να διαβάσουν για το καλοκαίρι;

Από τα βιβλία που διάβασα τελευταία και μου άρεσαν:  Hans Fallada: «Ο πότης», Δημήτρης Νόλλας: «Το ταξίδι στην Ελλάδα», Τσβετάν Τοντόρωφ: «Η λογοτεχνία σε κίνδυνο», Joseph E. Stiglitz: «Το τίμημα της ανισότητας»

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ[1]