Το τέλος της υπερκατανάλωσης και η σημαντική πτώση των εισαγωγών αποτελούν τα πραγματικά όπλα μαζικής καταστροφής για το ελληνικό εμπόριο, που θα υποστεί συρρίκνωση αλλά και ριζική αναδιάρθρωση.

Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου*

Το ελληνικό εμπόριο σε ολόκληρη την διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου υπήρξε για την Ελλάδα σοβαρός συντελεστής απορρόφησης της ανεργίας, διότι στον χώρο του υπήρχε πάντα μεγάλος αριθμός αυτοαπασχολούμενων –οι οποίοι ήσαν, κατά κύριο λόγο, άτομα που δεν μπορούσαν να απασχοληθούν στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας λόγω έλλειψης των απαραίτητων τυπικών και μη προσόντων. Όλος αυτός ο κόσμος εστρέφετο προς το εμπόριο, με αποτέλεσμα το 1990 η Ελλάδα να έχει κάπου 46 καταστήματα ανά 1.000 κατοίκους, όταν ο μέσος κοινοτικός όρος τότε ήταν 19 καταστήματα.

Αυτός ο εμπορικός πληθωρισμός υπήρξε, εξάλλου, και η κύρια αιτία της καθυστέρησης του εμπορίου μας, τόσο σε οργάνωση όσο και σε εκσυγχρονισμό. Ακόμα χειρότερα, ο ελληνικός υπερεμπορισμός ήταν και ο μέγας τροφοδότης της φοροδιαφυγής καθώς και της πλήρους έλλειψης ανταγωνισμού, σε ένα αγκυλωμένο θεσμικά κύκλωμα που και μόνο στο άκουσμα της λέξης «ανταγωνισμός» κλεινόταν ερμητικά στο καβούκι του.

Με κύρια δραστηριότητα την εμπορία εισαγόμενων προϊόντων, το ελληνικό εμπόριο γνώρισε εντυπωσιακή ανάπτυξη στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, με αποτέλεσμα στα τέλη της περιόδου αυτής η συνολική απασχόληση να φθάνει στον κλάδο τα 675.000 άτομα. Περίοδο παχέων αγελάδων, όμως, γνώρισε το ελληνικό εμπόριο και με αφορμή την είσοδό μας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, η οποία ενίσχυσε την καταναλωτική πίστη, μείωσε τα επιτόκια και βεβαίως ενίσχυσε σε υπερθετικό βαθμό τις εισαγωγές. Έτσι, το 2008, στο ελληνικό εμπόριο απασχολούνταν 835.000 άτομα, από τα οποία οι 440.000 ήσαν μισθωτοί. Τα δε εμπορικά καταστήματα, παρά κάποιες αναδιαρθρώσεις στον κλάδο, εξακολουθούν να είναι πολυάριθμα και φθάνουν τα 45 ανά 1.000 κατοίκους.

Ωστόσο, το 2008 είναι η τελευταία χρονιά ανόδου του ελληνικού εμπορίου, το οποίο αντιπροσώπευε το 17% του Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ). Το ξέσπασμα της οξύτατης και παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης και τα τραγικά γεγονότα του Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς στην Αθήνα απετέλεσαν την αρχή μιας ισχυρής πτώσης της εμπορικής δραστηριότητας, η οποία σήμερα έχει προσλάβει δραματικές διαστάσεις. Έτσι, στα μέσα μαζικής επικοινωνίας γίνεται πλέον λόγος για τον «θάνατο των εμπόρων», με το φαινόμενο να έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας στα κέντρα των πόλεων και ιδιαιτέρως στην Αθήνα.

Η δεινή θέση στην οποία έχουν περιέλθει οι εμπορικές επιχειρήσεις επιβεβαιώνεται πλήρως και από τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., από τα οποία προκύπτει ότι όχι μόνον επιδεινώνονται συνεχώς οι οικονομικοί δείκτες που σχετίζονται με το λιανικό εμπόριο, αλλά από μήνα σε μήνα επιταχύνεται και ο ρυθμός καθόδου. Ο όγκος λιανικών πωλήσεων, που αποτελεί τον καθρέφτη της αγοράς, σημείωσε νέα πτώση τον περασμένο Ιούλιο κατά 9,1%, σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2011, συμπιέζοντας το σύνολο των πωλήσεων του επταμήνου Ιανουαρίου-Ιουλίου 2012 σε επίπεδα πλησίον του 75% των πωλήσεων που είχαν πραγματοποιηθεί το αντίστοιχο επτάμηνο του 2005. Η δε ύφεση πλήττει με σφοδρότητα όλους τους κλάδους του λιανικού εμπορίου, μη εξαιρουμένων ούτε των ειδών διατροφής. Έτσι, οι πωλήσεις και οι τζίροι του ελληνικού εμπορίου συνολικά έχουν υποχωρήσει στα επίπεδα του 2005, με την ανεργία να έχει πλέον εκρηκτικό χαρακτήρα. Σε σχέση με το 2008, η συνολική απασχόληση στο εμπόριο έχει υποχωρήσει κατά 20%, ποσοστό που μεταφράζεται σε 165.000 ανέργους μισθωτούς και περίπου 55.000 αυτοαπασχολούμενους.

Βαρύτατο είναι και το τίμημα που πληρώνει το κέντρο της Αθήνας, όπου καθημερινά οι απεργίες και οι πορείες των χορτάτων δημιουργούν πρόσθετους ανέργους. Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι επισημαίνουμε ότι στο εμπορικό κέντρο της πρωτεύουσας έχει βάλει λουκέτο το 28,3% των καταστημάτων, με το ποσοστό στους πιο εμπορικούς δρόμους να αυξάνεται σε 31%, από το 18% που ήταν πριν δύο χρόνια. Την πρωτιά κατέχει η Σταδίου, με τα λουκέτα να φθάνουν το 42% του συνόλου (24,5% πριν δύο χρόνια) και ακολουθούν η Πανεπιστημίου με 34,7%, η Ακαδημίας με 31%, η Πατησίων με 28,7%, η Ερμού με 26,2% κλπ. Στο Κολωνάκι, λουκέτο έχει μπει στο 21% των καταστημάτων, έναντι ποσοστού 12,5% πριν από δύο χρόνια.

Ο φαύλος κύκλος της ύφεσης θα συνεχιστεί και την επόμενη διετία, με το υπουργείο Οικονομικών να εκτιμά ότι το 2013 το ΑΕΠ θα συρρικνωθεί περαιτέρω κατά 3,8%. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θεωρεί «αισιόδοξη» αυτή την εκτίμηση και προβλέπει πτώση 5% το 2013 και 2,7% το 2014. Από την άλλη πλευρά, στον βαθμό που βελτιώνεται το ισοζύγιο πληρωμών λόγω πτώσης των εισαγωγών και ανόδου των εξαγωγών, το ελληνικό εμπόριο θα αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα επαναπροσανατολισμού και εκ βάθρων αναδιάρθρωσής του. Σίγουρα δε θα πάψει να αποτελεί διέξοδο, κυρίως για τους νέους, που δεν θα απορροφώνται από το Δημόσιο ή δεν θα βρίσκουν απασχόληση στην ιδιωτική οικονομία.

Αυτή είναι πλέον μία σοβαρή διάσταση των εξελίξεων που θα σημειωθούν στο ελληνικό εμπόριο, όπου σίγουρα θα παρατηρηθούν εντυπωσιακές συγχωνεύσεις, εξαγορές –αλλά και θεαματικές πτωχεύσεις. Η Ελλάδα μετά την κρίση δεν θα έχει πολλές ομοιότητες με την αντίστοιχη προ κρίσης.

*Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος πραγματοποίησε τις γυμνασιακές του σπουδές διαδοχικά, στη Σχολή Μπερζάν, στο Λεόντειο Λύκειο και στο Αρέθειο. Στη συνέχεια, σπούδασε στο Βέλγιο Οικονομικές και Εμπορικές Επιστήμες εφαρμοσμένες στις υπό ανάπτυξη χώρες. Πτυχιούχος του Πανεπιστημιακού Κέντρου της Μονς, παρακολούθησε, επίσης, στα πανεπιστήμια της Λιέγης, της Λίλλης και των Βρυξελλών, Πολιτική Οικονομία και Κοινωνιολογία, Δημοσιογραφία και Τεχνικές Επικοινωνίας, Φιλοσοφία και Οικονομική των Επιχειρήσεων. Με τη δημοσιογραφία ασχολήθηκε το 1956, σαν συνεργάτης της “Αθλητικής Ηχούς” και του “Νεολόγου Πατρών”. Το 1963 προσελήφθη ως συντάκτης στον “Οικονομικό Ταχυδρόμο” και το “Οικονομικό Βήμα” και από το 1966 υπήρξε ανταποκριτής τους στο Βέλγιο. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1977 και ξανάρχισε τη συνεργασία του με τον “Οικονομικό Ταχυδρόμο” στο τέλος της ίδιας χρονιάς. Συνεργασία που σταμάτησε τον Ιούλιο του 2004, με αφορμή τη διακοπή της κυκλοφορίας του περιοδικού. Στην πολυετή σταδιοδρομία του συνεργάστηκε με τις εφημερίδες “Ελεύθερος Τύπος”, “Απογευματινή”, “Τύπος της Κυριακής”, “Πελοπόννησος” της Πάτρας, “Μακεδονία”, “Θεσσαλονίκη”, κ.α. Όπως επίσης και με τα γνωστά περιοδικά “Status”, “Manager”, “Retail”, κ.α. Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες “Εστία”, “Ναυτεμπορική”, “Κόσμος Σαββατοκύριακο” και “Βήμα της Αιγιαλείας”. Επιμελείται την εκπομπή “Δρόμοι της Ανάπτυξης” της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων στο Κανάλι 10/ Sbc και είναι σύμβουλος της εκπομπής “Καρριέρα: Πού;” στο ίδιο τηλεοπτικό κανάλι. Είναι επίσης επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων, πρόεδρος του ελληνικού της τμήματος και μέλος της ΔΣ της Ένωσης Συντακτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Έχει βραβευθεί με 42 ελληνικά και διεθνή δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής και της Ουγγρικής Δημοκρατίας.