Γλώσσα και πολιτισμός των Ελλήνων της Αζοφικής της Αικατερίνης Παππού-Ζουραβλιόβα

Θεσσαλονίκη,

Γράφει ο Γιάννης Δελόγλου

Από τις εκδόσεις «Αντώνης Σταμούλης» κυκλοφόρησε το βιβλίο της Αναπληρώτριας καθηγήτριας στην Παιδαγωγική Σχολή της Φλώρινας κ. Αικατερίνης Παππού – Ζουραβλιόβα «Γλώσσα και πολιτισμός των ελλήνων της Αζοφικής», η συμβολή των μεταφράσεων στα Μαριουπολίτικα. Η περίπτωση του Α.Π. Τσέχοφ.

Η παρουσίαση του βιβλίου έγινε στον πολυχώρο «Μαλλιάρης Παιδεία» ΑΝΑΤΟΛΙΑ της Θεσσαλονίκης παρουσία αρκετών Ελλήνων που κατάγονται από την περιοχή της Αζοφικής. Μεταξύ των παραβρισκομένων ήταν ο Γενικός Πρόξενος της Ρωσίας κ. Ποπώφ, ο πρώην Γενικός Γραμματέας Παλλινοστούντων καθηγητής κ. Χρήστος Καμενίδης και ο εκδότης κ. Αντώνης Σταμούλης. Κατά την διάρκεια του χαιρετισμού του ο Γεν. Πρόξενος της Ρωσίας αναφέρθηκε στην πρόοδο του ελληνισμού στην περιοχή της Αζοφικής αλλά και στην σημασία που έχει η κάθε γλωσσική διάλεκτος. Έκανε λόγο για νοικοκυριά Ελλήνων Ποντίων που πλούτισαν τις περιοχές όπου κατοίκησαν με διάφορα φυτά χρήσιμα για την διατροφή άγνωστα όμως στους ντόπιους κατοίκους μέχρι τότε.

Την συγγραφέα και τους ομιλητές παρουσίασε η κ.Κική Εμμανουηλίδου, υπεύθυνη των εκδηλώσεων του πολυχώρου.

Το βιβλίο της κ. Παππού – Ζουραβλιόβα που είναι χωρισμένο σε 7 μεγάλα και άλλα μικρότερα κεφάλαια περιέχει ελληνικές διαλέκτους της Νοτιοανατολικής Ουκρανίας, γνωστές και άγνωστες στην νεοελληνική διαλεκτολογία. Κάνει αναφορά στον λογοτέχνη Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχοφ, στους Έλληνες της Αζοφικής, στη δεκαετία του ’30 και το γλωσσικό ζήτημα. Γράφει για την μεγαλύτερη ποιητική φυσιογνωμία των Ελλήνων της Αζοφικής Γεώργιος Α. Κοστοπράβ, την κατάσταση που επικρατούσε στην ΕΣΣΔ κατά την δεκαετία του ’20 με την ίδρυση ελληνικών σχολείων, εφημερίδων, θεάτρων κ.λ.π. αλλά και τις μετέπειτα εξελίξεις.

Την πλούσια ύλη του βιβλίου ανέλυσαν και παρουσίασαν η Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο τμήμα Βαλκανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας κ. Αικατερίνη Σαρρή, ο καθηγητής στο τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης Παιδαγωγικής Σχολής Φλώρινας , Π.Δ.Μ. κ.Σταύρος Καμαρούδης και ο καθηγητής στο τμήμα Δ.Ε. Παιδαγωγικής Σχολής Φλώρινας, Π.Δ.Μ. ιστορικός κ. Ευστάθιος Πελαγίδης:

Η εισήγηση – παρουσίαση του κ. Σταύρου Καμαρούδη έχει ως εξής:

Kύριε Γενικέ Πρόξενε της Ρωσίας,

Κυρίες και Κύριοι,

Καλησπέρα σας!

 

Αποτελεί μεγάλη τιμή και χαρά  για μένα να  προσπαθήσω να παρουσιάσω, στα λίγα λεπτά που διαθέτω, το πόνημα της αγαπητής συναδέλφου στο Πανεπιστήμιο της Δυτικής Μακεδονίας,  Κυρίας Αικατερίνης Πάππου-Ζουραβλιόβα.

Γνωρίζω αρκετά πράγματα για την «κυοφορία» αυτού του βιβλίου, καθώς συζητούσαμε  με τη συγγραφέα κατά τη διαδρομή μας είτε με το τρένο προς τη Φλώρινα είτε με το λεωφορείο του ΚΤΕΛ είτε, τέλος, με το αυτοκίνητο του Κυρίου Ευστάθιου Πελαγίδη, με οδηγό τον ίδιο. Γιατί, όπως έγραφε και ένας Ορθόδοξος Ρώσος συγγραφέας της Διασποράς,  ο πατήρ Αλέξανδρος Σμέμαν, μιλώντας για τον Κυριακάτικο εκκλησιασμό στις ΗΠΑ,  όπου οι πιστοί συχνά αναγκάζονται να διανύσουν και εκατοντάδες χιλιόμετρα,  για να λειτουργηθούν σε ορθόδοξον ναό, «σημασία έχει και ο δρόμος προς την Εκκλησία».  Δεν θα ξεχάσω μάλιστα πως η Κα Πάππου μας είχε διηγηθεί πως κάποτε ήταν τόσο απορροφημένη με τον Τσέχοφ, που ο εγγονός της Φίλιππος, μαζί μας σήμερα, την είχε  ρωτήσει:

-«Γιαγιά, ποιον αγαπάς περισσότερο, τον Τσέχοφ ή εμένα»;

Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα αρτιότατο και ογκωδέστατο βιβλίο,  478 σελίδων, το οποίο ήδη αποτελεί βιβλίο αναφοράς για πολλούς ερευνητές και πολυάριθμους φοιτητές μας σε ποικίλους τομείς. Αρκετά πράγματα επεσήμανε  έως τώρα ή υπαινίχθηκε η προλαλήσασα κυρία Σαρρή ή θα συμπληρώσει ο Κύριος Πελαγίδης.

Θα περιορισθώ να αναφερθώ κυρίως στα της ειδικότητάς μου, της γλωσσολογίας, καθώς και της υποειδίκευσής μου, της διαλεκτολογίας.

Ο πατέρας της σύγχρονης γλωσσολογίας, ο Ελβετός Φερδινάνδος Σωσύρ, τόνιζε πως  η λογοτεχνία αποτελεί τη «γραφική πλευρά της γλώσσας» και ότι «αξίζει ο γλωσσολόγος να ενδιαφέρεται και γι’αυτήν». Πράγμα το οποίο επιτυγχάνει αριστοτεχνικά η συγγραφέας μας: συνδέει κατά θαυμάσιον τρόπο τη λογοτεχνία με τη γλωσσολογία.

Ένα δεύτερο σημείο το οποίο θα ήθελα να θίξω: μια διάλεκτος, σύμφωνα με μια παλιά γαλλική ρήση είναι «μια γλώσσα η οποία δεν ευτύχησε να αποκτήσει στρατό».  Η  διάλεκτος  όμως καλλιεργείται και εξυψώνεται με την ύπαρξη λογοτεχνικών κειμένων. Αυτό μας το τόνιζε άλλωστε ο αείμνηστος δάσκαλός μας Ιωάννης Κωτίτσας  στα φοιτητικά μας χρόνια, τη δεκαετία του 1970, όταν μας μάθαινε  εθελοντικά και με ζήλον ιεραποστολικό στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο  τη διεθνή βοηθητική γλώσσα Εσπεράντο, δυστυχώς ξεχασμένη σήμερα.  «Η Εσπεράντο, μας ανέφερε, αν και γλώσσα τεχνητή και όχι φυσική, είναι ισότιμη και ισόκυρη με όλες τις άλλες ομιλούμενες φυσικές γλώσσες του πλανήτη μας, διότι διαθέτει και  σημαντική λογοτεχνία. Τόσο αυτούσια όσο και μεταφρασμένη. Ιδού, ο Όμηρος και η Βίβλος και το Κοράνιο, καθώς και τα σημαντικότερα κλασικά έργα της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας υπάρχουν σήμερα και στην Εσπεράντο. Και δεν είναι και λίγοι οι  σύγχρονοι ταλαντούχοι εσπεραντιστές συγγραφείς που συνθέτουν τα δημιουργήματά τους απευθείας στη γλώσσα αυτήν».

Το ίδιο ακριβώς φαίνεται πως προσπάθησε να πράξει και ο Γεώργιος Κοστοπράβ, η μεγαλύτερη ποιητική φυσιογνωμία των Ελλήνων της Μαριούπολης (1903-1938) γνωστός επίσης και με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Κοφτερός, πρόωρα, πολύ πρόωρα χαμένος, τριάντα  πέντε μόλις χρονών. Εκτελέστηκε, θύμα του σταλινισμού, με ψευδείς κατηγορίες, ως αντεπαναστάτης στις 14/2/1938, δηλαδή πριν από 74 χρόνια…

Ο Κοστοπράβ επιχείρησε συνειδητά να  ανεβάσει το επίπεδο μιας παραμελημένης, περιθωριακής, ακατάγραφης ως τότε και προφορικής ακόμη, ελληνικής διαλέκτου. Τόσο με το μικρό σε έκταση αλλά πολλά υποσχόμενο ποιητικό του έργο, αναγνωρισμένο στη Σοβιετική Ένωση μα και πέρα από τα σύνορά της, αποσπάσματα του οποίου μαζί με ένα θεατρικό «Η άνοιξη επιστρέφει» παραθέτει η Κυρία Πάππου στο Παράρτημα, στις  σελ.  448-478. Αλλά ταυτόχρονα και με το επίσης ισχνό όμως  ιδιαίτερα σημαντικό μεταφραστικό του έργο από τη ρωσική ποίηση (Α.Σ. Πούσκιν, Μ. Γκόρκιι, Ντ. Μπέντνιι, Π.Γ. Μπεσποστάντνιι) και από την ουκρανική (Τ. Σσεβτσένκο και Μ.Φ. Ρίλσκι). O Κοστοπράβ παλεύει κυριολεκτικά να κατακτήσει ένα αδιαμόρφωτο ακόμη γλωσσικό όργανο…

Σ’αυτόν τον τομέα επίσης εντάσσεται και η  επιλεγμένη μετάφραση πέντε  μικρών διηγημάτων του σχεδόν συντοπίτη του  ήδη παγκοσμίου φήμης και πολυμεταφρασμένου συγγραφέα, του Αντόν Παύλοβιτς Τσέχοβ, (η Μαριούπολη απέχει από το Ταγκανρόγκ, τη γενέτειρα του Τσέχοβ 150 μόνον χιλιόμετρα).  Επιλογή που υποβοηθείται και  από την απόφαση του κομουνιστικού κόμματος της ΕΣΣΔ  για καθολική μόρφωση του λαού  και τη διάχυση της κλασικής ρωσικής λογοτεχνίας σε όλα τα στρώματα του πληθυσμού. Τα κείμενα αυτά, που εκδόθηκαν το 1936 και τελείως δυσεύρετα σήμερα, παρατίθενται  στις σελίδες 309-378 του βιβλίου. Προς διευκόλυνση μάλιστα των αναγνωστών  προστίθεται και ένα πολυσέλιδο επεξηγηματικό Γλωσσάριο (σελ. 379-401). Να επαινέσουμε επίσης και την πεντασέλιδη Περίληψη στη ρωσική γλώσσα, κάτι που σπανίζει δυστυχώς ακόμη  και σε πολλές από τις επιστημονικές μας εργασίες…

Πριν όμως πλησιάσουμε  εγγύτερα και να απολαύσουμε τα μεταφρασμένα διηγήματα, οφείλουμε να δώσουμε ένα συντομότατο «πορτρέτο» της Μαριουπολίτικης, της  διαλέκτου της πιο συμπαγούς από τις ελληνικές κοινότητες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης (120.000  ομιλητές, εγκατεστημένοι σε 19 πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά), που διατήρησε τον  γλωσσικό της κώδικα, τις  πατροπαράδοτες παραδόσεις της και την ορθόδοξή της πίστη. Αν και οι ομιλητές της ζούσαν σε τρίγλωσσο περιβάλλον, ουκρανικό, ρωσικό και ελληνικό.

Ελάχιστα πράγματα γνωρίζαμε οι ‘Ελληνες γλωσσολόγοι έως το 1980 για τον Ελληνισμό της Ρωσίας. Κάποιες αβέβαιες  και σποραδικές πληροφορίες, κυριολεκτικά με το σταγονόμετρο, για ελληνόφωνους και ποντιόφωνους, ναι, ίσως και 500.000 ομιλητές.  Αδύνατον να τους επισκεφθείς! Και θυμούμαι ακόμη με περισσή συγκίνηση  εκείνο το καλοκαίρι του 1985, με πόσον ενθουσιασμό οι Καθηγητές μας Μιχαήλ Σετάτος της Γλωσσολογίας και Ιωάννης Χασιώτης και Κωνσταντίνος Σβολόπουλος της Σύγχρονης Ιστορίας παρακολούθησαν μιαν, ημιεπίσημη θα τη χαρακτήριζα, Διάλεξη  με  συγκεκριμένες πληροφορίες, φωτογραφικό υλικό και ηχητικά τεκμήρια από τον Καθηγητή Αχιλλέα Τσεπίδη στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης, κατά τη διάρκεια των μαθημάτων του Διεθνούς Θερινού Προγράμματος  Νέων Ελληνικών του ΙΜΧΑ. Ανακαλύπταμε ξαφνικά έναν εντελώς ως τότε άγνωστόν μας ελληνικό κόσμο!

(Και χαιρετώ τον Κο Τσεπίδη που και σήμερα μας τιμά με την παρουσία του).

Η Κυρία Αικατερίνη Πάππου, εκτός από το ότι είναι φυσική ομιλήτρια της διαλέκτου, είναι η κατ’εξοχήν ερευνήτρια, με επανειλημμένες συστηματικές γλωσσοσυλλεκτικές αποστολές από το 1974 έως και σήμερα, γνωρίζει άριστα το πεδίο, έχει μελετήσει όλους τους προηγούμενους αλλά και σύγχρονους ερευνητές. «Είναι  απολύτως απαραίτητος», μας τόνιζε ο εξαίρετος δάσκαλός μας στη Σορβόννη Αντρέ Μαρτινέ «ο διάλογος με  όλους τους προγενέστερους ερευνητές».  Και η ακάματή μας ερευνήτρια έχει προσφέρει στην Επιστήμη  εκτός από τη διδακτορική της διατριβή με θέμα «Φωνολογική περιγραφή του ιδιώματος Νόβαγια Καράκουμπα (περιοχή Μαριούπολης) σε σύγκριση με τα άλλα ταυρορουμαίικα (μαριουπολίτικα) ιδιώματα και με τις βόρειες ελληνικές διαλέκτους», στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Μόσχας «Λομονόσοφ» το 1981, πάνω από πενήντα σχετικά δημοσιεύματα.

Εντυπωσιακή είναι ακόμη και η Βιβλιογραφία, ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση, που καταλαμβάνει  είκοσι και μια σελίδες (419-440).

Ας σημειώσουμε ότι  τα Μαριουπολίτικα, από τη δεκαετία του 1990, βρίσκονται στο επίκεντρο της προσοχής και των επιστημονικών ενδιαφερόντων των Καθηγητών Γλωσσολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Χ. Συμεωνίδη, Δ. Τομπαίδη, Χρ. Τζιτζιλή, οι οποίοι,  πάντοτε σε συνεργασία με την Κα Ζουραβλιόβα, οργανώνουν συνεχείς διαλεκτολογικές αποστολές με κύριο χρηματοδότη την Επιτροπή Ερευνών του ΑΠΘ. Αποστολές που αποδίδουν πλούσια συγκομιδή: βιβλία, κασέτες με άφθονο και  προπαντός αξιόπιστο προφορικό υλικό, φωτογραφικά τεκμήρια. Ας το μνημονεύσουμε  εδώ και αυτό για να υπογραμμίσουμε και την αθόρυβη, πολύτιμη αλλά και επίπονη συστηματική δουλειά η οποία αναλαμβάνεται από τα ΑΕΙ μας.

Πολύτιμα είναι και τα δείγματα ιδιωματικών κειμένων,  δύο από τις πέντε ομάδες, στις οποίες έχουν ταξινομηθεί  τα ταυρορουμαίικα, που δημιουργούν, παρά τις επιμέρους διαφορές τους μια ιδΙαίτερη περιφερειακή διάλεκτο της νεοελληνικής, με πολλούς αρχαισμούς, συγγενή με τα βόρεια ιδιώματά μας. (Παραπέμπουμε στις σελ. 111-126 και ιδίως στις σελ. 112-114).

 

Επιτρέψατέ μου να σας διαβάσω λίγες μόνον σειρές από το αφήγηση από ιδίωμα της  κωμόπολης Σαρτανά:

 

-Τίλαγα περάσετ του πρώτου σας τα’νύχτα, τα κα-μ καλοί χουριάτ;

-ρώτσιν πουπά Σταύρουλς.

Άμα προβατί νταούσα ακούχταν αχ τα όλα μαρές:

Καλά δόξα σ’εία!… Καλά…α…α.

Δηλαδή, στην Κοινή μας  Νεοελληνική:

-Πώς περάσατε την πρώτη σας νύχτα καλοί μου χωριάτες;

-ρώτησε ο παπα-Σταύρος.

Σαν προβατίσιες φωνές ακούγονταν απ’όλες τις μεριές:

-Καλά! Δόξα σοι (Δόξα σε υγεία;)! Kαλά-α-! 

 

Πρόκειται για απόσπασμα συνέντευξης  του 1990 από τον κάτοικο της κωμόπολης Σαρτανά Leontij Kirjakov (1915-2008).

Κι εδώ θα συγχαρούμε και πάλι την Κα Πάππου που μας διασώζει  διαλεκτικό υλικό, το οποίο διαφορετικά θα είχε χαθεί διά παντός.

Γιατί, όπως το λέει και μια αφρικανική παροιμία,  στις κοινωνίες με παράδοση προφορική, «όταν χάνεται ένας γέροντας, είναι σαν να  καίγεται μια ολόκληρη βιβλιοθήκη…

Σημαντικότατο επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζουν, κυρίως για τους ειδικούς και τα σχετικά με τη Δεκαετία του ’30 και το γλωσσικό ζήτημα.  Αλλά και οι τρεις  γλωσσογεωγραφικοί Άτλαντες των σελίδων 78-83.

Τα κεφάλαια «Η γλώσσα της μετάφρασης και τα μεταφραστικά προβλήματα», καθώς και όλα όσα ακολουθούν στις επόμενες σελίδες (148-282), αποτελούν επίσης ουσιαστική επιστημονική  συμβολή καθώς η συγγραφέας εξετάζει κατά τρόπον υποδειγματικό και εξονυχιστικό όλα τα επιμέρους προβλήματα, σε διάφορα πλαίσια, φωνητικής/φωνολογίας, λεξικολογίας, φρασεολογίας, μορφολογίας, σύνταξης, αποκλίσεων από τη διάλεκτο, δανείων, ρωσισμών, αποδόσεων κυρίων ονομάτων και τοπωνυμίων, μετατροπών…

Η ανάλυση μεταφρασμένου κειμένου β(1936) του Α.Π. Τσέχοφ  «Νιστάζι»                      (= νυστάζει) του  1888, παρουσιάζει  και ιδιαίτερο παιδαγωγικό ενδιαφέρον, καθώς ο Τσέχοφ θέλει να προσελκύσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης στα προβλήματα των παιδιών, που τότε «δεν είχαν διόλου δικαίωμα διά να ομιλούν». Σκοπεύω δε μάλιστα να το αξιοποιήσω πολλαπλά το επόμενο εαρινό εξάμηνο κατά τη διεξαγωγή του επιλεγόμενου  μαθήματός μου « Κείμενα ελληνικής γλώσσας».

Αποσπάσματα θα μας διαβάσει η Κα Πάππου με την αυθεντική της ερμηνεία.

………..

Επιλογικά:

«Οι μεταφράσεις, είναι σαν τις γυναίκες: όσο πιο  πιστές τόσο πιο άσχημες είναι», έγραφε ο δάσκαλός μου θεωρητικός της Λογοτεχνίας και της Μετάφρασης στο κλασικό πια σύγγραμμά του «Les Belles infideles» (=Oι ωραίες άπιστες),  που μεταφράστηκε και στα  νέα μαςελληνικά. ‘Εχω την εντύπωση ότι η μετάφραση του Τσέχοφ στην άσημη  τότε Μαριουπολίτικη διάλεκτο από τον Γ. Κοστοπράβ, όπως αναδείχθηκε  και αναλύθηκε  στο βιβλίο από την Κα Πάππου  είναι ταυτόχρονα και ωραία και πιστή!

Και, συμφωνώντας απόλυτα με τον Ομότιμο Καθηγητή Κο Gunther Henrich, που απέστειλε μια εγκωμιαστική βιβλιοκρισία στη συγγραφέα, το βιβλίο  θα είναι ευχής έργον να επανεκδοθεί!

Πρώτα όμως να διαβασθεί και να μελετηθεί!

ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟ!

 

Κυρία Ζουραβλιόβα,  αγαπητή Αικατερίνη,  όλοι σας  συγχαίρουμε και σας ευχαριστούμε θερμά!

 

 

Η εισήγηση – παρουσίαση του κ. Στάθη Πελαγίδη έχει ως εξής:

 

Στο συγκεκριμένο βιβλίο η συγγραφέας ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΠΟΥ – ΖΟΥΡΑΒΛΙΟΒΑ ξεδιπλώνει σπάνιες πτυχές του ελληνικού πολιτισμού σε πόλεις και χωριά πέριξ της Αζοφικής, που, στην πλειονότητά τους, ανήκουν στη σημερινή Ουκρανία και ένα μέρος μόνο στη σημερινή Ρωσία. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι η έρευνα της συγγραφέως επικεντρώνεται μεν σ’αυτή την περιοχή, γλωσσικά, όμως, απλώνεται και σε όλον τον Παρευξείνιο Ελληνισμό (Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, Ν. Ρωσία, Ουκρανία).

Εξάλλου, το γεγονός ότι η προσέγγιση στον ιστορικό αυτόν ελληνισμό και πολιτισμό, ο οποίος κρατάει μέχρι και σήμερα, γίνεται μέσα από τα ίδια τα πρόσωπα και τα πράγματα, όχι δι’αφηρημένου ιστορικού λογισμού, οπλίζει τον αναγνώστη με τη δύναμη να εισδύει στα ενδότερα της μαγείας, η οποία οδήγησε, όχι μόνο στη διατήρηση αλλά και στο μεγαλούργημα αυτής της κουλτούρας.

Θα γίνω συγκεκριμένος. Ο Σλεπτσόβ παρατηρεί και θαυμάζει, το 1877, ότι στο Ταγανρόγκ (πατρίδα του Τσέχοφ) «βασιλεύουν οι Έλληνες, όλοι είναι Έλληνες: οι πλανώδιοι πωλητές, οι παπάδες, οι μαθητές Γυμνασίου, οι κρατικοί υπάλληλοι, οι τεχνίτες. Ακόμη και οι ταμπέλες είναι γραμμένες στα ελληνικά… Οι Έλληνες είναι οι πιο πλούσιοι στην πόλη».

Από την άλλη, ο Φιλέβσκι προσθέτει: «Η σύνθεση του ελληνικού πληθυσμού του Ταγανρόγκ ήταν κυρίως αριστοκρατικής καταγωγής: απόγονοι βυζαντινών αυτοκρατόρων, δήμαρχοι, έμποροι, με δικό τους σχολείο και Γυμνάσιο, με δική τους Εκκλησία (Κοιμήσεως της Θεοτόκου), με περίοπτα αρχοντικά, με δικά τους καράβια…».

Υπάρχει πιο δημιουργικός ελληνικός πολιτισμός από αυτόν που ζωντανεύει μπροστά μας και μεταπλάθει μια ρωσική πόλη, το Ταγανρόγκ σε καθαρά ελληνική πολιτεία;

Και θα έβρισκε ο μεγάλος συγγραφέας πεζογραφημάτων και θεατρικών έργων Άντον Τσέχοφ γονιμότερο περιβάλλον, για να διαμορφώσει την προσωπικότητά του, και μάλιστα στην πρώτη περίοδο της ζωής του (1860-1879) ;

Πολύ σωστό, η συγγραφέας σημειώνει (σελ. 48): «Χωρίς το Ταγανρόγκ του Τσέχοφ, δεν θα υπήρχε ούτε η Μόσχα του Τσέχοφ, ούτε η Γιάλτα του Τσέχοφ». Δεν θα υπήρχε ο μεγάλος Τσέχοφ, χωρίς τα μηνύματα και τα ερεθίσματα του ευρύτερου και στενότερου ελληνικού περιβάλλοντος στη γενέτειρά του, το Ταγανρόγκ.

Αυτή είναι η μία όψη και πτυχή του δι’ έργων και προσώπων μεγαλουργούντος ελληνικού πολιτισμού, στην περιοχή της Αζοφικής.

Αν, τώρα, προσθέσουμε και το άρωμα του Ελληνικού πολιτισμού της ευρύτερης Αζοφικής, με τους 97.739 Έλληνες, θα διαπιστώσουμε το μεγάλο ΘΑΥΜΑ της ΦΥΛΗΣ μας, που δεν είναι άλλο από το γεγονός ότι κρατήθηκαν, μέχρι σήμερα, Έλληνες (Ρουμαίοι), με τα ελληνικά έθιμα και την ελληνική γλώσσα. Και αυτό, χάρη στη θαυματουργή δύναμη της Ορθοδοξίας, «παρ’ όλη την πολύχρονη συγκατοίκησή τους με αλλογενείς και αλλόγλωσσους, κυρίως, σλαβικούς πληθυσμούς και τη μεγάλη χιλιομετρική απόσταση από τον εθνικό ελληνικό κορμό», όπως πολύ σωστά σημειώνει η Κατερίνα Πάππου. Πράγματι, στην ορθοδοξία έγκειται ο κεντρικός ερμηνευτικός κορμός του βιβλίου. Ας θυμηθούμε το παράδειγμα του ιστορικού Ελληνισμού στην καθολική Βενετία και στην επίσης, καθολική Βιέννη:

Η απώλεια της Ορθοδοξίας στις δυο αυτές θαλερές ελληνικές παροικίες, έχει συμπαρασύρει όχι μόνο τα ήθη και έθιμα, αλλά, σταδιακά, και την ελληνική γλώσσα. Οδήγησε δηλαδή στην πλήρη αφομοίωση.

Αντίθετα, στον παρευξείνιο ελληνισμό και, ιδιαίτερα, στην περιοχή της Αζοφικής, οι ορθόδοξοι ελληνικοί πληθυσμοί παραμένουν με ακμαίο εθνικό φρόνημα, είτε είναι ελληνόφωνοι, με τις διαλέκτους τους (Μαριουπολίτικη, ποντιακή) και με το θρακικό ιδίωμα, είτε ομιλούν τα τουρκικά και τα ταρταρικά (Τσάλκα, χωριά Μαριούπολης). Η συγγραφέας είναι σαφής και αναλυτική για τις διαλέκτους και τα ιδιώματα που μιλούνταν στην περιοχή.

Από αυτήν, ακριβώς, την ιστορική ελληνική κουλτούρα της ορθοδοξίας ξεπήδησαν οι δυνάμεις που διαμόρφωσαν τον πνευματικό και κοινωνικό βίο του εκεί Ελληνισμού, ο οποίος κορυφώνεται στις αρχές, κυρίως όμως στο τέλος, του 20ου αιώνα: Ίδρυση σχολείων, ανάπτυξη παιδείας, καλλιέργεια Γραμμάτων και Τεχνών.

Ο Κοστοπράβ, ο οποίος μετάφρασε διηγήματα του Τσέχοφ, ήταν από τους λίγους λαμπρούς εκπροσώπους λογοτέχνες των αρχών του 20ου αι. με σημαντικό ποιητικό έργο.

Το σπουδαίο είναι ότι έγραψε στη μαριουπολίτικη προφορική διάλεκτο, τόσο τα δικά του ποιήματα, όσο και τις μεταφράσεις διηγημάτων του Τσέχοφ (1936). Έτσι, με τον τρόπο του συνέβαλε, στο ανέβασμα της περιορισμένης και άγραφης τοπικής διαλέκτου σε επίπεδο γραπτής γλώσσας και γραπτού γλωσσικού μνημείου. Από την άλλη, έστησε γέφυρες επικοινωνίας ανάμεσα στον ελληνικό και στο ρωσικό πολιτισμό.

Βεβαίως, στην σοβιετική περίοδο οι εκδόσεις βιβλίων και εφημερίδων είναι πολύ περιορισμένες και δυσεύρετες, κατά τη συγγραφέα, αφού ο πνευματικός βίος περνάει γενικά, σε κατάσταση χειμερίας νάρκης.

Αντίθετα, μετά την κατάλυση του κομμουνισμού (1990 κ.ε.), το βιβλίο δίνει την εικόνα της πνευματικής και κοινωνικής αναγέννησης των Ελλήνων της Αζοφικής, τόσο ευρύτερα στην περιοχή, όσο και ειδικότερα κατά πόλεις: Ίδρυση συλλόγων, εκδόσεις εφημερίδων – περιοδικών, βιβλίων, διδασκαλία ελληνικής γλώσσας, εβδομάδες ελληνικού πολιτισμού κ.ά. Μια πραγματική πολιτιστική πλημμυρίδα!

Όμως, η συγγραφέας δεν δίνει μόνο την κοινωνική και πνευματική αναγέννηση σε ορισμένες πόλεις (Μαριούπολη, Ντονιέσκ, Ταγκανρόγκ, Ροστόφ του Ντον). Προχωρεί και στο ρόλο ορισμένων πολιτικών και πνευματικών φορέων, από Ελλάδα και Ουκρανία, που ευνόησαν και προώθησαν τις αλλαγές και το νέο πνεύμα. Υπόψη ότι στην Ουκρανία η νέα ελληνική διδάσκεται σήμερα σε 60 Γυμνάσια, πλην των άλλων αλλαγών που σημαδεύουν τη σημερινή πνευματική της ζωή!

Ειδικότερα, στη ΜΑΡΙΟΥΠΟΛΗ παρατηρείται μετά το 1990, μια πραγματική επαναστατική αλλαγή στον πνευματικό και κοινωνικό της βίο.

Κατ’αρχήν ιδρύονται:

1)    Η Ομοσπονδία Ελληνικών Κοινοτήτων Ουκρανίας

2)    Ο Σύλλογος Ελλήνων Μαριούπολης

3)    Ο Σύλλογος Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού, από το 1989

 

Η σωματειακή αυτή οργάνωση οδήγησε σε έναν σωστό εκδοτικό οργασμό:

Συγκεκριμένα, το 1994 εκδίδεται η εφημερίδα «ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΑΖΟΦΙΚΗΣ», ενώ το 1996, «ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ». Ακολουθούν απανωτές εκδόσεις λογοτεχνικών κειμένων, στα μαριουπολίτικα, για βιογραφίες Ελλήνων της περιοχής και για ήθη και έθιμα Ελλήνων της Αζοφικής. Επανεκδίδονται ακόμη και έργα λογοτεχνών (Κοστοπράβ κ.ά.).

Λίγο αργότερα, το 2004, ιδρύεται «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ», στο Πανεπιστήμιο Μαριούπολης, οι πτυχιούχοι της οποίας (700 άτομα μέχρι το 2007) διορίζονται ως Καθηγητές της Ελληνικής στα Γυνμάσια της χώρας (Ουκρανίας).

Εννοείται ότι η Ελληνική άρχισε να διδάσκεται σ’αυτήν την πόλη από το 1988, σε φροντιστήρια και ειδικά σχολεία.

 

 

Επιλογικά

 

Το παρουσιαζόμενο βιβλίο της Καθηγήτριας Αικατερίνης Πάππου-Ζουραβλιόβα, λειτουργεί ως επιστημονικός φωτεινός οδηγός για τον άγνωστο ελληνικό πολιτισμό των παρευξεινίων χωρών και, ειδικότερα, της περιοχής της Αζοφικής θάλασσας.

Και μάλιστα, σε γλώσσα απλή, στρωτή, γλαφυρή και κατανοητή.

Θα έλεγα ότι άνετα θα μπορούσε να ενταχθεί στην αξιόπιστη βιβλιογραφία για τη μελέτη αυτού του Ελληνισμού.

Θερμά συγχαρητήρια στη συγγραφέα, Καθηγήτρια Κα ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΠΟΥ-ΖΟΥΡΑΒΛΙΟΒΑ.